Animated Graphics, Animated Gif,  Animated Gifs,  Animated Flowers, Color Splash, Flowers, Keefers Pictures, Images and Photos
Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

«Τους εχθρούς μας τους γνωρίζαμε καλά, εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αντίδραση των φίλων μας»Χάνα Αρεντ









Η άμεση δημοκρατία της Χάνα Αρεντ

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι ιδέες της Γερμανοεβραίας
φιλοσόφου συναντούν όλο και ευρύτερη αναγνώριση


Πόλεμος και επανάσταση, τυραννία και δημοκρατία, εξουσία και βία. Ο ολοκληρωτισμός και οι συνθήκες που καθιστούν ανθρώπους του «πολιτισμένου» κόσμου ικανούς για την πιο αποκρουστική βαρβαρότητα. Η κυριαρχική δομή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες. Το όραμα της πολιτικής ελευθερίας.

Λίγοι στοχαστές έχουν αγγίξει με τόση διαύγεια και οξυδέρκεια όσο η Χάνα Αρεντ τα μεγάλα ζητήματα που έθεσε ο 20ός αιώνας.

Γόνος εβραϊκής οικογένειας της Γερμανίας, η Αρεντ ανήκε στην κοινότητα που έγινε στόχος εξόντωσης από το ναζιστικό καθεστώς. Η φιλελεύθερη ανατροφή της, μακριά από θρησκευτικές προκαταλήψεις, την όπλισε με ανεξαρτησία πνεύματος και αυτοπεποίθηση, οχυρώνοντάς την απέναντι στην ηττοπάθεια που γεννούσε σε πολλούς Γερμανοεβραίους η άνοδος του αντισημιτισμού. Οι σπουδές της -φιλοσοφία, θεολογία, αρχαία ελληνικά- την έφεραν σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της Γερμανίας: Τον Καρλ Γιάσπερς (με τον οποίο την ένωσε ισόβια φιλία), τον Εντμουντ Χούρσελ, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Η αμοιβαία έλξη ανάμεσα στην ανήσυχη νεαρή Εβραία και τον «μυστικό μάγο της σκέψης» -όπως χαρακτήρισε η Αρεντ τον Χάιντεγκερ- εξελίχθηκε σε ερωτικό δεσμό, που συνέπεσε με μια από τις πιο παραγωγικές περιόδους του φιλοσόφου, όταν δούλευε το περίφημο βιβλίο του «Το Είναι και ο Χρόνος». Μοιραία όμως η σχέση τους οδηγήθηκε σε αδιέξοδο εξαιτίας της φιλικής στάσης του Χάιντεγκερ προς το ναζιστικό καθεστώς - πίστεψε στη χίμαιρα ότι οι νέοι ηγέτες θα έδιναν και πάλι στον γερμανικό λαό τη χαμένη του υπερηφάνεια.





Στο Παρίσι

Η Αρεντ παρακολούθησε με απορία τη βαθμιαία μόλυνση ολόκληρης της γερμανικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα των πανεπιστημιακών κύκλων, από το μικρόβιο του αντισημιτισμού. «Τους εχθρούς μας τους γνωρίζαμε καλά, εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αντίδραση των φίλων μας», έγραψε αργότερα. Το 1933, σίγουρη πια ότι η ίδια η ζωή της κινδύνευε, έφυγε για το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους εξόριστους, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Χάινριχ Μπλύχερ, τον οποίο παντρεύτηκε το 1940. Τη χρονιά εκείνη, με τη Γαλλία να βρίσκεται πλέον υπό γερμανική κατοχή, ο Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να περάσει τα σύνορα προς την Ισπανία. Προηγουμένως είχε εμπιστευθεί στην Αρεντ το χειρόγραφο του έργου του «Για την έννοια της ιστορίας», το οποίο αργότερα εκείνη φρόντισε να εκδοθεί.

Το 1941 η Χάνα Αρεντ έφυγε για τη Νέα Υόρκη μαζί με τον σύζυγό της. Ο Μπλύχερ, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη στροφή της Αρεντ προς την πολιτική σκέψη, στάθηκε κοντά της για τριάντα χρόνια, ιδεώδης σύντροφος και συμπαραστάτης. Μαζί του συζητούσε τις ιδέες της, σχηματίζοντας μια «μικρή κοινότητα σκέψης» που επεκτάθηκε και σε ευρύτερο κύκλο φίλων, ανάμεσά τους ο Οντεν, ο Χέρμαν Μπροχ και η Μαίρη Μακάρθι.





Η κοινοτοπία του κακού

Τα πολιτικά προβλήματα που έθεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ώθησαν την Αρεντ από την «καθαρή» φιλοσοφία στον πολιτικό στοχασμό, στην κατανόηση της «ζώσας ιστορίας». Και ιδίως του φριχτού γεγονότος που σφράγισε τον 20ο αιώνα, όταν άνθρωποι της πολιτισμένης Ευρώπης έφτασαν να εξοντώνουν, ψυχρά, εκατομμύρια συνανθρώπους τους σαν να ήταν κοπάδια ζώων. Η προσπάθεια να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν τα εγκλήματα του ναζισμού, αλλά και να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα της προσωπικής ηθικής ευθύνης σε καιρούς που η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) και, αργότερα, τα ρεπορτάζ στο περιοδικό The New Yorker για τη δίκη του Αντολφ Αϊχμαν, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ - Η κοινοτοπία του κακού».

Ορισε τον ολοκληρωτισμό ως ριζική καταστολή της πολιτικής (της δυνατότητας, δηλαδή, των πολιτών να παρεμβαίνουν ελεύθερα στις δημόσιες υποθέσεις) και απόλυτη περιφρόνηση από μέρους της κρατικής εξουσίας των ατομικών δικαιωμάτων. Παρατήρησε όμως ότι ο ολοκληρωτικός μηχανισμός, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χρειάζεται «εκτελεστές» σαν τον Αϊχμαν, ανθρώπους όχι αναγκαστικά μοχθηρούς ή σατανικούς, αλλά γκρίζους και μέτριους. Τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού είναι τρομερά αλλά οι εγκληματίες κοινότοποι, ασήμαντα ανθρωπάκια ανίκανα να σκεφτούν, καθώς η σκέψη συνεπάγεται να διαθέτεις φαντασία, να μπορείς να έρχεσαι στη θέση του άλλου. Για την Αρεντ, κριτική σκέψη σημαίνει και ηθική υπευθυνότητα, η οποία οδηγεί σε αντίσταση στη βαρβαρότητα. Αυτή η «αποδαιμονοποίηση» των ναζί εγκληματιών και η έμφαση που έδωσε στο γεγονός ότι οι Εβραίοι ελάχιστα αντιστάθηκαν στη ναζιστική επίθεση, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί η Αρεντ οξείες επικρίσεις, με αποκορύφωμα τον τίτλο σε άρθρο του «Νουβέλ Ομπζερβατέρ»: «Είναι η Αρεντ ναζί;»





«Πόλις» και ελευθερία

«Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής δίχως να συμμετέχει στη δημόσια ευτυχία, κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος δίχως εμπειρία της δημόσιας ελευθερίας, και κανένας, τέλος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ή ελεύθερος δίχως να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία». Για την Αρεντ, η «πόλις» -όπως την αναφέρει στα ελληνικά στα κείμενά της-, η αρχαιοελληνική Δημοκρατία όπου οι πολίτες συμμετείχαν άμεσα και ενεργά στη δημόσια σφαίρα, είναι ένα βιωμένο υπόδειγμα που προβάλλει το εφικτό της πολιτικής ελευθερίας. Το είδε να πραγματώνεται και σε άλλες, πολύ πιο πρόσφατες ιστορικές στιγμές, στα συμβούλια που λειτούργησαν αυθόρμητα στη διάρκεια επαναστάσεων - στην Αμερική και στη Γαλλία, στη Ρωσία, στην Ουγγαρία το 1956. Σπέρματα μιας αμεσοδημοκρατικής, οριζόντιας πολιτικής οργάνωσης που θα μπορούσε να εδραιωθεί σε ομοσπονδιακό σύστημα, όπου η εξουσία να οδεύει από τα κάτω προς τα πάνω. Οπως έγραψε στο δοκίμιό της «Για την επανάσταση», αυτός είναι ο «χαμένος θησαυρός» των επαναστάσεων, που στην εξέλιξή τους, όσες νίκησαν, οδήγησαν σε αυταρχικά καθεστώτα, κομματικές δικτατορίες ή, στην καλύτερη περίπτωση κατά την Αρεντ, σε αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου ο πολίτης «αναθέτει» με την ψήφο του την άσκηση της εξουσίας σε επαγγελματίες της πολιτικής.

Στη διάρκεια της ζωής της, τα κείμενα της Αρεντ και οι προσωπικές παρεμβάσεις της, πάντα κόντρα στα ρεύματα του συρμού, προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον αλλά δέχτηκαν και έντονη πολεμική, από τη Δεξιά όσο και την Αριστερά. Ωστόσο, στα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό της -πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1975, ενώ δακτυλογραφούσε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της «Η ζωή του νου»- η εκτίμηση για το έργο της συνεχώς ανεβαίνει. Οι ιδέες της για τον ρόλο της βίας στην πολιτική ζωή, για την άμεση δημοκρατία και τη σημασία των συνταγματικών θεσμών, για την ανάγκη να συμμετέχουμε μέσα από διαδικασίες διαλόγου στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή μας, αποκτούν κρίσιμο νόημα στον σημερινό «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο, όταν η οικονομία παίρνει τα ηνία από την πολιτική, η ωμή βία διεκδικεί και πάλι ηγεμονικό ρόλο και οι πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα κέντρα εξουσίας.





Εργα της Χάνα Αρεντ στα ελληνικά

Τα πρώτα έργα της Αρεντ, η διδακτορική της διατριβή «Η έννοια της αγάπης στον Αυγουστίνο. Απόπειρα φιλοσοφικής ερμηνείας» (1928) και «Ραχήλ Φαρνχάγκεν, Βιογραφία μιας Γερμανίδας Εβραίας στην εποχή του Ρομαντισμού» (το ολοκλήρωσε το 1940) δεν έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Από το βιβλίο της «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση το τρίτο μέρος: «Το ολοκληρωτικό σύστημα» (εκδ. Ευρύαλος, 1988). Εχουν επίσης κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα έργα της:

- Η ανθρώπινη κατάσταση - Vita activa (εκδ. «Γνώση, 1988).

- Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση. (Συνομιλία της Αρεντ με τον Γερμανό συγγραφέα Αντελερτ Ριφ, εκδ. Ερασμος, 1987.)

- Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτοπία του κακού (εκδ. Θύρσος, 1995).

- Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (εκδ. Λεβιάθαν, 1996).

- Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς (εκδ. Νησίδες, 1998).

- Περί βίας (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000).

Το βιβλίο της «Για την επανάσταση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια». Μεταξύ των έργων της που δεν έχουν εκδοθεί στα ελληνικά είναι και το τελευταίο της, «The Life of the Mind» («H ζωή του νου»), το οποίο εκδόθηκε στις ΗΠΑ μετά το θάνατό της, επιμελημένο από τη Μαίρη Μακάρθι.


Της Αγγελικης Στουπακη

http://news.kathimerini.gr






Χάνα Αρεντ

Φιλόσοφος, συγγραφέας (1906-1975)

Η Γιοχάνα Αρεντ, μοναχοκόρη του Πολ και της Μάρθα Αρεντ, εύπορων Γερμανοεβραίων, γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1906 στο Ανόβερο της Γερμανίας και μεγάλωσε στο Κόνιγκσμπεργκ. Σε ηλικία επτά ετών έχασε τον πατέρα της από πάρεση (επιπλοκή της σύφιλης), ενώ το 1920 η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η 14χρονη Χάνα απέκτησε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Εύα και την Κλάρα, από προηγούμενο γάμο του πατριού της.

Στα 16 της επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του Καντ, του Γκαίτε και του Κίρκενγκαρντ και μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο του Κόνιγκσμπεργκ, η Αρεντ άρχισε σπουδές θεολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Εκεί γνώρισε τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, παντρεμένο, πατέρα δύο παιδιών και κατά 17 έτη μεγαλύτερό της, με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο (αργότερα ο Χάιντεγκερ ασπάστηκε τον ναζισμό και συνεργάστηκε με το φασιστικό καθεστώς). Λίγο αργότερα η Αρεντ μετακόμισε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στο πλάι του ψυχιάτρου και φιλοσόφου Καρλ Γιάσπερς, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς της.


Το 1929 η Αρεντ παντρεύτηκε τον εβραίο φιλόσοφο Γκύντερ Στερν, ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα την ιδέα της αγάπης στη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και μετακόμισε στο Βερολίνο. Η άνοδος των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία και η κορύφωση του αισθήματος του αντισημιτισμού στη Γερμανία την έστρεψαν στον πολιτικό ακτιβισμό και από τότε και στο εξής η σκέψη της επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα (από τον σταλινισμό ως τον ναζισμό) και στον εντοπισμό ομοιοτήτων μεταξύ τους.

Ως μέλος του Γερμανικού Σιωνιστικού Οργανισμού η Αρεντ βοήθησε να αποκαλυφθούν οι δοκιμασίες των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ενώ το 1933 συνελήφθη από την Γκεστάπο στην προσπάθειά της να συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν την αντισημιτική προπαγάνδα του γερμανικού κράτους. Μετά την απελευθέρωσή της απέδρασε και βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τη σωτηρία των εβραιόπουλων από το Γ´ Ράιχ και την ασφαλή μεταφορά τους στην Παλαιστίνη.

Στο Παρίσι η Χάνα Αρεντ, αφού εξασφάλισε διαζύγιο (το 1937) από τον πρώτο της σύζυγο, παντρεύτηκε το 1940 τον επίσης διαζευγμένο, μαρξιστή Χάινριχ Μπλίχερ. Οταν λίγο αργότερα η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία, η Αρεντ βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Γκουρς, από όπου απέδρασε, και το 1941, μαζί με τον σύζυγό της, κατάφεραν να φτάσουν στις ΗΠΑ, για να ακολουθήσει μήνες μετά η μητέρα τής Αρεντ.

Στη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Χάνα Αρεντ εμπνεύστηκε και συνέγραψε το «Ολοκληρωτικό σύστημα», μπεστ σέλερ την εποχή του Μεσοπολέμου, το οποίο εκδόθηκε το 1951, το ίδιο έτος που της δόθηκε η αμερικανική υπηκοότητα. Την ίδια περίοδο έγραφε τακτικά στη γερμανόφωνη εφημερίδα Aufblau, ενώ συντόνιζε και την έρευνα στην Επιτροπή για την Εβραϊκή Πολιτιστική Αποκατάσταση από το 1949 ως το 1952.

Μεσούντος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η Χάνα Αρεντ ανέλαβε δράση σε αρκετούς εβραϊκούς οργανισμούς και παράλληλα αρθρογραφούσε συχνά σε εβραϊκά έντυπα, όπου, μεταξύ άλλων, εκφράστηκε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης Αράβων και Εβραίων σε ένα μεταπολεμικό παλαιστινιακό κράτος, ενώ διετέλεσε και επιμελήτρια έκδοσης στον εκδοτικό οίκο Schoken Books από το 1946 ως το 1948. Ακολούθησαν τα βιβλία «Η ανθρώπινη κατάσταση» (1958), «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» (1961), το «Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς» (1968) και το «Περί βίας» (1970), καθώς και άρθρα στο «New York Review of Books» τις δεκαετίες 1960 και 1970, όπου άσκησε σκληρή κριτική στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» το 1963, με θέμα τη δίκη του λοχαγού των Ες-Ες στο Ισραήλ, την οποία κάλυψε η Αρεντ ως ανταποκρίτρια του περιοδικού «The New Yorker». Στη διάρκεια επίσκεψής της για διαλέξεις στο Αμπερντίν της Σκωτίας το διάστημα 1973-74 υπέστη ανακοπή καρδιάς, από την οποία προσωρινά ανέρρωσε. Η καρδιά της την πρόδωσε τελικά στις 4 Δεκεμβρίου 1975 στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τριλογία της με γενικό τίτλο «The life of the mind» (οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1978). Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1959, ενώ είχε διδάξει και στα πανεπιστήμια του Σικάγου, του Μπέρκλεϊ, της Κολούμπια και στη New School for Social Science της Νέας Υόρκης.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΛΙΟΥ | Κυριακή 9 Ιουνίου 2002

www.tovima.gr





ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ

Η σκέψη ως αντίδοτο στη βία

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας το βιβλίο της Τζούλια Κρίστεβα «Χάνα Αρεντ» (εκδόσεις «Κέδρος»). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε η Κρίστεβα στην εφημερίδα «Liberation».

- Πώς διασταυρωθήκατε με τη Χάνα Αρεντ;

«Εχω την εντύπωση ότι η Χάνα Αρεντ με συνόδευε πάντα. Από τότε που ενδιαφέρθηκα για τη φιλοσοφία, για την πολιτική, για τις γυναίκες. Αλλά την έβλεπα σαν συντρόφισσα του βίου μου, χωρίς να σκεφτώ ότι κάποια στιγμή θα έγραφα γι' αυτήν. Της άρεσε να αναφέρει το ποίημα του Σίλερ "Μια κοπέλα που έρχεται από αλλού", γιατί έλεγε ότι ήταν μια κοπέλα που έρχεται από αλλού, όπως και εγώ με τις βαλκανικές μου ρίζες, αυτό το μείγμα ιουδαϊσμού και χριστιανισμού. Κατανοώ αυτές τις διαβάσεις των συνόρων, των χωρών, των επιστημών, των ταυτοτήτων. Αυτόν τον κοσμοπολιτισμό. Η Χάνα Αρεντ δεν αναγνώριζε ότι ανήκει σε καμιά κοινότητα, αλλά δεν απαρνιόταν καμιά κοινότητα. Χωρίς να αδιαφορεί για τις ρίζες της και για τις πολιτιστικές παραδόσεις αλλά και χωρίς να τις ασπάζεται σαν απόλυτα, τις ερευνούσε χωρίς ποτέ να προσχωρεί σε αυτές. Αυτό μου φαίνεται πολύ επίκαιρο στον κόσμο που ζούμε: δεν υπάρχουν παρά ξένοι και συνεπώς τίποτα δεν μας είναι ξένο».

- Η Χάνα Αρεντ επινόησε την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και περιέγραψε την «κοινοτοπία του κακού». Η σκέψη της είναι ακόμα μια απάντηση στην άνοδο των εξτρεμισμών και του θρησκευτικού φανατισμού;

«Συχνά θεώρησαν ότι το μήνυμα της Χάνα Αρεντ αφορούσε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας της Ευρώπης, κατά την οποία οι δύο ολοκληρωτισμοί -ο ναζισμός και ο σταλινισμός- άρχισαν να καταστρέφουν τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τα άτομα, επιβάλλοντας αντισημιτικές, ολοκληρωτικές, σταλινικές, κομμουνιστικές, ναζιστικές και λαϊκιστικές θεωρίες. Και, στη συνέχεια, αυτή η κατάργηση της σκέψης αποκρυσταλλώθηκε στην εξάλειψη ζωών. Η Χάνα Αρεντ λέει ότι διακήρυξαν "την ελαφρότητα της ανθρώπινης ζωής". Γι' αυτήν, αυτό είναι το ριζικό κακό. Ατομα -ο Χίτλερ, ο Στάλιν και οι ιδεολόγοι τους- αποφάσισαν ότι η ζωή ήταν "περιττή" για ορισμένους, οι οποίοι έπρεπε επομένως να εξοντωθούν. Η Αρεντ τα είπε αυτά σε μια στιγμή που όλος ο κόσμος πίστευε ότι υπήρχε πόλεμος μεταξύ των θεωριών του ναζισμού και του σταλινισμού. Η Χάνα Αρεντ, όμως, κατέδειξε πόσο αυτές οι δύο θεωρίες έμοιαζαν, ιδίως στο επίπεδο της καταστροφής της σκέψης και της ανθρώπινης ζωής. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την ιστορία της κουλτούρας, αλλά και επειδή το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις δεκαετίες 1930 και 1940. Η σκέψη της Χάνα Αρεντ είναι επομένως επίκαιρη. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά υπάρχει μια τάση στις ανθρώπινες κοινωνίες, στο ανθρώπινο ον, προς τη μαζοποίηση και προς το μίσος για τον εαυτό και για τον άλλον. Αυτή η τάση παίρνει νέες μορφές εξόντωσης, και της σκέψης, και της ζωής (...)»

- Θεωρείτε, όπως και η Χάνα Αρεντ, ότι πρέπει να ξαναδώσουμε μια θέση στη «γνώμη»;

«Ναι, αν πρόκειται για μια πολιτική αποκατάστασης του μοναδικού προσώπου μέσα στη γνώμη. Νομίζω ότι σήμερα δαιμονοποιούμε πολύ τη γνώμη -δεν έχουμε πάντα άδικο, όταν αυτή είναι χειραγωγημένη- αλλά ταυτόχρονα η Χάνα Αρεντ λέει ότι η γνώμη είναι η μόνη απάντηση στη βία. Η Αρεντ ήταν πολύ επηρεασμένη από την αρχαιοελληνική δημοκρατία και από την αγορά, τον δημόσιο χώρο όπου οι πολίτες μπορούσαν να «εμφανίζονται» και να αφηγούνται τα κατορθώματά τους. Η "εμφάνιση" αυτή είναι εκείνη που διαμορφώνει ταυτόχρονα τη σκέψη και την κρίση. Η Αρεντ το θεωρούσε αυτό καταπληκτικό, επειδή θεωρούσε ότι το μεγάλο θάρρος έγκειται σε αυτό που ο καθένας αφηγείται για ό,τι εξαιρετικό έχει ζήσει, προκειμένου να παροτρύνει τους άλλους και την πολιτική να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση της υπέρβασης του εαυτού τους. Αυτή η "εμφάνιση" στο πολιτικό πεδίο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη σκέψη της Χάνα Αρεντ. Η Αρεντ έκανε αυτή την ιδέα της εμφάνισης ένα πολιτικό διακύβευμα και όχι ένα θρησκευτικό ή ποιητικό διακύβευμα. Ταυτόχρονα όμως αυτή φροντίζει να λέει ότι το θρησκευτικό και το ποιητικό στοιχείο δεν έχουν πεθάνει και ότι μπορούμε να βρούμε μιαν ύπαρξη γι' αυτά στο πολιτικό πεδίο. Προφανώς είναι ένα όνειρο και την έχουν κατηγορήσει ότι αυτό είναι εντελώς ουτοπικό. Αλλά αυτή λέει, πολύ σωστά, ότι μέσα σε αυτή την έκκληση για τη μοναδικότητα και για την υπέρβαση του εαυτού υπάρχουν στοιχεία για να αντιστεκόμαστε στη σοβαρότητα. Πρώτα απ' όλα επειδή είναι μια έκκληση στο πρόσωπο, στο άτομο, να βγαίνει από τις ομάδες -τις πολιτικές, οικονομικές, εθνικές ή άλλες ομάδες- που συχνά κλείνονται στον εαυτό τους και καταλήγουν να γίνονται δογματικές ομάδες επιρροής και εξουσίας. Και έπειτα, σκεφτόταν η Αρεντ, ζητώντας από αυτό το άτομο να πει αυτό που το υπερβαίνει, μετατρέπουμε τη βία σε δημιουργικότητα. Ο δημόσιος χώρος γίνεται ένα είδος ανάμειξης της πιο μεγάλης μοναδικότητας και του πιο μεγάλου μοιράσματος. Αυτό με σαγηνεύει τόσο πολύ, επειδή στον σύγχρονο κόσμο -που η Αρεντ δεν γνώρισε αληθινά, καθώς πέθανε το 1975- βλέπουμε ότι οι άνθρωποι, αντίθετα με όσα λέγονται, δεν είναι όλοι αποχαυνωμένοι ή περιμένουν την ευκαιρία για να μπορέσουν να βγουν από την αποχαύνωση, για να πουν αυτό που θέλουν και να ζητήσουν να τους πάρουν υπόψη, ακόμη και αν οι απόψεις τους είναι μερικές φορές απλοϊκές (...)»

7 - 08/06/2008
www.enet.gr

















«Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής δίχως να συμμετέχει στη δημόσια ευτυχία, κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος δίχως εμπειρία της δημόσιας ελευθερίας, και κανένας, τέλος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ή ελεύθερος δίχως να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία»



Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Ο άνθρωπος μιλά για πρώτη φορά όταν και μόνον όταν αποκρίνεται στη γλώσσα ακούγοντας το κάλεσμά της Μάρτιν Χάιντεγκερ












Στη Κατρίν μου από το τζιβαέρι


Χάιντεγκερ
Ο μέγιστος των στοχαστών, ο ελάχιστος των ανθρώπων

Ο Τζορτζ Στάινερ αναλύει το έργο του Μάρτιν Χάιντεγκερ και εξηγεί γιατί ο κορυφαίος γερμανός φιλόσοφος υποστήριξε τον εθνικοσοσιαλισμό και έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος

Το δοκίμιο αυτό του Τζορτζ Στάινερ δεν είναι καινούργιο. Εχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε (1978). Αλλά, όπως συμβαίνει με όλα σχεδόν τα κείμενα του κορυφαίου δοκιμιογράφου, παραμένει το ίδιο δραστικό όπως και την εποχή που δημοσιεύθηκε (δύο χρόνια μετά τον θάνατο του γερμανού φιλοσόφου). Ακόμη και σήμερα λοιπόν ισχύει ο παλιός έπαινος: «Είναι η καλύτερη εισαγωγή στο έργο του Χάιντεγκερ». Αρκεί άραγε η οποιαδήποτε εισαγωγή, γραμμένη έστω από τον σημαντικότερο ζώντα δοκιμιογράφο, για να εξοικειωθεί κανείς με το έργο ενός από τους σημαντικότερους, τους δυσκολότερους και τους πλέον αμφιλεγόμενους (ως πρόσωπο) φιλοσόφους όχι μόνο του 20ού αιώνα, αλλά και όλων των εποχών;


Τι ήταν εκείνο που ώθησε τον Στάινερ να γράψει αυτό το εκτενές δοκίμιο; Οι λόγοι είναι πολλοί.

Ας αρχίσουμε όμως με τη βασική απορία: πώς ένας εβραϊκής καταγωγής διανοούμενος γράφει επαινετικά για τον Χάιντεγκερ, ο οποίος υπήρξε από το 1933 ως το 1945 μέλος του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος; Βεβαίως ο Στάινερ δεν είναι ο μόνος εβραίος διανοούμενος που εκτιμά τόσο πολύ τον Χάιντεγκερ. Τον ίδιο ενθουσιασμό είχε επιδείξει και ο Ντεριντά. Η συζήτηση θα ήταν περιττή αν ο Χάιντεγκερ δεν ήταν «ένας συνηθισμένος ναζιστής», όπως τον αποκάλεσε ο αναθεωρητικός ιστορικός Ερνστ Νόλτε.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσον η εξοικείωση με το έργο του Χάιντεγκερ θα βοηθήσει τον μέσο αναγνώστη να απολαύσει το έξοχο δοκίμιο του Στάινερ, αλλά είναι βέβαιο ότι αν διαβάσει τον Στάινερ θα κατανοήσει ευκολότερα και το magnum opus του φιλοσόφου Είναι και χρόνος και τα άλλα του βιβλία. Ο Στάινερ αναλύει τον Χάιντεγκερ υποστηρίζοντας ότι το έργο του φιλοσόφου αγγίζει την υψηλή ποίηση. Επομένως γράφοντας κανείς για αυτό ορίζει ουσιαστικά και την ποιητική του, η οποία καλύπτει τρεις τομείς:

Πρώτον, τη φιλοσοφία της γλώσσας, και άρα το υψηλό επίπεδο ανταπόκρισης του λόγου προς τα πράγματα και τις ιδέες.

Δεύτερον, το πεδίο της μεταφυσικής, δηλαδή την έξοδο από τον εκλογικευμένο Λόγο.

Τρίτον, το πεδίο του στοχασμού, όπου ο στοχαζόμενος προσπαθεί και - αν είναι ικανός- υπερβαίνει τους περιορισμούς της γλώσσας.

Αφού περάσει κανείς- διαδοχικά ή όχι- από τα πεδία αυτά, εισέρχεται στον φωτεινό κόσμο της ύπαρξης, όπως ο περιπατητής βγαίνει από το δάσος στο ξέφωτο, στο άνοιγμα του φωτός. Δεν είναι επομένως τυχαίο που οι εικόνες του δάσους περνούν συχνά μέσα στα κείμενα του Χάιντεγκερ.


Το πλατωνικό δίλημμα

Ο Στάινερ δεν είναι φιλόσοφος. Αλλά στη σύγχρονη εποχή κανένας δεν μπορεί να γράψει δοκίμιο αξιώσεων χωρίς γνώσεις φιλοσοφίας. Εδώ όμως ο συγγραφέας, όπως ομολογεί στο εισαγωγικό κείμενο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του, ενδιαφέρεται πρωτίστως για το πολιτισμικό περιεχόμενο του χαϊντεγκεριανού έργου, για την επίδρασή του στον διάλογο των ιδεών και στην ίδια τη γλώσσα που δεν την αντιμετωπίζει ως πολιτισμικό μόρφωμα, αλλά ως κώδικα αναγνώρισης του πραγματικού- και ο κώδικας αυτός ανοίγει το πεδίο του μέλλοντος. Δηλαδή μέσα από την επεξεργασία των ιδεών προβάλλει μια εικόνα του κόσμου, που για να τη συλλάβει κανείς δεν αρκούν οι αισθήσεις. Είναι επιπλέον εικόνα διπλή. Πρώτα απ΄ όλα εικόνα της πλανητικής κυριαρχίας της τεχνολογίας και έπειτα της εντατικής σκέψης σε μια εποχή ραγδαίου καταμερισμού. Παραπέμπει συν τοις άλλοις σε έναν προβληματισμό με βαθύ ανθρωπολογικό περιεχόμενο, αφού δρα εναντίον της δεσποτικής σκέψης και αναπτύσσεται πάνω στο παλαιό πλατωνικό δίλημμα: φιλοσοφία ή δεσποτισμός. Στον Χάιντεγκερ η λογική και η μεταφυσική συναντώνται και η φύση συνυπάρχει αρμονικά με τον κόσμο των ιδεών.

Αλλά η αρμονία της συνύπαρξης δεν αποκλείει το δράμα, αφού θέτει τον άνθρωπο ενώπιον των ορίων του: ως πού μπορεί να προχωρήσει η σκέψη ώστε να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι; Ποια τα όρια της γλώσσας και πώς η παγκόσμια γλώσσα του πνεύματος παίρνει διαφορετικές μορφές από τη μια στην άλλη εθνική γλώσσα; Αφού υπάρχει ο Χάιντεγκερ, ο Γιάκομπσεν ίσως μοιάζει περιττός. Ο σαρτρικός υπαρξισμός επίσης φαντάζει ως εκτενής υποσημείωση ή ως επιχωμάτωση στο έργο του γερμανού φιλοσόφου. Το Είναι και το μηδέν του Σαρτρ λοιπόν δεν είναι παρά μια ανάγνωση- ή για τους άπιστους Θωμάδες παρανάγνωση- του χαϊντεγκεριανού Είναι και χρόνος. Το ίδιο ισχύει και για τον νομιναλισμό. Αν προχωρήσει κανείς στα νεότερα ρεύματα, τι ήταν ο αποδομισμός αν όχι μια αναγωγή στο ultra non plus των θεωριών του Χάιντεγκερ;


Ενα βήμα προς το φως

Ενδεχομένως τα έργα του Χάιντεγκερ να είναι πιο απροσπέλαστα από τα κείμενα του Ντεριντά. Κανένας άλλος στον 20ό αιώνα, συγγραφέας ή φιλόσοφος, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα μη συγκρίσιμο πεδίο μεταφορών. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί οιαδήποτε σύγκριση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που συγκρίνει με τον Χάιντεγκερ καθίσταται ή παρέκταμα του χαϊντεγκεριανού έργου ή παραλλαγή του. Να τι λέει ο Στάινερ επ΄ αυτού: «Η γαλλική σχολή ψυχανάλυσης, υπό την ηγεσία του Ζακ Λακάν και η γαλλική σχολή σημειωτικής, υπό την ηγεσία του Ζακ Ντεριντά, προσπαθούν να πραγματώσουν την ετυμολογική κατάδυση του Χάιντεγκερ στη δική τους γλώσσα.Η ποίηση του Τσέλαν γίνεται δυνατή με τη βοήθεια των χαϊντεγκεριανών νεολογισμών και της χαϊντεγκεριανής συμπλοκής λέξεων». Η συμπλοκή αυτή έχει στόχο ωστόσο το να φανερωθεί «ένα δεύτερο γλωσσικό σημάδι», μια απόσπαση του νοήματος από τις γλωσσικές του ρίζες, ένα «βήμα προς το φως». Ετσι, ο Στάινερ έχει σοβαρό λόγο να αναρωτιέται αν η θεωρία του Χάιντεγκερ για την ουσία και την ύπαρξη δεν είναι παρά μια ευφυής παραλλαγή του λεξιλογίου της συνολικής δυτικής μεταφυσικής και εμείς με τη σειρά μας για το κατά πόσον ισχύει ο διάσημος αφορισμός του Σαρτρ «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας».

Γιατί όμως όλα αυτά να μην είναι «παλιές εικασίες», όπως αφήνει να εννοήσουμε ο Χάιντεγκερ; Ο Στάινερ καταλήγει στη φαρμακερή διατύπωση ότι «ο Χάιντεγκερ εκπαιδεύτηκε ως θεολόγος και παρέμεινε θεολόγος». Μπορεί δηλαδή να μην είναι καν φιλόσοφος. Ισως γι΄ αυτό και η θεώρησή του τού θανάτου είναι απελευθερωτική. Χωρίς την αίσθηση του φθαρτού και της περατότητας δεν υπάρχει αλήθεια. Επομένως και η στράτευση του Σαρτρ, για την οποία τόση μελάνη ξοδεύτηκε επί δεκαετίες, είναι κατ΄ ουσίαν μια μετάφραση αυτού που ο Χάιντεγκερ αποκαλεί αποφασιστικότητα, που μας οδηγεί στην έννοια του περιορισμού, έννοια απελευθερωτική επίσης. Το ίδιο, λέει ο Στάινερ, ισχύει και για τον αγγλικό όρο commitment (δέσμευση) - τον οποίο, ας θυμίσουμε, εισήγαγε στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο ο Ανδρέας Παπανδρέου.


Ενοχη σιωπή

Αναρωτιέται κάποιος: Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με τόσο προωθημένη σκέψη να εξαπατηθεί από τη λεγόμενη εθνικοσοσιαλιστική υπόθεση; Δεν είδε, έκανε λάθος, ήταν ματαιόδοξος, είχε δηλαδή τα βασικά ελαττώματα του ακαδημαϊκού, υποστηρίζει ο Στάινερ. Υπάρχουν και βαθύτερες συγγένειες ωστόσο που τις παραθέτει ο συγγραφέας σε δύο απαράμιλλης λαμπρότητας σελίδες, συμπεραίνοντας ότι ο Χάιντεγκερ δεν έγινε ναζιστής από αντισημιτισμό, δεν ήταν αντισημίτης, αλλά γιατί πριν από τα εγκλήματα του ναζισμού ήταν εύκολο στην Ευρώπη των δικτατόρων να ανακαλύψει κανείς μυστικιστικές συγγένειες ή ακόμη και συνδηλώσεις σχετικά με την ιερότητα του προσώπου και την απελευθέρωση, μέσω της αρχέγονης επιστροφής στον κόσμο της ψυχής και των φυσικών πραγμάτων, από τα δεσμά της αφηρημένης διάνοιας. Επρόκειτο για την πιο ελκυστική από τις εθνικοσοσιαλιστικές «υποσχέσεις». Ετσι εξαπατήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι όχι μόνον εντός αλλά και εκτός Γερμανίας. Το γεγονός όμως ότι ουδέποτε μεταπολεμικά ο Χάιντεγκερ μίλησε για όλα αυτά τον καθιστά διπλά ένοχο και δικαιώνει έναν άλλον φιλόσοφο, τον Γκάνταμερ, που είπε ότι ο Χάιντεγκερ υπήρξε «ο μέγιστος των στοχαστών και ο ελάχιστος των ανθρώπων».

του ανασταση βιστωνιτη | Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

«το θέμα είναι να παραγάγουμε μια πρωταρχικότερη ερμηνεία του είναι του ανθρώπου, που τον νοεί ως αδιαίρετο είναι και όχι ως συντιθέμενο από σωματική ύλη και πνευματική μορφή»
















«με την αυστηρή έννοια, η γλώσσα είναι εκείνη που μιλά.
Ο άνθρωπος μιλά για πρώτη φορά όταν και μόνον όταν αποκρίνεται στη γλώσσα ακούγοντας το κάλεσμά της»



Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Ο Μαλρό βάσισε τη φιλοσοφία του για την Τέχνη σε ένα δυναμικό όραμα της υπερβατικότητας του ανθρώπου

















Στην Αθηνά από το τζιβαέρι με αγάπη


Η Τέχνη ως απόλυτο

ΑΝΤΡΕ ΜΑΛΡΟ


Ο Αντρέ Μαλρό είναι ο στοχαστής που θα περιπλανηθεί ελεύθερα ανάμεσα στις κουλτούρες και τους πολιτισμούς. Αυτός που θα μεταφράσει πίνακες και γλυπτά με τα λόγια του ποιητή και του μουσικού, για να υπερπηδήσει το εμπόδιο της γλώσσας και να αποδώσει την αμεσότητα των αισθήσεων. Αυτός που θα καταδυθεί στα στιλ και τα είδη, για να ορίσει τις τομές και θα ιεροποιήσει τις μεταλλάξεις. Αυτός που θα επιμείνει στο ανέκφραστο, στο ανεξιχνίαστο του μυστηρίου της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτός, τέλος, που ο στοχασμός του πάνω στην τέχνη, όπως αποτυπώθηκε στα βιβλία του «Οι φωνές της σιωπής» και «Η μεταμόρφωση των θεών», δεν θα διαβαστεί ούτε θα αποτιμηθεί όσο του άξιζε.

Ο Μαλρό είναι ένας μοναχικός της Ιστορίας της Τέχνης. Πρώτα απ' όλα, γιατί δεν εντάχθηκε στο ρεύμα της σκέψης το οποίο, ανάμεσα στα 1950 και τα 1970, συνιστούσε το υποχρεωτικό πλαίσιο στοχασμού πάνω στην τέχνη. Δεν τον ενδιέφερε η συστηματοποίηση. Δεν τον απασχολούσαν οι νοητικές κατασκευές που επιδίωκαν να συνενώσουν σε ένα ομοιογενές σύνολο την Τέχνη και το περιβάλλον της. Ο Ελί Φορ, π.χ., θα επιζητούσε να ορίσει τους ρυθμούς της δημιουργίας, να συνδέσει γραμμές και σχήματα με την ιδιαιτερότητα μιας γεωγραφίας, ενός κλίματος, μιας οικονομίας ή των δομών μιας κοινωνίας. Ο Μαλρό θα παρέβλεπε αυτές τις διαστάσεις και θα ευνοούσε ό,τι ονόμαζε «αυτονομία» της Τέχνης. Είναι φανερό ότι η επιστημονική ερμηνεία δεν ήταν η κυρίαρχη μέριμνά του -άρα ήταν απολύτως φυσικό να εξοργίζει τον μεγάλο Ε. Γκόμπριχ, ο οποίος θεωρούσε ότι τα κείμενά του ήταν μια σειρά «πρόχειρων εκτιμήσεων, άλλοτε λαμπρών, άλλοτε κενών, αλλά σε καμία περίπτωση εμποτισμένων με την αίσθηση ευθύνης που χαρακτηρίζει έναν ερευνητή ή έναν καλλιτέχνη». Από τη μεθοδολογική αυστηρότητα, εκείνος προτιμούσε την ενορατική προσέγγιση που λησμονεί πολιτισμικό περιβάλλον και ιστορία. «Η ελληνική ιδιοφυΐα γίνεται κατανοητή», έγραφε το 1922, με αφορμή την έκθεση του φίλου του χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη, «αν συγκρίνουμε ένα ελληνικό με ένα αιγυπτιακό ή ένα ασιατικό άγαλμα και όχι αν μελετήσουμε εκατό ελληνικά αγάλματα». Και, ασφαλώς, ο Μαλρό δεν θα μπορούσε ποτέ να περιοριστεί στα σχήματα της μαρξιστικής αισθητικής, παρά τη συμπόρευσή του με τον κομμουνισμό στα χρόνια πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μαλρό αμφισβήτησε τα κυρίαρχα πρότυπα της εποχής του. Θέλησε να σφυρηλατήσει τους δικούς του κανόνες και να διατυπώσει τα δικά του ερωτήματα, πάντοτε πιστός στις έμμονες ιδέες του. Η μοναχικότητά του, η ιδιοσυγκρασιακή του στάση απέναντι στα πράγματα ίσως και να εξηγούν τη λήθη που περιέβαλε τα τελευταία χρόνια το έργο και τις απόψεις του.

Κι όμως, αυτή η εξήγηση δεν είναι αρκετή. Ο Μαλρό λησμονήθηκε γιατί αποτόλμησε μια ουσιώδη διάρρηξη, σχεδόν μια ιεροσυλία. Ενώ οι σύγχρονες θεωρίες της Τέχνης συνέχισαν να ριζώνουν στη μεταφυσική της υποκειμενικότητας και ταυτόχρονα συνέχιζαν να θέτουν εγγενή οντολογικά κριτήρια (την αιώνια αναζήτηση των αξιών και της αλήθειας), ο Μαλρό βάσισε τη φιλοσοφία του για την Τέχνη σε ένα δυναμικό όραμα της υπερβατικότητας του ανθρώπου. Πρότεινε μια ουσιαστική μετατόπιση, που θα οδηγούσε σε μια νέα κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ολα άρχισαν από ένα άρθρο, ένα σύντομο κείμενο πάνω στις «Ρίζες της κυβιστικής ποίησης». Ο Μαλρό ήταν μόλις 19 ετών όταν το δημοσίευσε, όμως όλα τα χαρακτηριστικά της σκέψης και του προσανατολισμού του είναι εδώ παρόντα. Κεντρική ιδέα του κειμένου, η εξής: Ενα έργο Τέχνης, όσο νεωτερικό, όσο επαναστατικό, όσο καινοτόμο και αν είναι, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό παρά μονάχα σε αναφορά με το καλλιτεχνικό παρελθόν που το υποστηρίζει. Ταυτόχρονα, όμως, η πρωτοτυπία μιας δημιουργίας δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με την άρνηση όλων των παρελθόντων καλλιτεχνικών δεδομένων. Η διπλή διαλεκτική του Μαλρό θέλει την Τέχνη και τον δημιουργό αέναα να επαναστατούν, αέναα να ξεπερνούν τα όριά τους, συντηρώντας όμως ταυτόχρονα τα λεπτότερα θραύσματα του παρελθόντος. Δεν υπάρχει δημιουργία που δεν είναι συνέχιση, αναγέννηση, μέσα από τις στάχτες όσων προηγήθηκαν.

Οι «Ρίζες της κυβιστικής ποίησης» είδαν το φως το 1920, «Οι φωνές της σιωπής», στις αρχές της δεκαετίας του '50. Σ' αυτά τα τριάντα χρόνια ο Μαλρό θα εξελίσσει το βλέμμα του, θα ξεκαθαρίζει τα θέματα που τον απασχολούν, θα διευρύνει τη σύλληψή του για την Τέχνη. Τα τελευταία έργα του, «Η μεταμόρφωση των Θεών» ή το «Κεφάλι από οψιδιανό», απλώς επανέρχονται στην τυπολογία των προηγουμένων.

Στα θεμέλια του «Φανταστικού Μουσείου» του Μαλρό, του πιο γνωστού, ίσως, «αισθητικού» έργου του, υπάρχει μια μεγαλειώδης σύλληψη. Στοιχισμένες σε παραλληλία, όλες οι περίοδοι της Ιστορίας μας συνομιλούν μεταξύ τους: η προϊστορία, η κλασική αρχαιότητα, η σύγχρονη εποχή. Οπως, επίσης, συνομιλούν και ταυτόχρονα απευθύνονται και σε μας τα έργα όλων των ηπείρων, τα έργα Ανατολής και Δύσης. Αυτό που μας λένε, δεν είναι παρά το πρωταρχικό μάθημα της Τέχνης: το αδιαμφισβήτητο γεγονός της αυτονομίας και της οικουμενικότητας της δημιουργίας. Η ιδέα που κυριαρχεί εδώ είναι ότι η δημιουργική ιδιοφυΐα δεν καθορίζεται από τη συλλογική πραγματικότητα, ούτε είναι έκφραση της κοινωνίας μέσα από την οποία αναδύθηκε. Με άλλα λόγια: η Τέχνη αποκαλύπτει. Οχι όμως έναν κόσμο, έναν χρόνο, έναν πολιτισμό, μια ιδεολογία. Αποκαλύπτει τον άνθρωπο και τη θέλησή του να υπερβεί τη θνητότητά του.

«Η Τέχνη είναι ένα αντι-πεπρωμένο», γράφει στις «Φωνές της σιωπής» ο Μαλρό. Πριν φτάσει να γίνει το συμπέρασμα του βιβλίου, η σκέψη αυτή στοιχειώνει κάθε σελίδα του έργου του. Ηδη από το 1936, σε έναν λόγο που εκφώνησε στη Διεθνή Εταιρεία Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας στο Λονδίνο, είχε δηλώσει: «Η Τέχνη τρέφεται από τη λειτουργία της, που δεν είναι παρά να επιτρέπει στον άνθρωπο να δραπετεύει από την ανθρώπινη κατάσταση, όχι μέσω της φυγής, αλλά μέσω της νομής. Κάθε τέχνη είναι ένα μέσο νομής της μοίρας». Ομως, τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο τέχνης να υπερβαίνει τις υλικές συνθήκες, τις αξίες, την ιδεολογία της εποχής μέσα στην οποία συνελήφθη, τον πολιτισμό και το χρόνο; Ποια ξεχωριστή ιδιότητα κατέχει που το καθιστά ξένο και ταυτόχρονα όμοιο με τα υπόλοιπα έργα τέχνης;

Για τον Μαλρό μία είναι η απάντηση: η Τέχνη εμπεριέχει αφ' εαυτής την αρχή της σωτηρίας της, δηλαδή την ικανότητα να μεταμορφώνεται. Το αιγυπτιακό άγαλμα δεν μας αφηγείται πια τις επιθυμίες, τα όνειρα, τα σχέδια εκείνου που το κατασκεύασε· έχει απομακρυνθεί από αυτά, για να μας αποκαλύψει την άρρητη προσπάθεια του ανθρώπου να επιβιώσει της Ιστορίας. Εκεί βρίσκεται και η δύναμή του. Με τη δημιουργική του χειρονομία ο καλλιτέχνης κατακτά την ελευθερία του ενώπιον του κόσμου και της εξουσίας. Και μεις μπροστά στο έργο του ξαναβρίσκουμε τη συνείδηση του εαυτού μας, μια κοινωνία με το εγώ μας, τη θερμή οικειότητα της βεβαιότητας ότι μπορούμε να υπάρξουμε και πέραν των στενών ορίων της θνητότητάς μας.

Είναι φανερό, ο Μαλρό δεν έγραψε μια αισθητική. Δεν αποδύθηκε στην αναζήτηση ενός ορισμού των αξιών που θεμελιώνουν την καλλιτεχνική σύλληψη. Για εκείνον το ερώτημα του ωραίου είναι πλαστό. Δεν θέλησε να γράψει μια ιστορία της Τέχνης, ούτε μια γραμματική των ειδών. Η έρευνά του ήταν πιο φιλόδοξη. Αρνούμενος την περιοδολόγηση του παρελθόντος, επικεντρωμένος αποκλειστικά στην ανίχνευση του δρομολογίου που ακολούθησε η ανθρώπινη θέληση προκειμένου να νικήσει το χρόνο και να πραγματώσει τη δημιουργική δυναμική της συνείδησης, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για την Τέχνη. Η Τέχνη ως απόλυτο. Η δημιουργία ως διαδικασία αυτονομίας και ελευθερίας. Το έργο ως εκδήλωση του «αντι-πεπρωμένου». Ο καλλιτέχνης ως έκφραση της εξέγερσης.

ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 28/04/2006




"Θα είχα παρατήσει το σχολείο ευχαρίστως ένα χρόνο πριν αποφοιτήσω αλλά έμεινα για χάρη των γονιών μου [...] δεν ήθελα να κάνω τίποτε άλλο παρά να ζωγραφίζω και να γράφω, ό,τι δηλαδή μου είχαν απαγορεύσει."
Paul Klee






Ο Πάουλ Κλέε (γερμανικά: Paul Klee) (18 Δεκεμβρίου 1879 - 29 Ιουνίου 1940)
"Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα, ανήκω τόσο στους νεκρούς όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη."






"Το χρώμα και εγώ είμαστε ένα. Είμαι ζωγράφος"
Paul Klee


Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Να δέχεσαι να υφίστασαι την ύβριν όταν υπερασπίζεσαι τους αποκλεισμένους και ταπεινωμένους Εντγκάρ Μορέν







ΕΝΤΓΚΑΡ ΜΟΡΕΝ: Σήμερα οφείλουμε να συνδέσουμε συντήρηση και επανάσταση

Το διαστημόπλοιο «Γη» οδηγείται στην καταστροφή

Πρέπει να αναγνωρίσουμε σήμερα πως ο βιομηχανικός, τεχνολογικός και επιστημονικός πολιτισμός δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει

Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ

«Να αντισέκεσαι σε κάθε είδους βαρβαρότητα, συμπεριλαμβανομένης και της ψυχρής βαρβαρότητας, της ανώνυμης. Να δέχεσαι να υφίστασαι την ύβριν όταν υπερασπίζεσαι τους αποκλεισμένους και ταπεινωμένους. Να αγωνίζεσαι εναντίον του μανιχαϊσμού, εναντίον της μείωσης του άλλου. Να αντιστέκεσαι σε πολλά μέτωπα συγχρόνως», είναι η απάντηση που δίνει σήμερα ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν στο ερώτημα τι σημαίνει σήμερα να αντιστέκεσαι.

Ο Γάλλος στοχαστής, εβραϊκής καταγωγής, με ρίζες στην εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης -αντιστάθηκε στη γερμανική κατοχή, τότε άλλαξε και το όνομά του από Ναούμ σε Μορέν-, παρουσιάζει ένα διπλό πρόσωπο: το πρώτο, αυτό του παθιασμένου παρατηρητή της εποχής του της οποίας αναλύει άλλοτε κάποια χαρακτηριστικά φαινόμενα, άλλοτε κάποια γεγονότα, κάποιες κρίσεις. Το δεύτερο, αυτό του διανοητή που αναστοχάζεται πάνω στις δικές του μεθόδους και στις ανθρώπινες κοινωνίες γενικώς. Από το 1977, έχει ξεκινήσει να γράφει το μεγαλύτερο έργο του, τη «Μέθοδο», το οποίο παραδίδει σε τόμους κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, αφιερωμένο στην αναζήτηση μιας μεθόδου ικανής να ανταποκριθεί στην πολυπλοκότητα που επιβάλλεται στο εξής, τόσο στην επιστημονική γνώση όσο και στη μελέτη των ανθρώπων, των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και ο πέμπτος τόμος από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου»

Σε συνέντευξή του που παραχώρησε στο περιοδικό «Λε Πουάν», μεταξύ άλλων, απαντά και στην ερώτηση «αν θεωρεί τον εαυτό του περισσότερο αντιστασιακό, στρατευμένο στην Αριστερά, στοχαστή ή Εβραίο».

«Είμαι σίγουρα όλα αυτά συγχρόνως», απαντά ο ομότιμος διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας: «Είμαι σαν κάποιο πρόσωπο από τον κόσμο του Cyrulnik: θα έπρεπε να είχα πεθάνει σε ηλικία 10 ετών, ένα χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, μετά από μια μυστηριώδη ασθένεια. Οι γιατροί με υποχρέωσαν να ζήσω. Εχτισα την κουλτούρα μου στη διάρκεια μιας αναζήτησης μέσα από συγγραφείς που με γοήτευσαν: από τον Ανατόλ Φρανς στον Μοντένιο αφενός και από τον Τολστόι στον Ντοστογιέβσκι από την άλλη. Η ετικέτα του κοινωνιολόγου αντιστοιχεί σε ένα μόνο μέρος της εργασίας μου. Αυτό περιλαμβάνει μια ιστορική, ψυχολογική διάσταση, εμπεριέχει επίσης ένα μέρος φιλοσοφικής σκέψης και μια λογοτεχνική πλευρά, αν και δεν έχω αναγνωριστεί ως συγγραφέας. Είμαι στοχαστής; Δεν μπορώ να το πω εγώ. Είμαι επομένως αταξινόμητος και στο κάτω κάτω δεν με ενδιαφέρει. Είμαι γιος μετανάστη, αλλά Γάλλος, γιατί ενσωμάτωσα την ιστορία και τον πολιτισμό της Γαλλίας μέχρι το κέντρο της ταυτότητάς μου. Είμαι βαθιά μεσογειακός, όλοι οι πρόγονοί μου κατάγονταν από την Τοσκάνη τον 18ο αιώνα, ένα μέρος προερχόταν από την Ισπανία και όλοι πήγαν στη Θεσσαλονίκη. Είμαι Εβραίος, κάτι που για εμένα είναι επίθετο και όχι ουσιαστικό. Αισθάνομαι Ευρωπαίος και πολίτης του κόσμου. Ολες αυτές οι ταυτότητες ενώνονται μέσα μου».

Θόρυβος είχε δημιουργηθεί, στις αρχές του χρόνου, όταν ο Νικολά Σαρκοζί στο διάγγελμά του για τον καινούργιο χρόνο, είχε χρησιμοποιήσει το θέμα της «πολιτικής του πολιτισμού» που ο Μορέν είχε αναπτύξει σε βιβλίο με τον ίδιο τίτλο («Μια Πολιτική Πολιτισμού», εκδόσεις Λιβάνης) και πολλοί έσπευσαν να τον κατηγορήσουν πως συνεργάστηκε κατά κάποιον τρόπο με τον Γάλλο πρόεδρο...

«Ο Σαρκοζί χρησιμοποίησε τον όρο, αλλά όχι την έννοια που του είχα δώσει. Ο επικοινωνιακός θόρυβος που έγινε γύρω από αυτή την υπόθεση ήταν θετικός για μένα με την έννοια ότι το βιβλίο μου, που κανείς δεν γνώριζε έως τότε, επανεκδόθηκε σε 10.000 αντίτυπα. Δυστυχώς, στο εξωτερικό, ορισμένοι πίστεψαν πως είχα συμμαχήσει με τον Σαρκοζί, και έτσι δημιουργήθηκε ακόμη μία παρεξήγηση».

Ο Μορέν, μέλος του ΚΚΓ έως το 1949, απομακρύνεται ως αντισταλινικός, αλλά συνεχίζει να αγωνίζεται για τις ιδέες της Αριστεράς. Θεωρεί τα κόμματα της αριστεράς «αρτηριοσκληρωμένα», «ανίκανα να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του αιώνα». Τι σημαίνει όμως να είσαι αριστερός σήμερα;

«Να είσαι πιστός σε τρεις πηγές: την ελευθεριακή πηγή που θέτει τον τόνο στα άτομα, στα δικαιώματά τους και στην ελευθερία τους, τη σοσιαλιστική πηγή που προσβλέπει σε μια σωστή κοινωνία και στην κομμουνιστική πηγή που επιμένει στην ιδέα της κοινότητας και της αδελφότητας. Κατά την άποψή μου, αριστερός σημαίνει να θέλεις να συνδυάσεις και τις τρεις. Δεν συμφωνώ με την ίδρυση ενός αντικαπιταλιστικού κόμματος, όπως πρεσβεύει ο Μπεζανσενό (ηγέτης του ακροαριστερού κόμματος Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα). Κατ' αρχάς ο καπιταλισμός δεν είναι ούτε ο μόνος ούτε ο χειρότερος εχθρός της ανθρωπότητας. Επειτα, δεν δημιουργούμε ένα κόμμα βασισμένο μόνο στην καταγγελία. Χρειάζεται επίσης και η εξαγγελία μιας εναλλακτικής πρότασης. Τι να προτείνει όμως; Οσο τα διάφορα κόμματα της Αριστεράς δεν είναι ικανά να εκφράσουν μια προοπτική, δεν μπορώ να συμμετάσχω σε αυτά. Εγώ, έκανα τη δουλειά μου και ανήγγειλα μια προοπτική μέσα από τα έργα μου: "Εισαγωγή σε μια πολιτική του ανθρώπου", "Για μια πολιτική του πολιτισμού", "Γη-Πατρίδα", και "Προς την άβυσσο;"».

Υπάρχει μέλλον για τον πολιτισμό μας;

«Το πιθανό είναι πως το διαστημόπλοιο "Γη" οδηγείται στην καταστροφή. Ομως το απίθανό μπορεί να συμβεί. Οσο μια κρίση βαθαίνει τόσο, παραδόξως, δυναμώνει τη συνείδηση της σοβαρότητας του προβλήματος. Εξ ου και η ρήση του Χέλντεριν: "Εκεί όπου αυξάνεται ο κίνδυνος, αυξάνεται επίσης αυτό που σώζει". Σήμερα οφείλουμε να συνδέσουμε συντήρηση και επανάσταση. Προτιμώ να μιλώ για μεταμόρφωση. Οι κοινωνίες κρύβουν, όπως και ο ανθρώπινος οργανισμός, αναπαραγόμενα κύτταρα. Οταν μία κάμπια φτιάχνει το κουκούλι της, ακολουθεί μια αυτοκαταστροφική, αλλά και μια "αυτοδημιουργική" διαδικασία. Νομίζω πως έχουμε εισέλθει σε μια διαδικασία ιστορικής μεταμόρφωσης χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε τις μορφές ούτε την ολοκλήρωσή τους. Οι πολλαπλές δυνάμεις που οδηγούνται προς αυτή την κατεύθυνση είναι ακόμη διασκορπισμένες. Ισως κάποια μέρα να ενωθούν. Μια μέρα, αν δεν είναι πολύ αργά, θα παγιωθεί η συνείδηση πως πρέπει να αλλάξουμε τροχιά. Ετσι, υπάρχει μια πιθανότητα ελπίδας που δεν θα είναι ούτε ουτοπική ούτε δόλια».

Πολύ πριν από το ξέσπασμα της σημερινής οικονομικής κρίσης, ο Μορέν μιλούσε ήδη για μια κρίση πολιτική, κοινωνική και οικονομική που μαστίζει τις κοινωνίες μας, κρίση την οποία χαρακτήριζε ουσιαστική. Η σκέψη και η κρίση του πάνω σε αυτό το θέμα ισχύει και σήμερα.

Να τι λέει για την πρόοδο του πολιτισμού μας:

«Ολα όσα αποτελούσαν το λαμπερό πρόσωπο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού παρουσιάζουν σήμερα ακριβώς το αντίθετο: ένα πρόσωπο σκυθρωπό. Ο ατομικισμός, που είναι μια από τις μεγάλες κατακτήσεις του δυτικού πολιτισμού, συνοδεύεται όλο και πιο συχνά από φαινόμενα μοναχικότητας, εγωκεντρισμού και την εξαφάνιση της αλληλεγγύης. Αλλο αμφιλεγόμενο προϊόν του πολιτισμού μας, η τεχνολογία, που απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τεράστιες ενεργειακές σπατάλες για να τις εμπιστευτεί στις μηχανές, υποδουλώνοντας την κοινωνία στην ποσοτική λογική αυτών των μηχανών. Μπορούμε να πούμε πως ο μύθος της προόδου που αποτελεί το θεμέλιο του πολιτισμού μας, που ήθελε το αύριο να είναι καλύτερο από το σήμερα και που ήταν ένας κοινός μύθος στην Ανατολή και τη Δύση, καθώς ο κομμουνισμός υποσχόταν ένα θαυμάσιο μέλλον, κατέρρευσε. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε πρόοδος είναι αδύνατη, αλλά πως δεν μπορεί να συμβεί αυτόματα και πως δεν περικλείει διαστρεβλώσεις κάθε είδους. Πρέπει να αναγνωρίσουμε σήμερα πως ο βιομηχανικός, τεχνολογικός και επιστημονικός πολιτισμός δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.

Αυτού του είδους η ανάπτυξη είναι μοναδικό φαινόμενο στην Ιστορία. Οταν υπάρχει ένας κορεσμός προβλημάτων τα οποία δεν μπορεί να λύσει ένα δεδομένο σύστημα, υπάρχουν δύο πιθανότητες: είτε γενική κατάρρευση είτε μια αλλαγή του συστήματος. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γνώρισε την πρώτη περίπτωση. Οπως γνωρίζουμε σήμερα, η πτώση της δεν προκλήθηκε από τους βαρβάρους, αλλά επειδή ήταν ανίκανη να μετασχηματιστεί και να λύσει τα οικονομικά της προβλήματα. Αντίθετα, η γέννηση των ιστορικών κοινωνιών, εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια, στον Μεσαίωνα, με το πέρασμα μικρών ομάδων νομάδων κυνηγών -συλλεκτών στη γεωργία και τη μόνιμη διαμονή τους σε κάποια χωριά, αποτελεί ένα επιτυχημένο παράδειγμα της μετάβασης ομάδων από ένα σύστημα σε ένα άλλο προκειμένου να λύσουν τα προβλήματά τους».

Για την παγκοσμιοποίηση και την «πλανητική εποχή»:

«Η παγκοσμιοποίηση έχει σαφώς μια καταστροφική πλευρά: ανωνυμία, ξέφτισμα των επί μέρους πολιτισμών, ομοιογένεια ταυτοτήτων... Ωστόσο, προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για επικοινωνία με ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών στον πλανήτη και ευνοεί τη μίξη διαφορετικών ανθρώπων. Δεν μπορούμε να φτάσουμε σε τέτοιο επίπεδο αν δεν κατανοήσουμε βαθιά το γεγονός ότι είμαστε πολίτες της Γης, παραμένοντας Ευρωπαίοι, Αφρικανοί ή Αμερικανοί, κάτι που δεν αναιρεί τις άλλες πατρίδες. Αυτή η συνειδητοποίηση της κοινότητας είναι ο αναγκαίος όρος αυτής της αλλαγής που θα μας επέτρεπε να συνοδηγήσουμε τον πλανήτη, ο οποίος αντιμετωπίζει εξαιρετικά περίπλοκα προβλήματα».

Για την κρίση πολιτισμού:

«Αν υπάρχει κρίση πολιτισμού είναι επειδή βασικά προβλήματα θεωρούνται γενικώς από την πολιτική προσωπικά και ατομικά προβλήματα. Η πολιτική δεν αντιλαμβάνεται την αλληλεξάρτηση αυτών των προβλημάτων με τα συλλογικά και γενικά προβλήματα. Η πολιτική του πολιτισμού έχει στόχο να επανατοποθετήσει τον άνθρωπο στο κέντρο της πολιτικής, ως σκοπό και μέσο, και να προωθήσει το ευ ζην στη θέση της ευμάρειας».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/12/2008







A UN FIORE