Animated Graphics, Animated Gif,  Animated Gifs,  Animated Flowers, Color Splash, Flowers, Keefers Pictures, Images and Photos
Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Κυριακή 9 Μαρτίου 2008

«Ευμενίδες» Τραγωδία του Αισχύλου












William Blake Richmond Electra


















Iphigenie de Anselm Feuerbach


















Iphigenie de Anselm Feuerbach















Minerva among the muses

















Orestes Delphi





















Apollo de Mantoue



















Apollo Musagetes Pio Clementino















Apollo musei Capitolini


























Apollo museo Instabul





















Apollo musei Capitolini




















Athena
















Mattei Athena






















Mattei Athena


















Pallas Giustiniani








Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης στο έργο του Περί Ποιητικής, δίνει τον εξής ορισμό της τραγωδίας:
Ἐστὶν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν

Δηλαδή, "είναι λοιπόν η τραγωδία μίμηση (δηλ. αναπαράσταση επί σκηνής) πράξης σημαντικής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει κάποια διάρκεια, με λόγο ποιητικό ("γλυκό" ή "διανθισμένο", στην κυριολεξία), τα μέρη της οποίας διαφέρουν στη φόρμα τους, που παριστάνεται ενεργά και δεν απαγγέλλεται, η οποία προκαλώντας τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή τον αποκαθάρει (λυτρώνει) από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα".




«
Ευμενίδες»

Τραγωδία του Αισχύλου, η τρίτη από την τριλογία του « Ορέστεια», που σώθηκε ολόκληρη και περιλαμβάνει τον « Αγαμέμνονα» και τις «Χοηφόρους». Το σατυρικό δράμα που συμπλήρωνε την τετραλογία ήταν ο «Πρωτεύς», από τον οποίο όμως μόνο λίγα αποσπάσματα σώθηκαν. Η τετραλογία διδάχτηκε το 458 π.Χ., τη χρονιά που επώνυμος άρχοντας ήταν ο Φιλοκλής. Χορηγός ήταν ο Ξενοκλής ο Αφιδναίος.

1. Υπόθεση.
Οι «Ευμενίδες» αρχίζουν από το σημείο στο οποίο τελειώνουν οι «Χοηφόροι». Ο Ορέστης φτάνει στους Δελφούς κυνηγημένος από τις Ερινύες, τις φοβερές θεές που καταδιώκουν τους
μητροκτόνους και που στην τραγωδία αποτελούν το χορό. Αυτές δε συγχωρούν το έγκλημα του Ορέστη. Ο Απόλλωνας όμως επεμβαίνει και τον προστατεύει από την εκδικητική τους μανία. Τον στέλνει στην Αθήνα για να δικαστεί από τον 'Αρειο Πάγο, δηλ. από το ανώτατο δικαστήριο της πόλεως. Συνήγορος και προστάτης του Ορέστη στη δίκη αυτή είναι η θεά Αθήνα. Το δικαστήριο αμφιταλαντεύεται και διχάζεται. Μπορεί να είχε δίκαιο ο Ορέστης που εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του, συγχρόνως όμως έκανε και ένα έγκλημα αντίθετο προς τη φύση,
σκοτώνοντας την μητέρα του. Η απόφαση βγαίνει με ισοψηφία. Οι μισοί ψήφοι είναι καταδικαστικοί και οι άλλοι μισοί αθωωτικοί.
Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ρίχνει η Αθηνά τη δική της ψήφο στις αθωωτικές και έτσι γλυτώνει ο Ορέστης από την καταδίκη. Η Αθηνά αναλαμβάνει στη συνέχεια να εξευμενίσει και τις οργισμένες θεότητες που καταδιώκουν τον Ορέστη και τις μεταβάλλει από Ερινύες (=τιμωρές θεότητες) σε Ευμενίδες (=ευνοϊκές θεότητες). Από εδώ πήρε και την ονομασία του το δράμα.

2 . Η σκηνή του δράματος.
Το δράμα εκτυλίσσεται σε δύο σκηνές. Η πρώτη στο χώρο του Μαντείου των Δελφών, όπου καταφεύγει κυνηγημένος ο Ορέστης και η δεύτερη στο χώρο του Αρείου Πάγου της Αθήνας, όπου διεξάγεται η κρίσιμη δίκη.

3. Τα πρόσωπα της τραγωδίας.
Πυθία(η
μάντισσα των Δελφών), Ορέστης, Απόλλωνας, το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας, χορός Ευμενίδων, Αθηνά, συνοδοί (βουβά πρόσωπα).

4. Ανάλυση των «Ευμενίδων».
Με την έναρξη του έργου εμφανίζεται η Πυθία, η οποία προλογίζοντας εκφράζει το σεβασμό της προς την
πρωτομάντισσα Γαία, τη θέμιδα, την τιτανίδα Φοίθη και τέλος προς τον Απόλλωνα, το γιο της Φοίβης, που της υπαγορεύει τους χρησμούς, τους οποίους αυτή δίνει στους ανθρώπους (στίχ. 1-33). Τελειώνοντας την προσευχή της η Πυθία ετοιμάζεται να μπει στο ιερό, έξαλλη όμως ξαναβγαίνει και αφηγείται το τρομερό θέαμα που αντίκρυσε: Ένας άνδρας αιματοσταγής (Ο Ορέστης) πεσμένος μπροστά στον «ομφαλό», κρατά κλωνάρι ελιάς στεφανωμένο με ταινίες από άσπρο μαλλί (σύμβολα της ικεσίας), ενώ γύρω του κοιμούνται βδελυρά όντα (οι Ερινύες), που η αναπνοή τους μοιάζει αγκομαχητό και τα μάτια τους στάζουν αίμα (στίχ. 34-63).
Τη στιγμή αυτή εμφανίζεται ο Απόλλωνας και συμβουλεύει τον Ορέστη να επωφεληθεί από τον ύπνο των Ερινυών, να φύγει αμέσως για την Αθήνα, όπου να προσπέσει ικέτης στο αρχαίο άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς. Του υπόσχεται να τον βοηθήσει στη δίκη που θα γίνει εκεί, ώστε να απαλλαγεί από τα δεινό του, γιατί παραδέχεται ότι αυτός ο ίδιος τον έβαλε να σκοτώσει τη μητέρα του. Ύστερα του δίνει για συνοδό τον Ερμή και ο ίδιος μπαίνει στο ναό του (στίχ. 64—93).Παρουσιάζεται τότε το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας και φωνάζει τις Ερινύες να ξυπνήσουν. Εκείνες με ουρλιαχτά τρέχουν στη σκηνή και βρίζουν τον Απόλλωνα, που προστατεύει ένα μιασμένο μητροκτόνο. Ξαναπαρουσιάζεται ο Απόλλωνας και διεξάγει μία έντονη φιλονικία για το κατά πόσο είναι μιαρή η πράξη του Ορέστη. Τελικά ο θεός τις διώχνει από το ιερό του σαν ανεπιθύμητες και εκείνες φεύγουν για την Αθήνα, για να καταδιώξουν εκεί το μητροκτόνο (στίχ. 94-235). Η σκηνή τώρα μεταφέρεται στην Ακρόπολη των Αθηνών. Τρέχοντας ο Ορέστης κατευθύνεται προς το άγαλμα της Αθηνάς, μπροστά στο οποίο πέφτει σαν ικέτης. Τον προφταίνουν όμως και οι Ερινύες, οι οποίες τον περικυκλώνουν και τον απειλούν ότι θα του ρουφήξουν το αίμα και ύστερα θα τον πετάξουν στον Άδη. Την ώρα εκείνη εμφανίζεται η Αθηνά και ρωτά να μάθει ποιοι είναι και τι θέλουν οι συγκεντρωμένοι γύρω από το άγαλμα της. Της παρουσιάζονται οι αντίπαλοι και της εμπιστεύονται την κρίση της υποθέσεως. Με προσταγή της θεάς συγκροτείται το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο οποίο προσέρχεται σαν μάρτυρας υπερασπίσεως ο Απόλλωνας (στίχ. 236-66). Οι δικαστές χωρίζονται στα δύο και ισοψηφούν. Τότε η Αθηνά, που προεδρεύει στη δίκη αυτή και εκπροσωπεί την ηθική κοινωνική συνείδηση, ψηφίζει για την αθώωση του Ορέστη, ο οποίος απαλάσσεται έτσι από την ευθύνη της μητροκτονίας (στίχ. 667-743). Ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του Αργούς με την Αθήνα, της οποίας προστάτιδα είναι η Αθηνά, και φεύγει (στίχ. 744-777). Οι Ερινύες κατηγορούν τους δύο θεούς ότι με την ανάμειξη τους και την έκβαση της δίκης ανέτρεψαν τους ηθικούς νόμους και απειλούν άπειρα κακά για τους Αθηναίους. Η Αθηνά όμως τις καλοπιάνει, τις καταπραΰνει και τις συμφιλιώνει προς τους Αθηναίους (στίχ. 778-995). Έτσι από κόρες της νύχτας μεταβάλλονται σε αναθοποιά πνεύματα, από Ερινύες δηλ. γίνονται θεές Ευμενίδες, δίνουν μύριες ευχές στους κατοίκους της πόλεως και φεύγουν συνοδευόμενες από τις ιέρειες της Αθηνάς και τους πιο ευγενείς Αθηναίους.

5. Ιδέες του δράματος.
Η κεντρική ιδέα παρουσιάζεται με δύο σκέλη:
α) Η εξάγνιση του μητροκτόνου. Κατά τον Τ. Ρούσσο « Ο μιασμένος, έστω και κατά θεϊκή εντολή φονιάς, κινείται ολοένα προς το φως, προς την κάθαρση: Ο Ορέστης πορεύεται από το σκοτεινό Αργός στον λαμπερό Απόλλωνα στους Δελφούς και από εκεί στην πνευματική λάμψη της Αθηνάς, στην Αθήνα», β) Ο σεβασμός στον Άρειο Πάγο.Η Αθηνά στους στιχ.482-4 λέει «Αφού έφθασεν ως εδώ το ζήτημα, θα διαλέξω δικαστές του φόνου ορκωτούς και ένα θεσμό παντοτεινό θα ιδρύσω».Στο χωρίο αυτό διαφαίνεται η επιθυμία του Αισχύλου να προσδώσει θεία προέλευση και καταγωγή στον Αρειο Πάγο και να κατοχυρώσει με τρόπο αιώνιο και αδιάβλητο το θεσμό του, στη μείωση του οποίου απέβλεπε ο Περικλής, όπως υποστηρίζουν μερικοί ερευνητές. Έτσι το χωρίο αυτό παίρνει και πολιτική σημαοία.Επιπ\έον όμως τιμά και τους Αθηναίους και γενικά τους ανθρώπους, βάζοντας την Αθηνά να αναθέτει την επίλυση διαφοράς θεών σε δικαστήριο θνητών, την απόφαση των οποίων είναι έτοιμοι να δεχτούν οι θεοί.Παράλληλα όμως αναπτύσσεται και μία δευτερεύουσα ιδέα. Υπερασπιζόμενος ο Απόλλωνας τον Ορέστη ισχυρίζεται ότι ο φόνος της Κλυταιμνήστρας ήταν δίκαιος, γιατί ήταν θέληση του Δία και ότι ο πατέρας είναι κάτι πολυτιμότερο από τη μητέρα. Και αυτό εξηγείται ως εξής: «Το παιδί δεν το γεννά αυτή πού
λέγεται μητέρα του· αυτή τρέφει μόνο το σπέρμα που κυοφορεί- γεννά ο άντρας, κι αυτή σαν ξένη το φυλάει το φύτρο, αν ο θεός το αφήσει ζωντανό» (στίχ. 658-661). Άρα ο Ορέστης είναι περισσότερο τέκνο του Αγαμέμνονα παρά της Κλυταιμνήστρας. Με την καινούργια αυτή θεωρία ο Αισχύλος κάνει ένα σαφή υπαινιγμό για τη λήξη της μητραρχικής περιόδου. Και στην περίπτωση όμως αυτή δε λείπει ο πολιτικός στόχος. Συνεχίζοντας ο Απόλλωνας δηλώνει στους Αθηναίους, ότι αν αθωώσουν τον Ορέστη, οι Αργείοι θα είναι αιώνίοι σύμμαχοι τους για το καλό που έκαναν στο βασιλόπουλο τους.

6. Η αξία της τραγωδίας.
Η τραγωδία αυτή, μαζί με τις άλλες δύο της τριλογίας « Ορέστεια», αποτελεί το λαμπρότερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτωνν μετά τα ομηρικά έπη.
Τέτοια είναι η ποικιλία στις ιδέες, η μεγαλοπρέπεια του λόγου και η αφθονία των εικόνων, ώστε να θεωρείται ότι συγκεντρώνει όλες τις αρετές που συνθέτουν το υψηλό τραγικό ύφος. Με την παρέμβαση ειδικότερα της Αθηνάς, η οποία αντιτάσσει τη λογική και τη φιλευσπλαχνία στην άγρια μανία των παθών και τις εκδικήσεις, δίνεται το μέτρο μιας ευνομούμενης πολιτείας, δηλ. της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και έτσι η τραγωδία αποκτά και υψηλό πολιτικό περιεχόμενο.


Δίοδος, Η Πύλη της Γνώσης



Mind Body & Soul

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Καλώς μας ήρθες Άνοιξη " Πασπαλισμένα με στάλες από άνοιξη αμόλυντη " Ελύτης















ΆΝΟΙΞΗ παρά τέταρτο!

Δυο νέοι κοιτάζονται στα μάτια και κανείς τους δεν κατεβάζει τα βλέφαρα.
Το αίμα μέσα στις φλέβες παίρνει έναν καινούριο δρόμο, αλλάζουν οι φωνές των αγοριών, τα στήθια των κοριτσιών σκληραίνουν και το μακρινό παθητικό τραγούδι της αγάπης τρέμει παραστρατημένο στις κυανές ανταύγειες ενός μισοξυπνημένου ορίζοντα..Άνοιξη παρά τέταρο!

















Σε λίγο,θα ανατείλει γυμνή στην αιχμή της αχτίδας της
η πρώτη μαργαρίτα της τύχης.

















Λοξά, και στο πείσμα του ανέμου, που για αλλού ταξίδευε το σπόρο της,
θα μπουκάρει μεσ' από δυο σκιστές μαλτεζόπορτες να σαλέψει κάτω απ' τα ρουθούνια της χειμωνιάς το κόκκινο μπαϊράκι της η φανατικιά παπαρούνα.


















Φωτιά, μαύρη φωτιά, χρυσή φωτιά, πόσες φορές δεν είπα να μη ζήσω
παρά με το δεξί μου χέρι παραδομένο στη φλόγα σου!
Πόσες φορές δεν είπα να μην περάσω παρά σα Θεός μέσα σε σας,
κορίτσια, τη μούρλια των αηδονιών που ξημερώνονται σκαρφαλωμένα
στα λοξά κατάρτια των πλωτών τους μπαχτσέδων!




















Κι όταν, μισομαυρισμένη από τις εσπερινές φωτιές,
η καρένα της μέρας ακουμπάει γερτή
από μεγαλείο στους βυθούς των δασών,
είσαστε σεις πάλι που με φραουλιές ουρές
μεταξωτών νυχτικών διαβαίνετε τα μετέωρα
δώματα τραγουδώντας παθητικά,
τόσο που να στάζει μέλι δεντρολιβανιάς
από την αντρική αγαλλίαση των άστρων.

















Κι όσο να ΄ρθει τ' αγιάζι λέω να μη βραχεί μαντίλι,
να μην τρίξει κλαρί κανένα, μήπως και ξεπροβάλει
άξαφνα ο ήλιος και με θαμπώσει κείνη
η πολύ αινιγματική αστραπή που συνοδεύει
τη μεγάλη φύση σε κάθε παίξιμο των βλεφάρων της.

















Όμως τρίζει το κλαρί κι ο ήλιος ξεπροβέλνει
και τα χ΄νω βλέποντας τη διαύγεια της φωνής σας
ολόστρωτη από ροδώνες απέραντους,
γεμάτους σφεντόνες πουλιών και βουές από νύφες μέλισσες.


















Ναι ναι, διψάει ο κόσμος, κι εσείς, που κατά βάθος
ακούτε με την καρδιά κι οσφραίνεστε με τα μάτια,
ξέρετε για τι πράγμα διψάει και ρίχνετε άξαφνα
στον αέρα μια λέξη μόνο, αλλά μια λέξη που σημαίνει
όλα τα πράγματα της γης αυτής που λατρεύουμε και
λέμε να μην την εγκαταλείψουμε ποτέ.


















Η λέξη αυτή _αγάπη! αγάπη! αγάπη!_
φωτοβολώντας με μυριάδες πρίσματα
μια στιγμή ευτυχίας που η τύχη
θα παίρνει κάθε φορά για να τη χαρίζει
σε δυο πάντοτε καινούριους ανθρώπους,
ρίχνεται με ριπές ουράνιας τραμουντάνας
πάνω από στέγες και σύννεφα.



















Και καθώς την παίρνουν τα βουνά,
στέλνοντας ένα σ' άλλο την αστείρευτη γοητεία της,
είναι οι καμπάνες πια που χαι ρετάνε κι οι γερανοί
και τα πελαργόνια που πετάνε συνοδεύοντας
έναν παντοτινά αναγνωρισμένο τους σύμμαχο
κι οι φτέρες που ανατριχάνε στυλωμένες
στις μύτες των ποδιών τους όσο να περάσει
ο σάλος και να καταλαγιάσουν οι καρδιές.

















Σ' όλες τις χώρες, από τα καμπαναριά
και τους εξώστες ως τις πιο ψηλές διχάλες των δέντρων,
ο κόσμος βγαίνει σα σε γιορτή να χαιρετήσει το απίστευτο ταξίδι.
Αγάπη! Αγάπη!

















Παιδιά και γερόντοι όσοι πέρασαν κι όσ' είναι
να περάσουν από τα μεράκια της,
βγαίνουν με το δεξί χέρι πάνω απ' τα μάτια
σα να κυνηγάνε χαρταετούς ή να βλέπουν
την ίδια τη ζωή τους πυκνή από καημούς
και όνειρα να σχίζει αψηλά τους αιθέρες...
Αγάπη! Αγάπη!
















Και τ' ανυπόμονα πλάσματα βροντάνε το πόδι τους,
και το κορμί τους τραντάζει, έλασμα χτυπημένο
πάνω από απέραντες στέρνες κρίνων και δροσιάς.
Μα η΄φωνή _αγάπη! αγάπη πετάει και προχωράει
ολοένα πάνω από τα ριγωτά χωράφια που μικραίνουν,
πάνω από τα κυπαρίσσια που βυθίζονται μέσα στο χώμα

















Πάνω από τις πικροδάφνες που πνίγονται
μες στα ποτάμια, πάνω από τους ανθρώπους
που με μπράτσα τεντωμένα κι ανοιχτή αγκαλιά
περιμένουν την ώρα που εσείς, κορίτσια,
τεντώνεστε από έναν αόρατο μίσχο έτσι που
να λυγίσει η μέση σας και να 'ρθει πιο κοντά
στον ύπερο η χρυσόσκονη του γυμνού σας κορμιού.

















Να επινοήσω ένα φιλί άξιο να μεταμορφώνεται αδιάκοπα,
ικανό να προικίζεται με τόσες αποχρώσεις,
όσο γοργά μεταμορφώνεται κι όσες μυριάδες αποχρώσεις
καταφέρνει να παίρνει στα χείλη..
η γεύση του νεανικού κορμιού της γης_
η αγιοσύνη του κόσμου!

Ανοιχτά Χαρτιά αποσπάσματα

















Γεια σας περβόλια γεια σας ρεματιές
γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί.


















Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!





'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΥΡΙΟ A CAMUS















Enrique Perez

Οι αντιφάσεις του ανθρώπου

" Το ερώτημα των ερωτημάτων είναι το εξής:
- Τι είναι άνθρωπος;
- Ποιά είναι τα όριά του;
- Ποια είναι η αθλιότητά του;
- Ποιο είναι το μεγαλείο του;
Και τελικά:
- Ποιά είναι η μοίρα του;"
Τ.Σ. Ελιοτ


Βλέπω λοιπόν πως η ελπίδα δεν μπορεί για πάντα ν' αποφεύγεται και πως μπορεί να προσβάλλει ακόμα κι ό,τι θα 'θελε να ελευθερωθεί απ' αυτή.Είναι το ενδιαφέρον που βρίσκω στα έργα για τα οποία μιλήσαμε ως εδώ. Θα μπορούσα, στον τομέα της δημιουργίας τουλάχιστον ν' αναφέρω μερικά, πραγματικά παράλογα έργα. [Π.χ. το "Μόμπυ Ντικ" του Μελβίλ.] Μα σ' όλα χρειάζεται μια αρχή. Ατικείμενο αυτής της αναζήτησης είναι μια σίγουρη πίστη. Η εκκλησία υπήρξε τόσο σκληρή για τους αιρετικούς γιατί νόμιζε πως δεν υπάρχει χειρότερος εχθρός από έναν αποπλανημένο. Όμως η ιστορία των τολμηρών γνωστικών και η επιμονή των αναχωρητών οπαδών του Μανιχαίου έχουν προσφέρει στην οικοδόμηση της Ορθοδοξίας περισσότερα απ' όλες τις προσευχές. Διατηρουμένων των αναλογιών συμβαίνει το ίδιο με το παράλογο. Μαθαίνουμε το δρόμο του ανακαλύπτοντας τους δρόμους που ξεφεύγουν απ' αυτό. Στο τέλος αυτού του παράλογου συλλογισμού, σε μια στάση υπαγορευμένη από τη λογική του, δε θα 'ναι ασήμαντο ν' ανακαλύψουμε την ελπίδα με τη μορφή ενός από τα παθητικότερα πρόσωπά της. Αυτό φανερώνει τη δυσκολία του παράλογου ασκητισμού. Φανερώνει προπάντων την ανάγκη μιας αδιάκοπα διατηρημένης συνείδησης και φτιάχνει το γενικό πλαίσιο αυτού του δοκιμίου.

Αλλά, εάν δεν υπάρχει ακόμα λόγος ν' αναφερθούν τα παράλογα έργα, μπορούμε τουλάχιστον να καταλήξουμε σε μια δημιουργική στάση, που μπορεί να συμπληρώσει την παράλογη ύπαρξη. Μια αρνητική σκέψη εξυπηρετεί καλύτερα την τέχνη. Τα αβέβαια και ταπεινά βήματά της είναι τόσο αναγκαία για την κατανόηση ενός μεγάλου έργου όσο αναγκαίο είναι το μαύρο στο άσπρο. Να εργάζεται και να δημιουργεί "για το τίποτα", να σκάβει στον άργιλο, να ξέρει πως η δημιουργία της δεν έχει μέλλον, να βλέπει το έργο της αφανισμένο σε μια μέρα έχοντας συνείδηση πως, κατά βάθος, αυτό δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από το να διατηρηθεί για αιώνες, είναι η δύσκολη σύνεση που η παράλογη σκέψη επιτρέπει. Η διεξαγωγή αυτού του διμέτωπου αγώνα, άρνηση από τη μια ενθουσιασμός από την άλλη, είναι ο δρόμος που ανοίγεται στον παράλογο δημιουργό. Είναι υποχρεωμένος να δώσει στο κενό τα χρώματά του.
Αυτό οδηγεί σε μια ιδιαίτερη αντίληψη για το έργο τέχνης. Πολύ συχνά θεωρούμε το έργο ενός δημιουργού σα μια σειρά μεμονωμένων καταθέσεων. Συγχέουμε τότε τον καλλιτέχνη και τον διανοούμενο. Μια βαθιά σκέψη είν' ένα συνεχές γίγνεσθαι, αφομοιώνει την εμπειρία μιας ζωής και πλάθεται μ' αυτή. Όμοια, η μοναδική δημιουργία ενός ανθρώπου ενισχύεται με τα αλλεπάλληλα και πολλαπλά πρόσωπά του που είναι τα έργα. Τα μεν συμπληρώνουν τα δε, τα διορθώνουν ή τα ξαναβρίσκουν, τα ανατρέπουν ακόμα. Αν κάτι τελειώνει τη δημιουργία, δεν είναι η νικηφόρα και φαντασμένη κραυγή του τυφλωμένου καλλιτέχνη: "Τα είπα όλα", μα ο θάνατος που σφραγίζει την εμπειρία του και το βιβλίο της μοίρας του.

Αυτός ο αγώνας, αυτή η υπεράνθρωπη συνείδηση δε γίνονται αντιληπτά από τον αναγνώστη. Δεν υπάρχει μυστήριο στην ανθρώπινη δημιουργία. Η θέληση δημιουργεί αυτό το θαύμα. Αλλά οπωσδήποτε δεν υπάρχει αληθινή δημιουργία χωρίς μυστικό. Αναμφίβολα, μια σειρά έργων μπορεί να μην είναι παρά μια σειρά υποθέσεων της ίδιας σκέψης. Μπορούμε, όμως, να καταλάβουμε ένα άλλο είδος δημιουργών, προβαίνοντας σ' αντιπαράθεσή τους. Τα έργα τους μπορεί να φαίνεται πως δε μοιάζουν μεταξύ τους. Μέχρις ενός σημείου είναι αντιφατικά. Αλλά, τοποθετημένα συνολικά ξαναβρίσκουν τη σειρά τους. Έτσι, εκείνο που τους δίνει το οριστικό νόημά τους είναι ο θάνατος. Παίρνουν το διαυγέστερο φως απ' τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα. Απ' αυτήν τη στιγμή, η σειρά των έργων του είναι μια συλλογή από ήττες. Μα, αν όλες αυτές οι ήττες κρύβουν τον ίδιο ήχο, ο δημιουργός έχει μάθει να επαναλαμβάνει την εικόνα της ίδιας του της ύπαρξης κάνοντας ν' αντηχήσει το μάταιο μυστικό που κατέχει.

Η προσπάθεια για κυριαρχία είν' εδώ φανερή. Η ανθρώπινη νοημοσύνη, όμως, μπορεί να είναι ικανή για περισσότερα. Θα αποδείξει μονάχα τη θεληματική πλευρά της δημιουργίας. Έδειξα αλλού πως η ανθρώπινη θέληση είχε σα μοναδικό τέλος τη διατήρηση της συνείδησης. Αλλά αυτό δε θα μπορούσε να γίνει χωρίς σύστημα. Απ' όλες τις σχολές της υπομονής και της σαφήνειας, η δημιουργία είναι η πιο αποτελεσματική. Είναι επίσης η συνταρακτική μαρτυρία της μοναδικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας: η διαρκής επανάσταση ενάντια στην ύπαρξή της, η επιμονή σ' ένα συνεχή και μάταιο αγώνα. Απαιτεί μια προσπάθεια καθημερινή, τη γνώση του εαυτού σου, τη σωστή εκτίμηση των συνόρων του αληθινού, μέτρο και δύναμη. Είναι μια ασκητική. Όλα αυτά "για το τίποτα", για την επανάληψη και τον αφανισμό. Ίσως όμως η αξία ενός μεγάλου έργου τέχνης να βρίσκεται λιγότερο σε ότι περιέχει και περισσότερο στην έρευνα που απαιτεί από έναν άνθρωπο και στην ευκαιρία που του προσφέρει, ξεπερνώντας τις φαντασίες του, να φτάσει πιο κοντά στη γυμνή του πραγματικότητα.

Ας μη μας παραπλανά η αισθητική. Δεν επικαλούμαι εδώ την υπομονετική έρευνα, την αδιάκοπη και άκαρπη λαμπρότητα μιας στάσης. Το αντίθετο, αν εκφράζομαι με σαφήνεια. Το μυθιστόρημα με θέση, το έργο που αποδεικνύει, το απεχθέστερο όλων, είναι εκείνο που ως επί το πλείστον εμπνέεται από μια σκέψη ι κ α ν ο π ο ι η μ έ ν η. Η αλήθεια που νομίζει πως κατέχει το αποδεικνύει. Εκεί, όμως, υπάρχουν ιδέες που μας παρουσιάζονται και οι ιδέες είναι το αντίθετο της σκέψης. Αυτοί οι δημιουργοί είναι φοβισμένοι φιλόσοφοι. Αντίθετα, εκείνοι για τους οποίους μιλάω ή που σκέφτομαι είναι δημιουργοί με φωτεινή σκέψη. Στην ορισμένη στιγμή που η σκέψη ξαναγυρίζει στον εαυτό της υψώνουν τις εικόνες των έργων τους σα φανερά σύμβολα μιας σκέψης περιορισμένης, θνητής κι επαναστατημένης.

Αποδεικνύουν ίσως κάτι. Μα αυτές οι αποδείξεις προσφέρονται από τους μυθιστοριογράφους χωρίς να χρησιμεύουν σε τίποτα. Η ουσία είναι πως θριαμβεύουν μέσα στο συγκεκριμένο και αυτό αποτελεί το μεγαλείο τους. Αυτός ο εντελώς σαρκικός θρίαμβος δημιουργήθηκε από μια σκέψη όπου οι αφηρημένες δυνατότητες ταπεινώθηκαν. Αφού εκείνοι κάνουν το παν η σάρκα λαμπρύνει τη δημιουργία με όλη την παράλογη λάμψη της. Εκείνοι που δημιουργούν τα παθητικά έργα είναι ειρωνικοί φιλόσοφοι.
Κάθε σκέψη που παραιτείται από την ενότητα αποθεώνει την πολλαπλότητα. Και η πολλαπλότητα είναι ο χώρος της τέχνης. Η μόνη σκέψη που ελευθερώνει το πνεύμα είναι εκείνη που το αφήνει μόνο, σίγουρο για τα όριά του και το τέλος που έρχεται. Καμιά θεωρία δεν επιδιώκει αυτό. Περιμένει την ωριμότητα του έργου και της ζωής. Μόλις η σκέψη χωριστεί από το πνεύμα θα κάνει ν' ακουστεί μια ακόμα φορά η εκκωφαντική φωνή μιας ψυχής απελευθερωμένης για πάντα από την ελπίδα. Ή δε θα ακουστεί τίποτα αν ο δημιουργός κουρασμένος από το παιχνίδι τους, προτίθεται ν' αποσυρθεί. Είναι το ίδιο.

Αναζητώ, λοιπόν, στην παράλογη δημιουργία ό,τι απαιτούσα από τη σκέψη - την επανάσταση, την ελευθερία και την πολλαπλότητα. Στη συνέχεια, θα φανερώσει πως είναι τελείως περιττή. Σ' αυτό το καθημερινό αγώνα όπου η λογική και το πάθος προχωρούν μαζί, ο παράλογος άνθρωπος ανακαλύπτει τη μέθοδο που θα αποτελέσει την ουσία της δύναμής του. Η ένταση που απαιτείται, η επιμονή και η διορατικότητα συνιστούν την κατακτητική στάση. Το να δημιουργεί, σημαίνει, λοιπόν, πως δίνει μια μορφή στο πεπρωμένο του. Όλα αυτά τα πρόσωπα, το έργο τους τα εξηγεί περισσότερο απ' όσο τα έχει εξηγήσει η παράλογη δημιουργία. Ο ηθοποιός μας το δίδαξε: καμιά διαφορά ανάμεσα στην παρουσία και στην ύπαρξη.

Ας το ξαναπούμε. Απ' όλα αυτά τίποτα δεν έχει πραγματικό νόημα. Πάνω στο δρόμο αυτής της ελευθερίας μένει να γίνει ακόμα ένα βήμα. Η τελευταία προσπάθεια αυτών των συγγενικών πνευμάτων, του δημιουργού και του κατακτητή, είναι να μάθουν ν' απελευθερώνουν κι από τις βλέψεις τους: το να παραδεχτούν πως το ίδιο το έργο είναι κατάκτηση, έρωτας ή δημιουργία μπορούσε και να μη γίνει. Να συνειδητοποιήσουν έτσι την απόλυτη ανωφέλεια κάθε ατομικής ζωής. Αυτό τους κάνει πιο εύκολη την πραγματοποίηση αυτού του έργου, όπως η συνειδητοποίηση του παραλογισμού της ζωής τους επέτρεπε να δοθούν σ' αυτή με όλο τους το είναι.

Εκείνο που μένει είναι ένα πεπρωμένο που η μόνη του έκβαση αποβαίνει μοιραία. Εκτός από αυτήν τη μοναδική μοίρα του θανάτου, όλα, χαρά ή ευτυχία, είναι ελευθερία. Ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός κύριος του κόσμου που κατοικεί. Ό,τι τον κρατούσε δεμένο ήταν το όνειρο ενός άλλου κόσμου. Τύχη της σκέψης του δεν είναι πια η παραίτηση αλλά η έκφρασή της με εικόνες. Αυτή η σκέψη εμπαίζεται - σε μύθους οπωσδήποτε - αλλά σε μύθους που μόνη κατάληξη έχουν τον ανθρώπινο πόνο και που σαν αυτόν είναι ανεξάντλητοι. Δεν ανεχόμαστε άλλο τη θεϊκή μυθολογία που διασκεδάζει και τυφλώνει, ζητάμε το πρόσωπο, το σχήμα και το δράμα της γης όπου συνυπάρχουν μια δύσκολη σύνεση και ένα πάθος χωρίς επαύριο.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

Προς την Πλανητική Σκέψη Κ Αξελός



Παιχνίδι!
Έλαβα πρόσκληση από τη Γητεύτρια μας

Οδηγίες
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.




H σελίδα 123 και τα παθήματά μου..


123! Δεν μου αρέσει..βλέπω μπροστά μου παρέλαση 1 2 3. Δεν έχει ελεύθερη κίνηση, αεράτη και ας έχει αλληλουχία. Μα ένας αριθμός είναι και τίποτε
περισσότερο. Καλύτερα θα μου άρεσε ας πούμε η σελίδα 85..η 110.

Η 123 όμως στου
Χειμωνά..

Συνήθισα να δέχομαι τα πιο ανόμοια πράγματα
Στις αλλαγές τις πιο απότομες ν' αντέχω
Ωραία ακούγεται..
Μα! Δεν είναι μόνο η σελίδα. Ξαφνικά νιώθω ότι κάτι μαγικό
απόκτησε αυτό το νούμερο 123 και θα πρέπει να ψάξω σε όλα μου τα βιβλία μήπως και κάποια έκπληξη κρύβεται ακριβώς στη σελίδα 123.
Mareld! Κάτσε καλά! Πάρε ένα βιβλίο από δω δίπλα σου και άνοιξέ το στη σελίδα 123.
Δεν γίνεται, πάω να ψάξω για την σοκολάτα μου τη
Marabou.
Marabou! Αυτό κάτι μου λέει.
παράγραφος 6
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
Κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού είχε αυτοκτονήσει,
Ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να
τηνε λησμονήσει.

Δεν ήταν στη
σελ 123 αλλά η παράγραφος ταίριαζε τέλος πάντων, Καββαδίας είναι αυτός.

Να μπροστά μου το έχω και δεν το έβλεπα.
Τα μεγάλα ερωτήματα!
Lou Marinoff! Εδώ θα ψάξω.
" Ίσως ποτέ να μην μπορέσετε να κάνετε τον εαυτό σας χαρούμενο ή λυπημένο ή αδιάφορο με τη θέλησή σας, αλλά μπορείτε να επιλέξετε να τοποθετήσετε τα συναισθήματά σας σε ένα μεγαλύτερο χάρτη"..
Τι! Τα συναισθήματά μου σε χάρτη; Μα τι
είναι δρόμοι, δάση, βουνά; Φεύγω γρήγορα.

Κοιτάζω δεξιά.
Joseph Conrad! Προσωπικό ημερολόγιο! Τέλεια!
123, με ολίγον χτυποκάρδι!
.."χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τους εύλογους φόβους των ανά τον κόσμο ιμπεριαλιστών, [μέχρι
εδώ καλά] δεν μπορώ να πιστέψω ότι μια γυναίκα -ουσιαστικά καταδικασμένη από τους γιατρούς-".. Μυρίζει αρρώστια, θάνατος..ΦΕΎΓΩ..

Ρόβερτ Μούζιλ! "Ο Ανθρωπος χωρίς Ιδιότητες".
Ας δούμε τι κρύβει η
σελ 123..
Και όπως ο σκύλος, περιτειχισμένος με συναίσθημα, τον ακολουθεί κατά πόδας, έτσι μπήκε και η Διοτίμα υπό σοβαρή και αντικειμενική καθοδήγηση στο απέ
ραντο τοπίο του έρωτα.

Όλα καλά..το σκύλο τι τον ήθελε; μου τη χάλασε. Φεύγω. Πάω, βόλτα.

Επιστρέφω με λαχτάρα για κάτι εξαίσιο. Φως! Χαρά! Ερωτισμό!

Εδώ ήσουνα και δεν σε έβλεπα..
Μάρκες! Από τις αδυναμίες μου. "Η αφήγηση ενός ναυαγού"
Σίγουρα σε κάποιας Ναυσικάς την αγκαλιά θα έπεσε.

123!!!" Θέλω να Πεθάνω"

Ε! Όχι!
Εδώ σταματάω το ευλογημένο το παιχνίδι που όλα είναι ένα παιχνίδι και το είπαν τόσοι και τόσοι..όπως ο Σίλερ στα Γράμματα για την αισθητική παιδεία του ανθρώπου, γράφει: " Ο άνθρωπος δεν παίζει παρά εκεί όπου είναι άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης, και δεν είναι ολοκληρωτικά άνθρωπος παρά εκεί που παίζει".
Ξαναγύρισα στην αφετηρία μου, στον
Κώστα Αξελό, στο βιβλίο του, Προς την ΠλανητικήΣκέψη. Αυτό διάβαζα αλλά ήθελα να παίξω τίμια και να ψάξω λίγο.

Παρ' όλα αυτά δεν κινείται μέσα στη διάσταση του ερωτήματος: τι είναι τέχνη; Η αλήθεια της τέχνης του διαφεύγει γιατί κινείται πολύ βιαστικά μέσα στον κόσμο του πλανητικού
μουσίου, ρωτώντας για όλα όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του. Εντούτοις και όταν δεν σκέπτεται την τέχνη, αλλά κάνει συγκριτική αισθητική, αφήνεται πολλές φορές ν' αγγιχτεί απ' το ουσιώδες και έτσι φροντίζει να υποδείξει πως "για κάθε ιδιοφυή ζωγράφο υπάρχει, στη ζωγραφική, μια αλήθεια"

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Ο μύθος του Σίσυφου Α Camus


Enrique Perez

Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ' όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.

Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι ο συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σαν ληστή. Δε βλέπω εδώ καμιά διαφορά. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ' αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Αισώπου, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε απ' την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχτεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηλής αυτοκρατορίας του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητού του.

Λένε ακόμα πως όταν ο Σίσυφος ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν' αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε την άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου, γεύτηκε το νερό και τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. Οι προσκλήσεις, οι θυμοί κι οι συμβουλές δεν απέδωσαν τίποτα. Για πολλά χρόνια αφέθηκε στην καμπύλη του κόλπου, στη λάμψη της θάλασσας και στα χαμόγελα της γης. Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής ήρθε να πιάσει τον θρασύ από το σβέρκο και, αποσπώντας τον απ' τις χαρές του, τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.

Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ' το μαρτύριό του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δε μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ' αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν' ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν' αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τον ώμο που δέχεται το λασπωμένο όγκο, το πόδι που τον στηρίζει, τη διαστολή των μυώνων, την ανθρώπινη σιγουριά δυο χεριών γεμάτων γη. Στο έπακρο αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με το χωρίς ουρανό διάστημα και το χωρίς βάθος χρόνο, ο σκοπός εκπληρώνεται. Ο Σίσυφος τότε, κοιτάζει την πέτρα να κατηφορίζει σε μερικές στιγμές προς αυτόν το χαμηλό κόσμο απ' όπου θα πρέπει να την ανεβάσει πάλι στην κορυφή. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.

Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ' ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σα μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ' τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά - σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.

Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής τους: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκή η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση.

Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί να γίνει επίσης μέσα στη χαρά. Αυτή η φράση δεν είναι υπερβολική. Φαντάζομαι ακόμα τον Σίσυφο να ξαναπηγαίνει προς το βράχο του και τον πόνο ν' αρχίζει. Όταν οι εικόνες της γης μένουνε τόσο δυνατά στη μνήμη, όταν η επιθυμία της ευτυχίας γίνεται τόσο έντονη, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται όλη η θλίψη: είναι η νίκη του βράχου, γίνεται βράχος ο ίδιος. Η αμέτρητη λύπη είναι ανυπόφορη. Είναι οι νύχτες μας στη Γεσθημανή. Μα οι αβάσταχτες αλήθειες καταστρέφουν όταν μαθαίνονται. Έτσι, στην αρχή, ο Οιδίπους υπακούει στο πεπρωμένο που αγνοεί. Η τραγωδία του αρχίζει από τη στιγμή που μαθαίνει. Αλλά τότε, τυφλός κι απελπισμένος, γνωρίζει ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο μ' αυτό τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι ενός κοριτσιού και μια μεγαλόστομη φράση αντηχεί: "Παρά τις τόσες δοκιμασίες, τα γερατειά και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά". Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, σαν τον Κιρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει έτσι τον τύπο της παράλογης νίκης. Η αρχαία σύνεση συναντιέται με το σύγχρονο ηρωισμό.

Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο αν δεν επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο ευτυχίας. "Ε, πώς, από τόσο στενούς δρόμους…;" Όμως, ένας κόσμος υπάρχει. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δυο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Θα ήταν σφάλμα να πει κανείς πως η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την ανακάλυψη του παράλογου. Συμβαίνει το ίδιο συχνά, το συναίσθημα του παράλογου να γεννιέται από την ευτυχία. "Κρίνω πως όλα είναι καλά", λέει ο Οιδίπους, κι αυτή η φράση είναι ιερή. Αντηχεί στο βάρβαρο και περιορισμένο από τον ανθρώπινο κόσμο. Δείχνει πως τίποτα δεν είναι, δεν ήταν εξαντλημένο. Διώχνει απ' αυτό τον κόσμο ένα θεό που μπήκε μ' απληστία και με τη γεύση των ανώφελων πόνων. Από το πεπρωμένο δημιουργεί μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστεί ανάμεσα στους ανθρώπους.

Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του του ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Όμοια, ο παράλογος άνθρωπος όταν μελετάει το μαρτύριό του, κάνει όλα τα είδωλα να βουβαθούν. Στο ξαφνικά παραδομένο στη σιωπή του σύμπαν, υψώνονται οι χιλιάδες μικρές έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητες και μυστικές επικλήσεις, προσκλήσεις προς όλα τα πρόσωπα, αποτελούν την αναγκαία επιστροφή και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και ο αγώνας του θα είναι πια αδιάκοπος. Εάν υπάρχει ένα προσωπικό πεπρωμένο, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή εξαιρετικής τύχης ή το πολύ να υπάρχει μια, εκείνη που κρίνεται σα μοιραία κι αξιοκαταφρόνητη. Όσο για τις υπόλοιπες, ο άνθρωπος ξέρει πως είναι κύριος της ζωής του. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στη ζωή του, ο Σίσυφος - πηγαίνοντας πάλι προς το βράχο του - μελετάει αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που γίνεται πεπρωμένο του, φτιαγμένο από τον ίδιο, απλό κάτω απ' το βλέμμα της μνήμης και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του. Έτσι, πεισμένος για την εντελώς ανθρώπινη προέλευση όλων των ανθρώπινων, τυφλός που ποθεί να δει και ξέρει πως η νύχτα είναι ατέλειωτη, βρίσκεται πάντα σε πορεία. Ο βράχος γυρίζει ακόμα.

Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως, συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται στους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008

Η γιγαντομαχία περί της ουσίας Μάρτιν Χαϊντέγκερ


..."Οι Κορυφές των βουνών χαρακτηρίζονται από το ύψος τους και όχι από την ύλη τους. Η ύλη μεταφέρεται στην πεδιάδα, το ύψος όχι. Το ερώτημα "Γιατί να υπάρχει ο κόσμος;" σημαδεύει προς κορυφαίες συνειδητοποιήσεις. Γι' αυτό και η κατάκτησή του ισοδυναμεί με κατάκτηση απρόσυτης κορυφής.
Ο λόγος παρατάσει αναγκαίως τις προτάσεις του, που στην πεδινή συνείδηση φαίνονται δρόμος πεδινός. Και όμως μια εγρήγορη και προβληματισμένη συνείδηση βλέπει μέσα από τον παρατακτικό λόγο τις εξάρσεις και τους γκρεμούς, τα προσιτά και τα απρόσιτα. Οι μεγάλες συνειδήσεις είναι ορεσίβιες. Διότι το αληθές τοπίο της υπάρξεως είναι ορεινό".

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ CAMINO PRIVADO Elytis

Enrique Perez

... « Αυτά που μ’αρέσουν είναι και η μοναξιά μου. Δε σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές αλλά φρέσκιες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάσθηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χειτώνα, που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δε σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα’χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποια απόχρωση του μωβ, ποτέ μου όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί {τα αντίγραφα όχι τα πρωτότυπα}, όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων-αλίμονο.»...

... «Lo que me gustan también es mi soledad. Nadie se acerca. Años hace que paso horas en compañía de algunos grandes frescos medio borrados, imágenes viejas, pero todavía recientes por los labios de aquellas que las veneraron, mujeres taciturnas de túnica corta que guardan la caja con las joyas del océano. Nadie se acerca. Si no tuviera algo muy fuerte e inocente a la vez que me sostiene, como las mentas y las verberas que prosperan en mi balcón, me habría muerto de hambre. Tan lejos me encuentro de las cosas, tan cerca de su pulso secreto. De noche despierto inquieto por algún matiz del violeta, pero nunca por lo que pueda ocurrir en los comercios del Ágora. En verdad no tengo idea. Dicen que las lágrimas y los suspiros (las copias, no los originales) tienen siempre vigencia, como las fluctuaciones del dólar, la inflación, las transacciones de los partidos_faltaba más.»

...Elytis de Camino privado trad. de F T Córdova