Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

«καθήκον της τέχνης είναι να φέρει το χάος στην τάξη της εποχής»





























William-Adolphe_Bouguereau_(1825-1905)


Απόλαυση και απολογία
Ο Αντόρνο και η θεωρία του, προϊόν μιας βαθιάς εμπειρίας στη σύγχρονη τέχνη, ιδιαίτερα στον τομέα της μουσικής.

Τον εικοστό αιώνα, όπως με ανησυχία και αγωνία είχε προβλέψει ο Νίτσε, η αισθητική απόλαυση έγινε θεσμός. Το περίεργο είναι ότι η τέχνη και οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες οφείλουν να απολογηθούν. Η διαπίστωση μοιάζει με παράδοξο καθώς από την εποχή μας δεν έλειψαν οι μεγάλοι δημιουργοί: τα έργα τους βρήκαν τη θέση τους στα μουσεία σύγχρονης τέχνης, ακούστηκαν στις αίθουσες συναυλιών, εκτέθηκαν ακόμη και στους δρόμους, έκαναν τον γύρο του κόσμου και μίλησαν όλες τις γλώσσες. Πώς εξηγείται λοιπόν το παράδοξο; Η απάντηση βρίσκεται ίσως στη στάση του κοινού, που δεν αρκέστηκε στον συνηθισμένο σκεπτικισμό με τον οποίο ο κόσμος αντιμετωπίζει το καινούργιο στην τέχνη· τη φορά αυτή προχώρησε ακόμη περισσότερο· καταλόγισε στους καλλιτέχνες ότι δεν το παρέσυραν στην αβίαστη απόλαυση, εκείνη που του προσέφεραν πάντα τα έργα τέχνης τα οποία το ίδιο ονόμαζε κλασικά.

Η λύση θα βρισκόταν στην αισιόδοξη προοπτική, σύμφωνα με την οποία η τέχνη δεν θα αργήσει να αποκτήσει την αρμονική της σχέση με τον σύγχρονο κόσμο. Η μουσική ορολογία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αθώα, καθώς εκεί που διαταράχτηκαν κυρίως οι σχέσεις τέχνης και κοινού ήταν ο χώρος της σύγχρονης μουσικής και ειδικά η περιοχή της αρμονίας. Η απάντηση του Αντόρνο στο θέμα είναι σαφώς αρνητική: όχι μόνο η κλασική αρμονία στη μουσική δεν μπορεί να αναπαραστήσει τη μεταβιομηχανική εποχή, αλλά η κλασική τέχνη γενικότερα έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από την κοινωνία. Η απαισιόδοξη αυτή ετυμηγορία του Αντόρνο προφανώς μας αφορά, γιατί αυτός ο φιλόσοφος, που ήταν ταυτοχρόνως μουσικός, έστρεψε με ένταση την προσοχή του στο παρόν, στοχάστηκε με πάθος την επικαιρότητα και κατάλαβε τι συνέβαινε γύρω του. Στη γνώση αυτή προσέδωσε τη μορφή της κριτικής σκέψης, η οποία τον οδήγησε να διακρίνει, δηλαδή να εντοπίσει και να προκρίνει, στα έργα των σύγχρονων δημιουργών το διακριτικό στοιχείο της εποχής μας.

Η ιστορική σκηνή είναι στη Γερμανία, όπου η Ευρώπη έχει βγει από έναν τρομερό πόλεμο και ετοιμάζεται για έναν ακόμη πιο καταστρεπτικό. Στην τέχνη τα επαναστατικά κινήματα και οι διακηρύξεις δηλώνουν ότι οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες αποστρέφονται τον πόλεμο, το χρήμα και τον καπιταλισμό. Είναι η εποχή του μπαουχάους των Γκρόπιους και Βαν ντερ Ρόε, της δωδεκαφθογγικής και ατονικής μουσικής των Σένμπεργκ και Μπεργκ, της μη αναπαραστατικής ζωγραφικής των Καντίνσκι και Κλέε, της «φωτογραφίας-τέχνης» των Πατς και Μαν Ρέι. Τα σύνορα για τους καλλιτέχνες είναι ανοιχτά: Ρώσοι, Ούγγροι, Πολωνοί, Ρουμάνοι, Γερμανοί και Γάλλοι επεξεργάζονται καινούργιες ιδέες που ανασυγκροτούν τους κώδικες της τέχνης. Στην περιοχή της τέχνης παράγεται σκέψη και η σκέψη αυτή βρίσκεται σε ευθύ και προκλητικό διάλογο με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Αλλά με τον τρόπο αυτόν η αισθητική δεν αποτελεί πια ούτε επί μέρους ούτε συμπληρωματικό ερευνητικό αντικείμενο της φιλοσοφίας· αντιθέτως, ενισχύει το εμπειρικό στοιχείο του φιλοσοφικού λόγου και τονώνει την εσωτερική συνοχή των φιλοσοφικών θεωριών. Η αισθητική αποκτά ρόλο αρχιτέκτονα. Στη συγκυρία αυτή η διπλή ιδιότητα του Αντόρνο αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς τα επιχειρήματα του φιλοσόφου οργανώνονται από τις εμπειρίες του μουσικού.

Η σκέψη του Αντόρνο διασταυρώθηκε με τον λόγο του Μαξ Χορκχάιμερ και η συνάντηση αυτή οδήγησε στη συγκρότηση της Κριτικής Θεωρίας. Τα κεφαλαία έχουν τη σημασία τους καθώς τώρα πια η αιχμή της θεωρίας αναγκάζει την κριτική να μην αφήσει στο απυρόβλητο την ίδια την άσκηση της θεωρίας. Πράγματι, όπως δηλώνεται στο μανιφέστο Παραδοσιακή και Κριτική Θεωρία, που είναι έργο του Χορκχάιμερ, η πρακτική της θεωρίας δεν μπορεί παρά να έχει τη μορφή της κριτικής. Οι δύο φιλόσοφοι, μαζί με τον Μαρκούζε και τον Φρομ, θα αποτελέσουν τον πυρήνα της Σχολής της Φραγκφούρτης, στην οποία μπορεί ενδεχομένως να ενταχθεί και ο αιρετικός Βάλτερ Μπένγιαμιν. Το όνομα της Σχολής οφείλεται στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φραγκφούρτης, το οποίο ιδρύθηκε το 1923.

Υποστηρικτές του εργατικού κινήματος, τα μέλη της Σχολής υπερασπίζονται τη νεομαρξιστική κριτική. Σκοπεύοντας στην καρδιά της την ορθολογική σκέψη αμφισβητούν τον κόσμο του Διαφωτισμού, που τον θεωρούν υποταγμένο στον Λόγο. Κρίνουν ότι ο τελευταίος διακατέχεται από την προκατάληψη της συστηματικής αλήθειας, η οποία εξάλλου συμβάλλεται με τον αξιωματικό τρόπο σκέψης των μαθηματικών. Αλλά ο αξιωματικός αυτός τρόπος που κυριάρχησε στη δυτική ορθολογική παράδοση μεταποίησε τη σκέψη σε πράγμα ή, σύμφωνα με την ορολογία της Σχολής, «πραγμοποίησε τη σκέψη». Στο διάσημο έργο Κριτική του Διαφωτισμού οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ επιχειρούν την ανάλυση όλων των μηχανισμών αλλοτρίωσης που επιβάλλονται από την εξουσία στην κοινωνία. Ειδικότερα, εξετάζουν τους ψυχολογικούς και πολιτιστικούς μηχανισμούς που λειτουργούν στην περιοχή της καλλιτεχνικής παραγωγής, καθώς και οι δύο πιστεύουν ότι αυτή βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το πολιτιστικό πρότυπο που προωθεί η εμπορευματοποίηση των έργων τέχνης. Ετσι, ενώ τα έργα είναι προσιτά σε όλους, «όπως οι δημοτικοί κήποι», δεν είναι δυνατόν «να μετατραπούν σε πολιτισμικά αγαθά», σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς.

Η προηγούμενη πρόταση, όταν συνδυαστεί με τον αφορισμό «η τέχνη είναι μαγεία, απαλλαγμένη από την αυταρέσκεια της αλήθειας», μας πηγαίνει στον σκληρό πυρήνα της Αισθητικής Θεωρίας του Αντόρνο. Το βιβλίο, που είναι δύσκολο και υπερασπίζεται τη δυσκολία που χαρακτηρίζει τα αυθεντικά έργα τέχνης, προτείνει μια συγκεκριμένη ανάλυση της καλλιτεχνικής νεωτερικότητας. Ο φιλόσοφος εδώ χειρίζεται το πρόβλημα της τέχνης στη σχέση της με την κοινωνία και την ιδεολογία, πράγμα το οποίο εξηγεί τη θεματική συναλληλία τέχνης και φιλοσοφίας. Θέματα όπως η υπερτροφική παρουσία του Λόγου, η υπεροχή της φύσης και η απώθηση της μιμητικής συμπεριφοράς, που αποτελούν σημεία κριτικής του Αντόρνο εναντίον της παραδοσιακής οντολογίας, μεταγράφονται αυτούσια στην αισθητική του. Πιο συγκεκριμένα, ο συγγραφέας επιχειρεί να ερμηνεύσει το κοινωνικό νόημα των πολιτικών και ιδεολογικών εμπειριών στην τέχνη την εποχή όπου αυτές εκδηλώνονται. Ορίζοντας τη μορφή του έργου σε σχέση με τα κοινωνικά συμφραζόμενα ο φιλόσοφος θα πάρει τις αποστάσεις του από κάθε μορφή αισθητικής που περιέχει δυνατότητες συμφιλίωσης ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό και θα αναδείξει ως κυρίαρχο θέμα τη διαμαρτυρία του καλλιτέχνη απέναντι στην πραγματικότητα. Το έργο τέχνης, επειδή δεν αφομοιώνεται από τον λόγο και δεν υποκύπτει στις παγιωμένες αρχές του, δεν μπορεί παρά να έχει συνεχώς κριτικό και πολεμικό χαρακτήρα.

Εργο της αισθητικής είναι να φέρει στο φως με τρόπο συγκεκριμένο αυτές τις ιδιότητες. Υπ' αυτήν την έννοια μπορούμε να καταλάβουμε το πνεύμα του Αντόρνο, όταν ισχυρίζεται ότι τα «μεγάλα έργα περιμένουν», καθώς και γιατί υποστηρίζει την ιδέα της διαρκούς ανανέωσης της καλλιτεχνικής πρακτικής που υποβάλλει η λογική της καινοτομίας. Τα μεγάλα έργα εμπεριέχουν τις δικές τους ριζοσπαστικές προτάσεις· συμβαδίζουν με τον καιρό τους και τον επισημαίνουν δραστικά και αιφνιδιαστικά. Αυτό που μας ξενίζει στις νέες μορφές οφείλεται στη σκανδαλώδη οικειότητά τους με το παρόν και τις επιλεκτικές τους σχέσεις με την ιστορία. Γι' αυτό το μεγάλο έργο δεν είναι ανατρεπτικό αλλά προτρεπτικό: προτείνει και προκαλεί. Εξάλλου αυτός είναι ο δρόμος που χαράζει η Κριτική Θεωρία, ώστε να αποφύγουμε αφενός τη μετριότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και αφετέρου τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της βιομηχανικής κουλτούρας.

Ο Αντόρνο μπορεί να μη συνέθεσε ο ίδιος ένα μεγάλο μουσικό έργο, ωστόσο αγάπησε πραγματικά τα έργα των σύγχρονων δημιουργών και απολογήθηκε για την αινιγματικότητά τους. Ερμηνεύοντας την αλλαγή των κλασικών εκφραστικών μέσων και τεχνικών που απαντούν στα έργα αυτά ως διαφορά, υποστήριξε με φανατισμό την ιδιωματική γλώσσα του καλλιτέχνη, η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με τη λογική του αυτονόητου όταν αυτό καταδικάζεται να είναι ευνόητο. Το ιδίωμα του καλλιτέχνη δεν αποτελεί ιδιοτροπία, τουλάχιστον με την ψυχολογική σημασία του όρου· είναι ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης του καλλιτέχνη, το ύφος του, η ιδιαίτερη τροπή που δίνει στα εκφραστικά του μέσα. Ενα μεγάλο έργο διακρίνεται για την ιδιομορφία του· ξεχωρίζει δηλαδή στο μέτρο που ο δημιουργός του αρνείται να μιμηθεί μια μορφή ή ακόμη να συνθηκολογήσει με την ομοιομορφία.

Η αινιγματικότητα έτσι του έργου τέχνης είναι σημάδι της αδιαλλαξίας του δημιουργού του στον βαθμό που αυτός δεν θέλει απλώς να διδαχθεί μια γλώσσα· θέλει το έργο να μιλήσει στη δική του γλώσσα και, ακόμη πιο πολύ, θέλει το έργο να μιλήσει από μόνο του. Από αυτό το σημείο μπορούμε να εξηγήσουμε καλύτερα γιατί ο Αντόρνο θαύμαζε όλες τις ιδιοτροπίες του Μπέκετ και αποστρεφόταν τη μαζική κουλτούρα με τις αδιαμφισβήτητες επικοινωνιακές αρετές της και τον εύληπτο χαρακτήρα της. Σύμφωνα με τον Αντόρνο, άλλωστε, «η διαδεδομένη από τους θεωρητικούς της αισθητικής πεποίθηση ότι το έργο τέχνης είναι ως αντικείμενο άμεσης εποπτείας αφ' εαυτού κατανοητό δεν ευσταθεί». Η τέχνη δεν μπορεί να συμφωνεί με τον κοινό νου γιατί θα απαρνιόταν την ίδια της τη φύση. Ετσι περίπου μπορούμε να προσεγγίσουμε την έννοια της άρνησης στην Αισθητική θεωρία του Αντόρνο, επεξεργασμένη από τη δεκαετία του '20 ως τη δεκαετία του '50. Μια θεωρία με βαθιά εμπειρία στη σύγχρονη τέχνη, ιδιαίτερα στον τομέα της μουσικής.

Οι πιο σημαντικές μονογραφίες του Αντόρνο αναφέρονται στους Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μάλερ, Στραβίνσκι, Σένμπεργκ και Μπεργκ. Η βιωματική σχέση του με τη μουσική τον οδήγησε στη χρήση του μουσικού παραδείγματος στην αισθητική του. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι όλη η Αισθητική θεωρία υπακούει σε ένα μουσικό παράδειγμα, καθώς ήδη από την εποχή της διαμονής του στη Βιέννη (1925-1928), ως μαθητής ακόμη του Μπεργκ στη σύνθεση, ο Αντόρνο συλλαμβάνει την κοινωνική του θεωρία της μουσικής. Σκοπός του δεν ήταν να αναλύσει την εξωτερική σχέση κοινωνίας και μουσικής, αλλά να αποδείξει ότι στις μουσικές σελίδες μπορούν να αποτυπωθούν οι δομές της κοινωνίας· ήθελε, δηλαδή, να υποστηρίξει ότι χάρη στην τεχνική της σύνθεσης το μουσικό έργο απηχεί ­ με την ετυμολογική σημασία της λέξης ­ την κοινωνία της εποχής του. Σύμφωνα με την κοινωνιολογική ανάλυση του Αντόρνο, ο κοινωνιολόγος είναι σε θέση να αποσαφηνίσει ­ να «ντεσιφράρει», όπως λέγεται στη μουσική γλώσσα ­ τις πιο απόκρυφες λεπτομέρειες στην πλοκή της κοινωνικής ζωής. Από τους αδρούς ή εκλεπτυσμένους ηχητικούς συνδυασμούς και τη μελωδική γραμμή των μουσικών θεμάτων ενός έργου ο κοινωνιολόγος μπορεί να καταλάβει ακόμη και τον χαρακτήρα του συνθέτη. Στο Δοκίμιο για τον Βάγκνερ (1952) ο Αντόρνο προβαίνει στη διάγνωση του «κοινωνικού χαρακτήρα» του μουσικού λέγοντας ότι η αυταρχική συμπεριφορά του Βάγκνερ αποτυπώνεται και ακούγεται στα βασικά μουσικά του θέματα.

Στη Φιλοσοφία της νέας μουσικής ο γερμανός φιλόσοφος προσεγγίζει αναλυτικά το θέμα της εξέλιξης της μουσικής γλώσσας. Ερμηνεύει τη χρήση του ατονικού συστήματος όχι ως απόπειρα ανατροπής του κλασικού τονικού και του δωδεκαφθογγικού συστήματος, αλλά ως επιχείρηση διεύρυνσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αντόρνο εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός με το κοινό που υποδέχθηκε τη νέα μουσική. Εξηγώντας την απροθυμία του κόσμου να ακούσει τα νέα έργα και τελικά να εξοικειωθεί με αυτά, ο κριτικός προσάπτει στο κοινό μια αισθητική στάση την οποία ονομάζει παθητικότητα: προφανώς είμαστε πάντα έτοιμοι να αφομοιώσουμε χωρίς κόπο αυτό που μας είναι οικείο, δηλαδή συνθέσεις που υπακούουν στο τονικό σύστημα. Μόνο που το οικείο είναι ξένο για μας, γιατί δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα που ζούμε: μια σουίτα του Μπαχ ταιριάζει στο αφτί μας αλλά δεν ταιριάζει στη ζωή μας. Ακριβώς επειδή η νέα μουσική ταιριάζει στη ζωή μας, δηλαδή μας μιλάει ανοιχτά για την πραγματική κοινωνική μας κατάσταση, μας είναι ανυπόφορη. Ετσι ο Αντόρνο μπορεί να υποστηρίξει ότι τα μουσικά θέματα είναι παρόντα στις συνθέσεις του Σένμπεργκ, του Μπεργκ ή του Βέμπερν. Αλλά είναι παρόντα με τρόπο ώστε να αναπαράγουν το άτακτο, ακόμη και το χαοτικό στοιχείο που κυριαρχούν στην καθημερινότητα του σύγχρονου κόσμου. Για τον κριτικό λόγο του Αντόρνο μοναδικό «καθήκον της τέχνης είναι να φέρει το χάος στην τάξη της εποχής». Από τη σκοπιά αυτή ο Σένμπεργκ συνεχίζει, αλλά με τον δικό του τρόπο, τις τάσεις που εμφανίστηκαν και εδραιώθηκαν στα κλασικά, σήμερα πια, έργα του Μπετόβεν ή του Μπραμς. Αυτό που θεωρούμε κακοφωνία δηλώνει την αποφασισμένη άρνηση των μουσικών να ενδώσουν στην ευφωνία των συνηχήσεων ή, απλούστερα, στην παρωδία του καθησυχασμού της κλασικής μελωδίας, δηλαδή των βατών μουσικών θεμάτων. Η μουσική και γενικότερα η αισθητική απόλαυση στον Αντόρνο δεν είναι συνεπώς ανέξοδη· συνδέεται τόσο με την παιδεία του κοινού όσο και με την ετοιμότητά του να αναμετρηθεί με το απρόβλεπτο και δύσκολο παρόν. Την πρακτική αυτή πρόταση ο γερμανός κριτικός φιλόσοφος την έκανε θεωρία: απέσπασε από την εποχή του το καλύτερο, αλλά είχε την τόλμη να υποστηρίξει ότι το καλύτερο είναι το δυσκολότερο.
Ελένη Ποταμιάνου, λέκτωρ Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το ΒΗΜΑ, 14/01/2001


Heifetz plays bach's chaconne from Partita no.2 for solo violin.

Olivia Hussey ~Romeo and Juliet

16 σχόλια:

faraona είπε...

Μαρελντ εδω θαρθω αργα το βραδυ.Θελει πολυ μελετη το κειμενο.
φιλια

Π.Κ. είπε...

Διότι, "όπου ακούς τάξη ανθρωπινό κρέας μυρίζει", κατά τον Ελύτη...

Ερατώ είπε...

Και το χάος να φέρει μια νέα τάξη πραγμάτων πιο ανθρώπινη...

Διονύσης Μάνεσης είπε...

( Και στην τάξη μου αταξία υπάρχει!..)

Τώρα, βέβαια, θέλει πολλή κουβέντα και καλό ροζέ ζακυνθινό κρασάκι το θέμα..
Οι αναλύσεις περί της τέχνης του 20ου αιώνα, τις τάσεις της, τη ριζοσπαστικότητά της, πολλές. Κι αυτό το περί αταξίας, μία απ' αυτές.
Το κακό για μένα είναι πως όσο κι αν με έθελξαν και με θέλγουν ακόμα οι συζητήσεις αυτές, ποτέ δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω μέσω της απόλαυσης με τα μουσικά, π.χ, έργα αυτών των εκφράσεων. Ο Σένμπεργκ και η δωδεκαφθφογγική του μου είναι ακατάληπτος - γιατί να το κρύψωμεν, άλλωστε..
Τώρα, αν είναι επειδή αποδομεί την ακουστική τάξη, δεν ξέρω. Το αποτέλεσμα, πάντως, στα αυτιά μου, ασκεί εξίσου... αποδομητική δύναμη.
Μεγάλη συζήτηση. Ας μην τη φτωχαίνω..
Πολλή ουσία στις αναρτήσεις σου, Μάρελντ. Και ομορφιά.
Καλά βράδια.

mareld είπε...

Φαραώνα μου!

Αργά το βράδυ με την ησυχία σου.
Τότε μπορείς να αυτοσυγκεντρωθείς!

Το κείμενο έχει πολύπλευρες αξιλογήσεις από τον Τέοντορ B. Αντορνο που σύμφωνα με τον βιογράφο του Ντέτλεβ Κλάυσεν είναι η «τελευταία μεγαλοφυΐα» της εποχής μας.
"Μεγάλη διάνοια όχι με την κλασική έννοια του όρου, από αυτές δηλαδή που έχουν κατά καιρούς «θεϊκές εμπνεύσεις», αλλά με τη μοντέρνα: του ταλαντούχου διανοητή, που ξεκινώντας ως «παιδί-θαύμα» αξιοποιεί με ακατάπαυστη εργασία το ταλέντο του για να γίνει κάποτε το νούμερο ένα - δείχνοντας έτσι στους άλλους ότι, αν δουλέψουν σκληρά, θα μπορούσαν να γίνουν και αυτοί κάποτε σαν εκείνο. «Αυτή ήταν η δημοκρατική πλευρά της προσωπικότητάς του» τονίζει ο κ. Κλάυσεν.
Ο γερμανός φιλόσοφος πατούσε και με τα δυο του πόδια στη γη. Απόδειξη ο αγώνας που έκανε στις αρχές της δεκαετίας του '60 για να εγκατασταθεί ένα φανάρι της τροχαίας μπροστά στο κτίριο που δούλευε, το Ινστιτούτο Κοινωνικής Ερευνας της Φραγκφούρτης, επειδή σημειώνονταν εκεί πολλά αυτοκινητικά δυστυχήματα. Για πολλούς μήνες οι εφημερίδες «το γλεντούσαν» μαζί του αναφερόμενες στη διένεξή του με τους γραφειοκράτες του δημαρχείου. Στο τέλος βέβαια ο Αντόρνο νίκησε. Το φανάρι στήθηκε. Και σήμερα ακόμη οι κάτοικοι της περιοχής μιλούν για το «φανάρι του Αντόρνο» - που διαφέρει βέβαια εντελώς, χρηστικά και συμβολικά, από το περιλάλητο φανάρι ενός άλλου εκκεντρικού συναδέλφου του, του Διογένη".
Φιλιά!

demeter είπε...

Από τα λίγα που ΄διάβασα στηνν επίσκεψή μου εν ώρα δουλειάς..
Η λέξη "χάος" από μόνη της έχει όχι και τόσο καλούς/ές κραδασμούς/δονήσεις στο σύμπαν. Είναι επόμενο να δημιουργείται μια ανάλογη κατάσταση και στο χώρο της τέχνης και τις φιλοσοφίας.
Πιστεύω να μπορέσω το βράδυ να επαναλάβω την επίσκεψή μου για περισσότερη μελέτη.

Φραουλένια φιλιά & αγκαλιές!

mareld είπε...

Αγαπητέ μου Φίλε!

Τα λόγια σου μου θύμισαν,

Το νεραϊδόπαιδο του Χάους

[…] Η συνάντησή μου με το χάος γίνεται μέσω της θαυμάσιας μυθιστορηματικής βιογραφίας του Λουίτζι Πιραντέλο που έγραψε ο συντοπίτης του Αντρέα Καμιλέρι. «Εγώ λοιπόν είμαι ο γιος του Χάους» γράφει σ’ ένα γράμμα του ο Πιραντέλο «και όχι αλληγορικά αλλά στην κυριολεξία, γιατί γεννήθηκα σε μια αγροτική περιοχή που βρίσκεται κοντά σ’ ένα πυκνό δάσος που ονομάστηκε, στη διάλεκτό μας, Τζιρτζέντι… διαλεκτική παραφθορά της αγνής αρχαίας ελληνικής λέξης Χάος…» […] Όλα εντούτοις ξεκινούν από ένα λαϊκό παραμύθι που διηγείται στον Πιραντέλο η παραμάνα του. Το νεραϊδόπαιδο είναι ένα διανοητικά ανάπηρο και δύσμορφο παιδί που η μάνα του πιστεύει πως μια νεράιδα ζήλεψε την ομορφιά του και τον πήρε μακριά όπου ζει σαν πρίγκιπας. Ο ίδιος ο Πιραντέλο θα πιστέψει ότι κατά λάθος γεννήθηκε εδώ και ότι ανήκει κάπου αλλού. Αλλά αντί για το δικό του βασιλικό θρόνο, όπως στο παραμύθι, θα βρει μόνο μια ματαιόδοξη διασημότητα αφού πρώτα θα σκορπίσει γύρω του ζωντανούς θανάτους. Γι’ αυτό ξαπλωμένος δίπλα στην παράλυτη γυναίκα του θα καταλάβει αυτό που και ο τελευταίος χωρικός καταλαβαίνει χωρίς να πάει μακριά: «τη ζωή ή τη ζεις ή τη γράφεις»! Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου
Να μου είσαι καλά!

mareld είπε...

Ερατώ μου!

Την τάξη αυτή την ανθρώπινη την ψάχνουμε και την επιζητούμε...

"Σ' ένα πρώιμο βαβυλωνιακό έπος το σύμπαν γεννιέται απ' το χάος που προκύπτει όταν μια ανυπάκουη οικογένεια Θεών της αβύσσου καταστρέφεται από τον πατέρα της. Το χάος είναι η αρχέγονη άμορφη μάζα από την οποία ο δημιουργός έπλασε την τάξη και το σύμπαν. Η τάξη ισοδυναμεί με το καλό, και η αταξία με το κακό. Η τάξη και το χάος φαίνονται σαν δύο αντίθετα πράγματα, σαν δύο πόλοι γύρω απ' τους οποίους περιστρέφουμε τις ερμηνείες μας σχετικά με τον κόσμο.

Κάποια έμφυτη παρόρμηση κάνει την ανθρωπότητα να προσπαθεί να κατανοήσει την κανονικότητα στη φύση, να ερευνήσει τους νόμους που κρύβονται πίσω από την παράξενη πολυπλοκότητα του σύμπαντος, να βγάλει κάποια τάξη μέσα απ' το χάος.

Στη σύγχρονη εποχή οι επιστήμονες, φυσικοί, βιολόγοι, μαθηματικοί, μηχανικοί, χημικοί και άλλοι, ερευνώντας διάφορα στοιχεία για να εξηγήσουν κάποιες αταξίες που κυριαρχούν στο χαοτικό οργανικό και ανόργανο κόσμο, οδηγούνται να βρουν τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσαν να μεταβάλουν σε κάθε περίπτωση τα πολύμορφα στοιχεία σε ομοιόμορφα, τα πολύπλοκα σε απλά, τα ασταθή σε σταθερά, τα τυχαία και απρόβλεπτα σε καθορισμένα".
Φιλιά!

mareld είπε...

Διονύση μου!

Έχεις δίκιο..
Σήμερα το πρωί μιλούσα με το φίλο μου το Νικολάς από τη Γρανάδα και λέγαμε πόσο θα μας λείψουν φέτος οι συζητήσεις μας με κρασάκι..

Ο Αντόρνο είναι μεγάλος διανοητής αλλά με έχει απασχολήσει πως ήταν τόσο αυταρχικός και τόσο νάρκισσος με τόσα που ήξερε και τόσα που είχε ζήσει.

"Το Άουσβιτς ξεκινά κάθε φορά που κάποιος κοιτά ένα σφαγείο και σκέφτεται: είναι μόνο ζώα."

Όμως στο «Τζαζ η αιώνια μόδα»

[…] οι πιστοί της τζαζ κόβουν την σχέση τους με την παράδοση της σοβαρής μουσικής. Ο ενθουσιασμός μετατρέπεται σε μια προσγειωμένη στάση, στην οποία κάθε συναίσθημα συνδέεται με την τεχνική που είναι εχθρική προς οποιοδήποτε νόημα..
Το beat που ξεσηκώνει τον Κέρουακ, τον Μπάροουζ, τον Γκίνσμπεργκ και τους άλλους Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές της φερώνυμης γενιάς, δε περνάει ποτέ μέσα του. Έτσι, ενώ για τον Κέρουακ «Ο Πάρκερ το Πουλί […] ο βασιλιάς και ιδρυτής της bop γενιάς, τουλάχιστον ο ήχος της, (που) όταν έκοβε το ακροατήριό του έκοβε τα ίδια τα μάτια, τα μυστικά μάτια να τον ορνιθοσκοπούν, καθώς έσφιγγε τα χείλη του κι άφηνε τα μεγαλειώδη πνεμόνια του και τ’ αθάνατα δάχτυλά του να κάνουν τη δουλειά τους, τα μάτια του φευγάτα όλο ενδιαφέρον κι ανθρωπιά, (ήταν) ο πιο ευγ ενικός μουσικός της τζαζ που θα μπορούσε να υπάρχει […]»
Για τον Αντόρνο όλα είναι ένα και είναι απορριπτέα.
Ένα παράδειγμα ανέφερα ..υπάρχουν πολλά..
Ακούω τζαζ ώρες..

Τους φοιτητές του δεν τους άφηνε ποτέ να εκφραστούν..

Να μου είσαι καλά!
Φιλιά!

mareld είπε...

Φραουλένιο!

"Η αιώνια πάλη μεταξύ τάξης και αταξίας, αρμονίας και χάους, αντιπροσωπεύει, μάλλον μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη του ανθρώπου για το σύμπαν. Γι' αυτό και τη συναντάμε σε τόσους πολλούς μύθους για τη δημιουργία του κόσμου και σε τόσους πολλούς πολιτισμούς.

Το Χάος ήταν το πρώτο στοιχείο της κοσμογονίας των φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδας. Για πρώτη φορά το "Χάος" παρουσιάζεται στην Θεογονία του Ησιόδου (8ος αιώνας π.Χ.) σαν η πρωταρχική ύλη του Κόσμου που που οδηγείται μέσα από την εξελικτική πορεία μιας αέναης μεταβολής της ύλης και της κίνησης από το ομοιόμορφο στο πολύμορφο:

Το Χάος πρωτογίνηκε κι η Γη μετά η πλατυστήθα ... Κι απ' το Χάος πάλιν γεννήθηκε το Έρεβος και η τρίσμαυρη η Νύχτα...

Και μετά έρχεται η ισορροπία, η αρμονία και η ζωή. Αλλά η ανθρώπινη ζωή βιώνεται μέσα σε ένα χαοτικό κόσμο, την πολυπλοκότητα, τις αντιθέσεις και την αντίφαση που κυριαρχούν σε όλους τους τομείς της σκέψης και της ζωής. Από τις αντιθέσεις δε προκύπτει η τέλεια σύνθεση, όπου τυχαία και συγκεχυμένα στοιχεία της υπάρχουσας άπειρης ύλης, μορφοποιούνται σε συντεταγμένες καταστάσεις".
Φιλιά γλυκούλι!!

faraona είπε...

Πολυ ενδιαφερουσες οι αποψεις του Αντορνο και για την Τεχνη και για την Μουσικη.
Απ αυτα που διαβασα βεβαια δεν μπορω να βγαλω και πολλα συμπερασματα γιατι τα εκθετει η συγκεκριμενη καθηγητρια Πανεμιστημιου που επισης δεν την ξερω.
Δεν ξερω επισης απο ποια σκοπια βλεπει ο Αντορνο αυτο που λεει.Δηλαδη «καθηκον της τεχνης ειναι να φερει το χαος στην ταξη της εποχης».Δεν μπορω να καταλαβω ακριβως τι εννοει.
Να διαλυθει η ταξη της εποχης απο την τεχνη και να ερθει το χαος?
Εχει η Τεχνη καθηκον?
Ειναι η τεχνη καταλληλη να δημιουργει επανασταση?
Ειναι ο καλλιτεχνης ελευθερος η στρατευμενος κατω απο συγκεκριμενους σκοπους?
Θελει πολυ συζητηση το θεμα...
Δημιουργει ομως σιγουρα εναν εντονο προβλιματισμο στον αναγνωστη
και πολλα ερωτιματικα που ειναι ισως κι ενα απο τα ζητουμενα!

Σε φιλω Μαρινεττακι!

Ερατώ είπε...

Mareld!
Υπάρχει μια πρόσκληση για σένα στο τελευταίο μου ποστ!Αν θέλεις, την υλοποιείς!
Πολλά πολλά φιλιά!

Roadartist είπε...

"καθηκον της τεχνης ειναι να φερει το χαος στην ταξη της εποχης"

Ωραιο!!! Να τo φερει. γιατι να μη τo φερει??? Να ταραξει τα νερα.. να κανει τη διαφορά, να αφυπνησει συνειδησεις..

Καλό μήνa mareld!! φιλια~

mareld είπε...

Γραντούκα μου!

Αυτή η περιγραφή μου άρεσε..
Είναι από το βιβλίο του Κώστα Μάρα, "Η κριτική του λόγου και της μεταφυσικής στον Αντόρνο και τον Νίτσε"

"Η κριτική του Λόγου και της μεταφυσικής αποτελεί το κύριο πυλώνα του φιλοσοφικού στοχασμού του Αντόρνο και του Νίτσε. Η ριζοσπαστική κριτική που ασκεί ο Αντόρνο στην "Διαλεκτική του Διαφωτισμού" εδράζεται στην αντιπαράθεση με την κυρίαρχη εργαλειακή ορθολογικότητα, η οποία μετατρέποντας τον Λόγο σε απλό υποχείριο της αυτοσυντήρησης, οδηγεί εαυτόν στην αυτοαναίρεση και τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα. Εξίσου ριζικά επιτίθεται ο Νίτσε στον νεωτερικό Λόγο, ο οποίος φενακίζει τη σύγχρονη συνείδηση προσφέροντας της ακράδαντες "αλήθειες", αδιαφιλονίκητες κανονιστικές αρχές και πλασματικούς βιοκοσμικούς στόχους.

Και στους δυο φιλόσοφους η κριτική διενεργείται ως γενεαλογική μέθοδος, η οποία αποδομεί τις αξιώσεις ισχύος του εργαλειακού Λόγου καταδεικνύοντας τον εξουσιαστικό και αυτοκαταστροφικό του χαρακτήρα. Η κριτική αντιπαράθεση με τη μεταφυσική, από την άλλη μεριά, εκβάλλει σε μοντέλα στοχασμού τα οποία, χωρίς να πισωδρομούν στις δυαλιστικές δομές της μεταφυσικής παράδοσης, διανοίγουν προοπτικές φιλοσοφικής υπέρβασης. Τα μοντέλα κριτικού αναστοχασμού του Λόγου και της μεταφυσικής του Αντόρνο και του Νίτσε συγκλίνουν σε μια αισθητική θεωρία, η οποία ερμηνευόμενη υπό τους όρους παραστασιακών σχέσεων προσφέρει τις βάσεις στοχαστικής ανάπτυξης της υπέρβασης του παραδοσιακού Λόγου.

Η συγκριτική ανάλυση των μοντέλων αυτών συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ο νιτσεϊκός φιλοσοφικός λόγος είναι σε θέση να προσφέρει ένα πιο αποδοτικό εφαλτήριο κριτικού στοχασμού, μια και δεν δεσμεύεται από τον αρνητικό ουτοπισμό, ούτε βαρύνεται από τις απορίες που σφραγίζουν την κριτική θεωρία του Αντόρνο. Το εφαλτήριο αυτό εντοπίζεται στην θεώρηση των σχέσεων παράστασης και ερμηνείας".

Και όπως αναφέρεις ο προβληματισμός είναι το ζητούμενο.
Φιλιά!

mareld είπε...

Ερατώ μου!

Φιλιά και αγκαλίτσες σου στέλνω και πάντα να μου είσαι χαρούμενη.

Σε ευχαριστώ αλλά μου ήταν αδύνατον..

mareld είπε...

Αγαπημένη μου roadartist!

Γράφει η ΕΛΕΝΗ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ και ξέρω ότι θα σου αρέσει..

Περισσότερο και από αυτές τις ιδέες, που έφτασαν σε απόγειο τη δεκαετία του '60 ενισχυμένες με τον «μονοδιάστατο άνθρωπο» της μετα-αστικής κοινωνίας, βρίσκω χρήσιμο για τώρα τον Αντόρνο της παράδοσης ως διαλεκτικής έννοιας. Τον Αντόρνο που με μιαν ανθρωπολογικού τύπου χειρονομία ανιχνεύει το έργο τέχνης ως τόπο μιμητικής συμπεριφοράς επικαλούμενος το αφελές, έκπληκτο βλέμμα και ψάχνοντας στον χώρο της πρωτογενούς έκφρασης για την ουτοπική στιγμή της τέχνης. Ή τον Αντόρνο που παρατηρεί πως τα ξέφτια των τεχνών μπερδεύονται μεταξύ τους με την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στις τέχνες και την απύφανση της τέχνης, πώς η μια τέχνη σφετερίζεται την άλλη και οικειοποιείται το «μη αισθητικό» μέσα σε μιαν αγωνία «αποκαλλιτεχνοποίησης» του έργου τέχνης αλλά και με την ηδονή της αυτοκατάργησης. Ο Αντόρνο παρακολουθώντας τη χειραφέτηση της ζωγραφικής από την παραστατικότητα, της μουσικής από την τονικότητα, της λογοτεχνίας από την αφηγηματικότητα και προτάσσοντας το αισθητικό νόημα, την αισθητική λειτουργία του έργου τέχνης, μίλησε για το πώς η σύγχρονη τέχνη αποποιήθηκε το αισθησιακό για να αποδεχθεί την πλήρη κυριαρχία του κατασκευαστικού. Ιδιαίτερα αγγίζει τους ανθρώπους του θεάτρου η ακόλουθη φράση του που συνδέει την αισθητική συμπεριφορά με τη σωματική αντίδραση. «Τελικά θα μπορούσε η αισθητική συμπεριφορά να ορισθεί ως η ικανότητα, κατά κάποιον τρόπο, να ανατριχιάζουμε, έτσι σαν να ήταν η ανατριχίλα του δέρματος η πρώτη αισθητική εικόνα».

Πολλά φιλιά και καλό Καλοκαίρι!