Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

"Το Δόγμα του Σοκ" Ναόμι Κλάιν



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα καινούργιο λεξιλόγιο προστέθηκε στον καθημερινό μας λόγο τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια, με κυρίαρχες τις λέξεις «παγκοσμιοποίηση» και «αγορές» ή αλλιώς «ελεύθερες αγορές» ή «παγκόσμιες αγορές» για να δηλωθεί η επικράτηση παγκόσμια του καπιταλιστικού συστήματος, μετά την κατάρρευση του αντίπαλου δέους, του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτή λοιπόν η ενοποίηση του πλανήτη σε οικονομικό επίπεδο, πώς λοιπόν υλοποιείται από τις αγορές; Και ποιο είδος καπιταλισμού προωθείται, αυτό του κεϊνσιανικού μοντέλου με τη μικτή οικονομία, που εισήγαγε ο Κέϊνς μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 κι έκτοτε επικρατούσε σ’ όλον σχεδόν τον ελεύθερον, επονομαζόμενον, κόσμο; ή αυτό του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που εφαρμόστηκε πρώτη φορά στη Χιλή το 1973, και το οποίο εισήγαγε η σχολή του Σικάγου με επικεφαλής τον Μίλτον Φρίντμαν, ο οποίος ήθελε την πλήρη απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό παρεμβατισμό;
Το βιβλίο Το Δόγμα του Σοκ με υπότιτλο «η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής», που έγινε Διεθνές Best Seller, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του, απαντάει ακριβώς στα ερωτήματα αυτά. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό θρίλερ, όπου περιγράφεται το πέρασμα στον καπιταλισμό νεοφιλελεύθερου τύπου ή αλλιώς της ελεύθερης αγοράς πολλών χωρών της γης. Χωρών, πρώην κομμουνιστικών (Πολωνίας, Ρωσίας), ή τυπικά κομμουνιστικών (Κίνας) αλλά και χωρών που ακολουθούσαν τον κεϊνσιακό τύπου καπιταλισμό με κρατικό έλεγχο σε πολλούς τομείς της οικονομίας, χώρες της Ν.Ανατολικής Ασίας (Νότια Κορέα, Φιλιππίνες, Ινδονησία, Ταϊλάνδη), της Νοτίου Αφρικής επί Μαντέλα, μετά την κατάργηση του απαρτχάϊντ, της Λατινικής Αμερικής (Χιλή, Αργεντινή, Βολιβία…) και χώρες, όπως το Ιράκ αλλά ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία επί Θάτσερ και οι ίδιες οι ΗΠΑ, επί Ρήγκαν και Μπους του νεότερου κυρίως) και του Ισραήλ.

Το «δόγμα του σοκ» είναι η μέθοδος που εφαρμόζουν οι αγορές για να επιβληθούν διεθνώς. Για να προελάσουν οι ελεύθερες αγορές, χρειάζεται κάποια κοινωνία να έχει υποστεί ένα δυνατό «σοκ», από μια φυσική καταστροφή (τσουνάμι, τυφώνας) από μια εναλλαγή εξουσίας (πτώση κομμουνισμού ή απαρτχάϊντ Ν. Αφρικής), μια χρηματιστηριακή κρίση, μια χρεοκοπία κράτους προ των πυλών,
έναν υπερπληθωρισμό της τάξεως του14.000% στη Βολιβία…Πριν η σοκαρισμένη κοινωνία προλάβει να συνειδητοποιήσει τι της έχει συμβεί και να σκεφτεί πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση, έρχονται οι σωτήρες να τη σώσουν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο(ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ)…είναι οι τρεις βασικοί θεσμοί που προσπαθούν να επιβάλλουν ακαριαία τις αλλαγές που προωθούν οι ελεύθερες αγορές. Η δε τριπλή συνταγή δια στόματος του γκουρού της ελεύθερης αγοράς, του Φρίντμαν, η οποία παρουσιάστηκε στο βιβλίο του «Καπιταλισμός και Ελευθερία» είναι η κάτωθι:
1.ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων ή αλλιώς αποκρατικοποιήσεις
2.περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, υγειονομική περίθαλψη…
3.κρατική απορύθμιση, ώστε να υπάρχει ένα κράτος ανίσχυρο να προστατεύσει τους πολίτες του αλλά να μπορούν όμως οι ελεύθερες ή παγκόσμιες αγορές «να αλωνίζουν» ελεύθερα μέσα σε αυτό.
Οι συνέπειες οδυνηρές για τους λαούς της γης: αποδυνάμωση των εθνικών κρατών τους, μεταβίβαση του δημόσιου πλούτου τους σε μια δράκα ιδιωτών (πανίσχυρων επιχειρηματιών και πολιτικών με δυσδιάκριτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ τους), χάσμα ζάμπλουτων-πάμπτωχων με εξαφάνιση μεσαίας τάξης, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, συρρίκνωση ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων του ανθρώπου, απεριόριστες δαπάνες για την ασφάλεια, διάχυση του φόβου και τρομοκρατίας στις κοινωνίες… ένας αχαλίνωτος καπιταλισμός που έχει θεοποιήσει τις αγορές κι οδεύει ολοταχώς προς την καταστροφή! «Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής» είναι ο υπότιτλος του εν λόγω βιβλίου.
Οι περιβόητες ελεύθερες αγορές(σ.28-31): στο πυρήνα τους βρίσκεται το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ και ιδιωτικές εταιρείες που αμείβονται με δημόσιο χρήμα για τις υπηρεσίες που προσφέρουν για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ αλλά συμμετέχουν και εταιρείες βρετανικές και ισραηλινές που συνεισφέρουν με την εμπειρία τους γύρω από τις κάμερες ασφαλείας και τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και καναδέζικες εταιρείες ξυλείας. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας δημιουργώντας μια καινούργια αγορά, αυτή της «φούσκας» της ασφάλειας, που αποφέρει τεράστια κέρδη. Επίσης δραστηριοποιούνται σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές για την ανοικοδόμηση των περιοχών που επλήγησαν από φυσικές και πολεμικές καταστροφές και στην προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας μετά τις καταστροφές αυτές. Για παράδειγμα ο πόλεμος από τη στιγμή που ξεκινά είναι ήδη μια κερδοφόρος επιχείρηση, όχι μόνο γι αυτούς που πουλούν όπλα αλλά και για τις ιδιωτικές εταιρείες, που τροφοδοτούν το στρατό (Pizza Hut και Burger King), που προσφέρουν φαρμακευτική περίθαλψη στους στρατιώτες κι στους δεινοπαθούντες (φαρμακευτικές βιομηχανίες), που προσφέρουν ασφάλεια αντικαθιστώντας τις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ π.χ. στο Νταρφούρ ( εταιρεία ασφάλειας Blackwater), που εκμεταλλεύονται τα πετρέλαια π.χ. στο Ιράκ (εταιρεία Halliburton), που κατασκευάζουν σπίτια και σχολεία μετά μια φυσική καταστροφή π.χ. στην Νέα Ορλεάνη μετά τον τυφώνα Κατρίνα ή στην Ταϋλάνδη μετά το τσουνάμι(ο κατασκευαστικός κολοσσός Bechtel…). Οι αγορές στα τριάντα χρόνια δράσης τους, μέσα σ’ ένα πλαίσιο νεοφιλελεύθερης οικονομίας, εξελίσσονται δημιουργώντας μια άυλη οικονομία με την ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών αγορών. Οι επενδυτικές εταιρείες, τράπεζες-κολοσσοί, που παίζουν στα χρηματιστήρια τις μετοχές όχι μόνο των βιομηχανιών κι επιχειρήσεων τους αλλά τα πάντα, ακόμα και τις εθνικές οικονομίες κρατών στοιχηματίζοντας για τη χρεοκοπία τους ή όχι.
Η μέθοδος του «σοκ» πρωτοεμφανίστηκε με τη μορφή του ηλεκτροσόκ για άτομα ψυχικά ασθενή, στη δεκαετία του 1950. Ο Γιούεν Κάμερον, καθηγητής ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο Μακγκίλ των ΗΠΑ στη συνέχεια, χρηματοδοτούμενος από τη CIA εφάρμοσε τα ηλεκτροσόκ για τις έρευνες του πάνω στην πλύση εγκεφάλου. Ήταν η εποχή του Ψυχρού πολέμου και η CIA ήθελε να βρει τρόπους να ελέγχει τη σκέψη των αντιπάλων της κομμουνιστών, που συνελάμβανε, μέσα στα πλαίσια των ανακριτικών μεθόδων. Οι μέθοδοι όμως που εφάρμοζε ο Κάμερον ήταν καθαρά βασανιστήρια. Μάλιστα για του λόγου το αληθές, πολλά άτομα που υπέστησαν τη θεραπεία-σοκ του κατέθεσαν μήνυση αργότερα εναντίον του και τα δικαστήρια έκριναν ότι δικαιούνταν χρηματική αποζημίωση για όσα υπέστησαν, την οποία και έλαβαν.
Στόχος της θεραπείας-σοκ του Κάμερον ήταν να σβήσει από το μυαλό του ασθενούς κάθε μνήμη καθιστώντας το νου του «tabula raza», άγραφτο χαρτί, λευκή σελίδα κι εκεί πάνω να οικοδομήσει μια νέα προσωπικότητα. Για να το πετύχει αυτό χρησιμοποίησε τις εξής μεθόδους: Ηλεκτροσόκ, 2 την ημέρα επί 30 μέρες. Αποστέρηση των αισθήσεων, απομονώνοντας τους μέσα σε σκοτεινούς θαλάμους φορώντας τους αδιαφανή γυαλιά, ωτασπίδες και με δεμένα χέρια μέσα σε κουτιά για να μην αγγίζουν τίποτα. Χορήγηση ψυχοτρόπων ουσιών, πολύωρος ύπνος, 22ώρες το 24ωρο. Έτσι θα έσβηναν την αντίληψη του χώρου, χρόνου, της μνήμης από το μυαλό τους, θα κατέλυαν τις άμυνες τους και τη βούληση για αντίσταση και θα αποσπούσαν τη συναίνεση του και τη συνεργασία του, κατά την ανάκριση του.
Την ίδια εποχή στην Οικονομική Σχολή του Σικάγου μια φατρία συντηρητικών ακαδημαϊκών συγκεντρώθηκαν εκεί διδάσκοντας εναντίον της κυρίαρχης τότε σκέψης, του αυξημένου ρόλου του κράτους στην κοινωνία και στην οικονομία. Η σχολή αυτή επεδίωκε όχι μόνο να διδάξει οικονομικά αλλά και έναν άλλο επαναστατικό τρόπο σκέψης δηλαδή να επαναφέρει το γνήσιο καπιταλισμό, όπως τον φαντάζονταν, καταργώντας κάθε παρέμβαση του κράτους, που είχε εγκαινιάσει ο Κέϊνς για να ξεπεραστεί η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929. Ο Κέϊνς είχε προτείνει χωρίς να καταργηθεί η ελεύθερη οικονομία -όπως είχε συμβεί στα κομμουνιστικές χώρες- το κράτος να παρεμβαίνει στη ρύθμιση της οικονομίας με πολλούς τρόπους για να μειώσει την ανεργία παίζοντας το ρόλο ρυθμιστή μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αυτή η αντίληψη σταδιακά οδήγησε στη δημιουργία του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα η σχολή του Σικάγου με επικεφαλής τον οικονομολόγο Φρίντμαν (1912-2006) διαμόρφωσε το ιδεολογικό κίνημα της πλήρους απελευθέρωσης της οικονομίας. Για τη σχολή του Σικάγου ο αντίπαλος δεν είναι ο μαρξισμός με τις ουτοπίες του, αλλά το μοντέλο της μικτής οικονομίας, που επικράτησε μεταπολεμικά.
Περιόριζαν το ρόλο του κράτους μόνο στην προστασία της εθνικής ελευθερίας από εξωτερικούς εχθρούς, κι από εσωτερικούς εχθρούς που επιβουλεύονται την προώθηση των ελεύθερων αγορών. Όλοι οι άλλοι τομείς έπρεπε να περάσουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις από την παιδεία και την υγεία μέχρι την παροχή ενέργειας, σιδηρόδρομοι, οδικά δίκτυα, ύδρευση, ασφαλιστικά ταμεία…δηλαδή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο έχει το κράτος, που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν εμπορεύσιμο, τώρα ζητούν να ιδιωτικοποιηθεί. Έβλεπαν την επιστήμη της οικονομίας ως μια καθαρά «θετική» επιστήμη, σαν ένα κλειστό τέλειο σύστημα και δοκίμαζαν τη θεωρία τους πάνω σε ιδιοφυείς μαθηματικές εξισώσεις και πολύπλοκα υπολογιστικά μοντέλα, που εφεύραν οι ίδιοι. Το αξίωμα τους: η ελεύθερη αγορά είναι ένα τέλειο επιστημονικό σύστημα, που αυτορυθμίζεται κι αν κάτι δεν λειτουργεί σ’ αυτήν σωστά (ανεργία, πληθωρισμός…), τότε η αγορά δεν είναι πραγματικά ελεύθερη. Ο Φρίντμαν με τη θεωρία του υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών απέναντι στα συμφέροντα των εργατών, και την ατομική ελευθερία απέναντι στη συλλογικό συμφέρον, σε μια εποχή που το αριστερό κίνημα φούντωνε. Και η συγγραφέας καταλήγει οι μεν πρέσβευαν την εργατική ουτοπία, οι δε την επιχειρηματική ουτοπία.

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ-ΣΟΚ

Η ΧΙΛΗ: 1η περίπτωση: οι ελεύθερες αγορές για να επιβληθούν, έχουν ανάγκη την εγκαθίδρυση της δικτατορίας.
Στη δεκαετία του ’50 και ’60 η θεωρία του νεο-φιλελευθερισμού του Φρίντμαν δεν είχε ζήτηση, όταν όμως η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανησύχησε από τις εθνικοποιήσεις των ορυχείων στη Χιλή, στις οποίες προέβη ο νεοεκλεγείς σοσιαλιστής Πρόεδρος της, ο Αλιέντε, και φοβούμενη μήπως το μοντέλο αυτό αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και σ’ άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, που βρισκόταν στο υπογάστριο των ΗΠΑ, αποφάσισε την ανατροπή του Αλιέντε και το μετασχηματισμό της οικονομίας της Χιλής. Απευθύνονται στον Φρίντμαν, ο οποίος τους συμβουλεύει ότι όλα πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα πριν ο κόσμος προλάβει να αντιδράσει. Ο λαός πρέπει να υποστεί πρώτα ένα δυνατό ψυχολογικό και σωματικό σόκ (ένα βίαιο πραξικόπημα που θα ανατρέψει τον εκλεγμένο πρόεδρο τους) κι αμέσως μετά, ένα δεύτερο οικονομικό σοκ με ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών, περικοπές μισθών και περίθαλψης. Μόνο έτσι μπορεί να περάσουν οι αλλαγές υπέρ της απελευθέρωσης των αγορών. Ο Φρίντμαν με τις θεραπείες-σοκ, που προτείνει αναδεικνύεται ο δεύτερος δόκτορας του σοκ μετά τον ψυχίατρο Κάμερον, που ονειρεύεται όμως να διαγράψει τα πάντα στην οικονομία και στη συλλογική συνείδηση, και κει πάνω στη «λευκή σελίδα» της να οικοδομηθεί μια νέα οικονομία και μια νέα κοινωνία!
Παρόλο που στη Χιλή η χούντα του στρατηγού Πινοσέτ επικράτησε μέσα σε μια μέρα, καταλαμβάνοντας το Προεδρικό μέγαρο και δολοφονώντας τον Αλιέντε (οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι αυτοκτόνησε), εν τούτοις εξαπολύθηκε μια πρωτοφανούς αγριότητα τρομοκρατία κατά του πληθυσμού στην πρωτεύουσα και στην ύπαιθρο. «Στη Χιλή γεννήθηκε ο τρόμος» αναφέρει η συγγραφέας. Μέσα σε 4 μέρες 3.200 άτομα εκτελέστηκαν 80.000 φυλακίστηκαν και 200.000 εγκατέλειψαν τη χώρα για πολιτικούς λόγους. Στα δυο μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά γήπεδα της πρωτεύουσας συγκέντρωσαν 13.500 άτομα. Κουκουλοφόροι καταδότες περιφέρονταν στις κερκίδες υποδεικνύοντας τους υπονομευτές του νέου καθεστώτος, τους οποίους οδηγούσαν στα αποδυτήρια για να τους βασανίσουν και να τους εκτελέσουν. Άψυχα σώματα εγκαταλείπονταν στα κράσπεδα των αυτοκινητόδρομων και στα λασπωμένα κανάλια της πόλης. Ήταν ένα σωματικό και ψυχολογικό σοκ για τους Χιλιανούς η εγκαθίδρυση του δικτατορικού καθεστώτος για να μπορέσουν στη συνέχεια τα «Παιδιά του Σικάγου» -οι Χιλιανοί οικονομολόγοι, που είχαν σπουδάσει στη σχολή του Σικάγου με υποτροφίες που τους χορηγήθηκαν από το ίδρυμα Φόρντ- να εφαρμόσουν τη θεραπεία-οικονομικό σοκ και να επαναφέρουν τη Χιλή στο «σωστό» δρόμο των ελεύθερων αγορών, μακριά απ’ τα μιάσματα. των κρατικοποιήσεων του εθνικού της πλούτου.
Δρούν ακαριαία. Οι αλλαγές πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε ένα εξάμηνο, διότι μετά ο κόσμος θα αρχίσει να αντιδρά. Η τριπλή συνταγή του Φρίντμαν τίθεται σε εφαρμογή. Ιδιωτικοποιείται μεγάλο μέρος του εθνικού πλούτου της Χιλής, περικόπτονται κοινωνικές δαπάνες, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού οδηγείται στην εξαθλίωση. Δέκα χρόνια μετά, το 1982 η οικονομία της Χιλής κατέρρευσε παρά το διαφημιζόμενο οικονομικό θαύμα, που είχαν δημιουργήσει οι ελεύθερες αγορές κάνοντας το Σαντιάγο να καμαρώνει για τις εντυπωσιακές καταναλωτικές βιτρίνες του και τα ακριβά αυτοκίνητα των πλουσίων του. Αιτία της κατάρρευσης οι λεγόμενοι «πιράνχας», ιδιοκτήτες χρηματοοικονομικών εταιρειών που δρώντας ανεξέλεγκτα είχαν αγοράσει περιουσιακά στοιχεία της χώρας με δανεικά χρήματα, δημιουργώντας ένα τεράστιο χρέος 14δις δολάρια. Ο Πινοσέτ, ο ένθερμος της ελεύθερης οικονομίας υποχρεώνεται τώρα να εθνικοποιήσει αυτές τις εταιρείες. Το μόνο που έσωσε τη Χιλή από την ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση ήταν η κρατική εταιρεία εξόρυξης χαλκού, η Codelco, που δεν είχαν καταφέρει μέχρι τότε να την ιδιωτικοποιήσουν και η οποία επέφερε το 85% των εσόδων από τις εξαγωγές της Χιλής, μια σταθερή πηγή κεφαλαίων, όταν έσκασε η χρηματιστηριακή φούσκα.
Ακόμα μέχρι σήμερα η Χιλή παραμένει μια χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο, όγδοη στην παγκόσμια κατάταξη. Η συγγραφέας κλείνει το κεφάλαιο για τη Χιλή παρομοιάζοντας «τα υπερκέρδη που απέκτησαν οι αγορές απ’ τη θεραπεία-σοκ με την κοκαϊνη. Από τότε «ο χρηματοοικονομικός κόσμος αντέδρασε με τη λογική ενός ναρκομανούς, που αναζητά, πού θα βρεθεί η επόμενη δόση του». Κι η επόμενη δόση βρέθηκε σ’ άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής τη Βραζιλία, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή. Αυτό που εντυπωσιάζει πολύ είναι η μέθοδος των εξαφανίσεων(σ.126-7) ατόμων που αντιστέκονταν στη χούντα της χώρας τους. Συνελάμβαναν τα άτομα αυτά ενώπιον πολύ κόσμου, για να τρομοκρατήσουν το λαό, με αποτέλεσμα να φοβούνται ακόμα και να διαμαρτυρηθούν. Τους άρπαζαν μέσα από τα σπίτια τους μέρα μεσημέρι, ενώπιον των εμβρόντητων γειτόνων που άκουγαν τις κραυγές της οικογένειας τους, μέσα από γεμάτα λεωφορεία, οι οποίοι φώναζαν το ονοματεπώνυμο τους για να το μάθουν οι οικογένειες τους… ακόμα και κατά τη διάρκεια ενός γάμου συνέλαβαν το γαμπρόνυφο. Μετά τους βασάνιζαν κι όσοι πέθαιναν ή δολοφονούνταν μεταφέρονταν τα νεκρά σώματα μέσα σε ελικόπτερα ή αεροπλάνα και τα έριχναν από ψηλά στη θάλασσα ή στα ποτάμια για να εξαφανιστούν! Οι ίδιες οι χούντες υποστήριζαν ότι αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν βία κατά των «τρομοκρατικών οργανώσεων» Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη ή Μοντενέρος στην Αργεντινή, οι οποίες χρηματοδοτούνταν από τη σοβιετική μυστική υπηρεσία KGB. Ο θρυλικός δημοσιογράφος Ροδόλφο Γουόλς, λίγο πριν δολοφονηθεί, αποκάλυψε σε μια Ανοιχτή Επιστολή τα εγκλήματα της χούντας στην Αργεντινή και το κυριότερο απέδειξε ότι τα εγκλήματα αυτά συνδέονται με την οικονομική πολιτική που εφάρμοζε η χούντα στη χώρα του.
Ο βίαιος τρόπος επιβολής των ελεύθερων αγορών στη Χιλή στιγμάτισε όμως το μοντέλο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Πολλοί διανοούμενοι, μέρος του Τύπου, διάφορες οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, ξεσηκώθηκαν κατηγορώντας τις πολυεθνικές εταιρείες ότι βρίσκονταν πίσω από το βίαιο πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή. Η αποσύνδεση όμως του νεοφιλελευθερισμού από τις κατηγορίες αυτές ήλθε το 1976, όταν ο Μ.Φρίντμαν, ο θεωρητικός της ελεύθερης οικονομίας βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ της Οικονομίας για τη συμβολή του στην οικονομική σκέψη και η Διεθνής Αμνηστία πήρε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για την αποκάλυψη των παραβιάσεων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που διέπραξε το δικτατορικό καθεστώς του Πινοσέτ στη Χιλή. «Ουδεμία σχέση υπάρχει» μεταξύ της οικονομίας των αγορών και των βιαιοτήτων, οι οποίες τη συνόδευαν, αποφάνθηκαν με το δικό τους τρόπο οι ισχυροί της γης!

Η ΒΟΛΙΒΙΑ: η θεραπεία-σοκ δεν εφαρμόστηκε από έναν δικτάτορα, όπως στη Χιλή, αλλά από μια κεντροαριστερή κυβέρνηση, και μάλιστα αμέσως μετά τις εκλογές του 1985, που την ανέδειξαν.
Η Βολιβία ήταν μια χώρα με δυνατό και μαχητικό συνδικαλιστικό κίνημα, με αριστερή παράδοση, ο τελευταίος σταθμός του Τσε Γκεβάρα. Αναγκάστηκε το 1985 να αποδεχτεί μια θεραπεία-σοκ εν ονόματι της σταθεροποίησης του νομίσματος της, αφού η αύξηση του πληθωρισμού στο 14.000% απειλούσε με κατάρρευση την οικονομία της. Είχε προηγηθεί ο εμφύλιος πόλεμος για την καλλιέργεια της κοκαϊνης, με υποκίνηση των ΗΠΑ, τον προηγούμενο χρόνο, που ήταν κι ο αίτιος του πληθωρισμού. Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Πας, έκανε στροφή 180 μοιρών από τις προεκλογικές του υποσχέσεις και συνεργαζόμενος με τον αμερικανό οικονομολόγο του Χάρβαντ Τζέφρι Σακς –τον οποίο η συγγραφέας χαρακτηρίζει ως τον νέο δόκτορα του σοκ- και με τον Βολιβιανό μεγαλοεπιχειρηματία Γκόνι κατέστρωσαν ένα μυστικό σχέδιο για τον τρόπο περάσματος της Βολιβίας στην οικονομία των ελεύθερων αγορών. Το σχέδιο αυτό το εξέδωσαν σε πέντε αντίτυπα, κρατώντας τα τρία για τους ίδιους και δίνοντας τα άλλα δύο στον αρχηγό του στρατού και στον αρχηγό της αστυνομίας. Ο Πας είναι ο άνθρωπος που είχε εθνικοποιήσει τα ορυχεία κι είχε αναδιανείμει τη γη πριν από χρόνια στη Βολιβία και τώρα ξαφνικά καταργεί τα μέτρα, που ο ίδιος είχε οικοδομήσει προηγουμένως.
Ο Πρόεδρος Πας αιφνιδιάζει τους πάντες. Με ένα τηλεοπτικό διάγγελμα με τίτλο «η Βολιβία πεθαίνει» και με την εξαγγελία ενός διατάγματος που περιελάμβανε ένα πακέτο 220 νόμων θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο σωτηρίας της χώρας του. Στους εμβρόντητους υπουργούς και βουλευτές τους δείχνει την πόρτα για να αποχωρήσουν, αν διαφωνούν. Όταν ο κόσμος αντέδρασε κήρυξε τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας». Απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, τα άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους, η αντιπολίτευση τέθηκε εκτός νόμου και οι κυριότεροι συνδικαλιστές μεταφέρθηκαν στις φυλακές στην πιο απομακρυσμένη περιοχή του Αμαζονίου. Οι συνέπειες φάνηκαν σε λίγο. Μια μικρή ελίτ της χώρας έγινε πλουσιότερη ενώ η ζωή των εργαζομένων χειροτέρεψε. Καταργήθηκαν θέσεις με πλήρη απασχόληση και πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα κι αντικαταστάθηκαν με θέσεις μερικής απασχόλησης και χωρίς ασφάλιση. Πολλοί βρέθηκαν άνεργοι, άλλοι αναγκάστηκαν να ζούν μέσα σε σκηνές και η καλλιέργεια της κοκαϊνης εντάθηκε πάλι από τους εξαθλιωμένους και πεινασμένους Βολιβιανούς
Στη Βολιβία η εφαρμογή της θεραπείας-σοκ συνδυάστηκε με ένα πολιτικό πραξικόπημα, το οποίο πραγματοποίησαν πολιτικοί και οικονομολόγοι με κοστούμια κι όχι οι στρατιωτικοί με τις στρατιωτικές τους στολές, καταλήγει η συγγραφέας. Για τον οικονομολόγο Σακς η Βολιβία του έδωσε το διαβατήριο για να αναλάβει 4 χρόνια αργότερα, το 1989, τη θεραπεία της οικονομίας της Πολωνίας, όταν κατέρρεε το κομμουνιστικό καθεστώς και το κίνημα της Αλληλεγγύης επικράτησε στις εκλογές.
ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ: η θεραπεία-σοκ σε μια περιορισμένη εκδοχή της είναι εφικτό να επιβληθεί σε μια αναπτυγμένη χώρα της Δυτικής Ευρώπης
Οι παγκοσμιοποιημένες εταιρείες διψούν συνεχώς για νέες κατακτήσεις όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και στις πλούσιες χώρες της Δύσης, όπου τα κράτη ελέγχουν προσοδοφόρες κρατικές εταιρείες: τηλεπικοινωνίες, αερομεταφορές, ενέργεια… Όταν εκλέχτηκε η Θάτσερ πρωθυπουργός στη Μεγάλη Βρετανία παρότι επιθυμούσε να προχωρήσει σε απελευθέρωση της οικονομίας, δεν το έκανε, διότι υπήρχαν δημοκρατικοί θεσμοί που ήταν δύσκολο να τους αγνοήσει. Στην πρώτη της μάλιστα τετραετία, όσο κι αν προσπάθησε να επιβάλλει μια αγγλική εκδοχή του φριντμανισμού δεν τα κατάφερε. Ένας από μηχανής θεός, ο νικηφόρος πόλεμος της Αγγλίας στα Φόκλαντ ανέβασε τη δημοτικότητα της Θάτσερ υψηλά, ώστε να μπορέσει να επιβάλλει τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της, τη γνωστή ως θατσερισμός. Τα νησιά Φόκλαντ, ένα ξεχασμένο απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας, στα ανοιχτά της Αργεντινής, δέχονται εισβολή από τους Αργεντινούς. Η αργεντινή χούντα για εσωτερική κατανάλωση εισβάλλει στα Φόκλαντ. Ο διάσημος Αργεντινός συγγραφέας Χόρχες Μπόρχες μάλιστα παρομοιάζει τη διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών για τα ασήμαντα Φόκλαντ «ως καβγά ανάμεσα σε δυο φαλακρούς για μια χτένα».
Το 1984 απεργούν οι ανθρακωρύχοι, το πιο ισχυρό συνδικάτο της Μεγάλης Βρετανίας. Η Θάτσερ εξαπέλυσε εναντίον τους όλη την ισχύ του κράτους. Η σκληρότητα με την οποία τους αντιμετώπισε ήταν ένα ισχυρότατο σοκ για τους Άγγλους αλλά το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο προς τις υπόλοιπες συνδικαλιστικές ενώσεις και προς ολόκληρη την κοινωνία: Περιορισμός του κράτους πρόνοιας, περικοπές κοινωνικών δαπανών, περιορισμός των κοινωνικών δικαιωμάτων τους.
Μεταξύ 1984-1985 η κυβέρνηση Θάτσερ ιδιωτικοποίησε τις British Telecom, British Gas, British Airport, British Airways, British Steel και πούλησε τις μετοχές της BP που διέθετε το κράτος (σ.192).

ΤΑ ΕΠΑΧΘΗ ΧΡΕΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ

Στη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής αντιμετώπιζαν προβλήματα με την πληρωμή των κρατικών χρεών τους. Ήταν χρέη που είχαν συσσωρεύσει τα δικτατορικά καθεστώτα τους για να αγοράζουν όπλα να κατασκευάζουν στρατόπεδα βασανιστηρίων, και γενικά τα διοχέτευαν στο στρατό και στην αστυνομία και σ’ ένα όργιο διαφθοράς. Όταν έγινε η μετάβαση στα δημοκρατικά καθεστώτα, πολλοί υποστήριζαν με νομικά και ηθικά επιχειρήματα ότι οι λαοί δεν θα έπρεπε να πληρώσουν τους λογαριασμούς των καταπιεστών και βασανιστών τους. Και τότε ήλθε το «σοκ Βόλτερ» και στη συνέχεια κι άλλα! Ο Πολ Βόλκερ, επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, το 1981 αυξάνει δραματικά τα επιτόκια των τραπεζών τους στο 21%, με αποτέλεσμα τα χρέη των κρατών να αυξηθούν κι αυτά δραματικά και στη συνέχεια προτείνεται η σύναψη νέων δανείων για την εξόφληση του χρέους, με τα οποία το χρέος εκτοξεύεται πάλι στα ύψη! Για παράδειγμα η Αργεντινή πριν τη χούντα χρώσταγε 7,9 δις δολάρια, μετά τη χούντα 45 δις και μετά την άνοδο των επιτοκίων 65 δις δολάρια! Οι χώρες βιώνουν πρώτα το «σοκ Βόλτερ» και στη συνέχεια «το σοκ του χρέους» ή «το επαχθές χρέος», όπως αλλιώς το ονομάζουν.
Πάνω σ’ αυτή τη συγκυρία έρχονται κι άλλα μέτρα που προτείνει ο Φρίντμαν: η απελευθέρωση των τιμών στα εξαγώγιμα προϊόντα, που στερεί τις αναπτυσσόμενες χώρες από πολλά έσοδα τους, αφού οι τιμές του κακάο, του κασσίτερου, του σιταριού…πέφτουν. Επίσης η υιοθέτηση των κυμαινόμενων επιτοκίων κάνουν πιο ασταθή την οικονομία των κρατών κι ευάλωτη σε συνεχείς κρίσεις. Την Την ίδια περίπου εποχή η εκλογή του προέδρου Ρήγκαν, οπαδού της θεωρίας του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ σηματοδοτεί τη στροφή στον τρόπο λειτουργίας του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα οποία είχαν ιδρυθεί μετά τον Β! Παγκόσμιο πόλεμο. Το ΔΝΤ για να αποτρέπει τις οικονομικές κρίσεις των κρατών, παρεμβαίνοντας προληπτικά χορηγώντας σταθεροποιητικά δάνεια σε όσες χώρες αντιμετώπιζαν χρέη και η Παγκόσμια Τράπεζα πραγματοποιώντας μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές επενδύσεις ώστε οι χώρες να βγουν από τη φτώχεια.
Όταν λοιπόν άρχισαν να ελέγχουν το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα οι οικονομολόγοι απ’ τη σχολή του Σικάγου συνέβη η λεγόμενη «διαρθρωτική προσαρμογή» που απέσπασε και τη πολιτική «Συναίνεση της Ουάσινγκτον». Ο Γουϊλιαμσον, σύμβουλος στους οργανισμούς αυτούς, είδε τις οικονομικές κρίσεις που διέρχονταν τα κράτη όχι ως προβλήματα προς επίλυση, αλλά ως ευκαιρίες να επεκταθούν τα σύνορα των ελεύθερων αγορών (σ.223). Αυτή ήταν μια νέα αντίληψη, αντίθετη με το όραμα του Κέϊνς, όταν πρότεινε τη δημιουργία των θεσμών αυτών. Οι χώρες λοιπόν που απευθύνονται από δω και πέρα στο ΔΝΤ για να σώσουν τη χώρα τους, πληροφορούνται ότι χρειάζονται μια «διαρθρωτική προσαρμογή» με ένα ολόκληρο πακέτο μικροοικονομικών και μακροοικονομικών μεταρρυθμίσεων, που ριζικά θα αλλάξει την οικονομία και την κοινωνία τους! «Το ελεύθερο εμπόριο δεν έχει καμιά σχέση με το τέλος της κρίσης, όμως η πληροφορία αυτή συσκοτίζεται», αναφέρει η συγγραφέας, «Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε τη» κι σ’ αυτόν τον ωμό εκβιασμό οι χώρες υποτάσσονται.(σ226)
Στην Ανατολική Ευρώπη τώρα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι κομμουνιστικές χώρες αρχίζουν να καταρρέουν η μια μετά την άλλη. Οι χώρες αυτές αποτελούν έναν πόλο έλξης για τις ελεύθερες αγορές, διότι επρόκειτο για παρθένες αγορές που υπόσχονταν τεράστια κέρδη. Είχαν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στο κράτος και που έπρεπε να ιδιωτικοποιηθούν και οι αγορές τους να ανοιχτούν στον καταναλωτισμό.

Η ΠΟΛΩΝΙΑ: Αποτελεί το πρώτο παράδειγμα πρώην κομμουνιστικής χώρας που πέρασε στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.
Η Πολωνία ήταν απ’ τις πρώτες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που ξαφνικά απελευθερώθηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς του στρατηγού Γιαρουζέλσκι και συγχρόνως από την εποπτεία της Σοβιετικής Ένωσης που τον στήριζε. Πριν την κατάρρευση του καθεστώτος Γιαρουζέλσκι είχε ιδρυθεί, το 1980 απ΄ τους εργαζόμενους στα κρατικά ναυπηγεία του Γκντάνσκ το συνδικάτο «Αλληλεγγύη», με επικεφαλής τον χαρισματικό Λεχ Βαλέσα, το οποίο διαρκώς διευρυνόταν εκφράζοντας το σύνολο των εργαζομένων της χώρας. Η χώρα από την κακοδιαχείριση του κομμουνιστικού καθεστώτος είχε δημιουργήσει χρέος 400δις δολάρια με τον πληθωρισμό να τρέχει στο 600% το χρόνο της κατάρρευσης του. Η Αλληλεγγύη ζητούσε ένα νέο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, που θα προέκυπτε με μεταρρυθμίσεις που θα συνδύαζαν τον κεντρικό σχεδιασμό στην οικονομία, την αυτοδιοίκηση και την ελεύθερη αγορά. Ζητούσε τη μετατροπή των τεράστιων σε μέγεθος κρατικών εταιρειών σε δημοκρατικές εργατικές αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις (σ238). Ο Λεχ Βαλέσα συλλαμβάνεται, φυλακίζεται το 1981 από τον Γιαρουζέλσκι, ενώ το 1983 του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, όντας φυλακισμένος. Μια αίγλη, που απλώνεται παγκόσμια, περιβάλλει την Αλληλεγγύη για τους αγώνες της! Όταν όμως στη Μόσχα αρχίζει να πνέει ένας άλλος άνεμος ελευθερίας με την εκλογή του Γκορμπατσόφ, ο Γιαρουζέλσκι νομιμοποιεί τη μέχρι τότε παράνομη «Αλληλεγγύη» και δέχεται να διεξαχθούν εκλογές.
Η «Αλληλεγγύη σάρωσε στις εκλογές του 1989. Η Πολωνία βιώνει ένα διπλό «σοκ της εξουσίας». Η πολιτειακή μεταβολή από το κομμουνιστικό αυταρχικό καθεστώς στο ελεύθερο δημοκρατικό έγινε τόσο γρήγορα κι απλά που δεν μπορούν να το πιστέψουν. Απομένουν κι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες αγωνίζονται εννιά χρόνια τώρα. Ο διεθνούς φήμης, από το έργο του στη Βολιβία, οικονομολόγος Σακς βρίσκεται στην Πολωνία προσκεκλημένος κι από τον Γιαρουζέλσκι κι από την «Αλληλεγγύη» και τους υπόσχεται ότι θα μετατρέψει τη χώρα τους σε μια «φυσιολογική» ευρωπαϊκή χώρα σαν την Γερμανία και τη Γαλλία. Κατά τη γνώμη του οι αλλαγές πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα και πολλές μαζί αντί λίγες-λίγες με κίνδυνο να αποτύχουν. Πρέπει να καταστραφούν οι δομές του παλαιού κράτους, θα υπάρξουν σίγουρα αναταράξεις αλλά θα είναι προσωρινές μέχρι όλα να σταθεροποιηθούν. «Μη ξεχνάτε τη βόμβα του χρέους και τον καλπάζοντα πληθωρισμό» τους υπενθυμίζει.
Επί τρεις μήνες οι ηγέτες της Αλληλεγγύης, που ζούσαν επί χρόνια παράνομοι και τώρα είχαν μετατραπεί σε νομοθέτες, δεν μπορούν να αποφασίσουν, βιώνοντας το δικό τους προσωπικό σοκ. Το πρόγραμμα της Αλληλεγγύης ή το σχέδιο Σακς είναι το πιο κατάλληλο για τη χώρα τους; Τελικά ο πρωθυπουργός Μαζοβιέτσκι, ένας διανοούμενος της Αλληλεγγύης στέκεται μπροστά στο πρώτο εκλεγμένο Κοινοβούλιο της χώρας για να ανακοινώσει την απόφαση του… και λιποθυμά απ’ το άγχος και την κούραση Μετά μια ώρα που επανέρχεται ανακοινώνει την ανάγκη να επιβληθεί μια θεραπεία-σοκ, ιδιαίτερα επιθετική για να γιατρευτεί η πολωνική οικονομία! Ιδιωτικοποιήσεις κρατικών βιομηχανιών, δημιουργία χρηματιστηρίου, μετατρέψιμο νόμισμα, μετατόπιση από τη βαριά βιομηχανία τους στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και δημοσιονομικές περικοπές, κι όλα αυτά ταυτόχρονα κι όσο το δυνατόν πιο σύντομα! Στις επόμενες εκλογές του 1993 η Αλληλεγγύη είχε διασπαστεί σε δυο κόμματα και συνολικά πήρε το 15% των ψήφων, χωρίς να εκλεγεί ούτε ο Λέχ Βαλέσα.

ΚΙΝΑ: Οι ελεύθερες αγορές συμβαδίζουν με το κομμουνιστικό καθεστώς!
Το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας με επικεφαλής τον Τενγκ Σιάο Πινγκ το 1983 ανοίγει τα σύνορα της χώρας του στους πρώτους ξένους επενδυτές. Προς τα τέλη της δεκαετίας η επέκταση της ελεύθερης αγοράς στην Κίνα πραγματοποιείται χωρίς όμως να αλλάξει το κομμουνιστικό καθεστώς, Είναι κάτι πρωτοφανές! Καπιταλισμός και κομμουνισμός μαζί!
«Το κομμουνιστικό κόμμα ήθελε να ανοίξει την οικονομία του στην ατομική ιδιοκτησία και στον καταναλωτισμό, διατηρώντας ταυτόχρονα υπό τον έλεγχο του την εξουσία –ένα σχέδιο που διασφάλιζε ότι, όταν θα εκποιούνταν τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους, οι αξιωματούχοι του κόμματος θα άρπαζαν ό,τι καλύτερο υπήρχε […] οι ίδιοι άνθρωποι που έλεγχαν το κράτος επί κομμουνισμού θα το έλεγχαν και επί καπιταλισμού», αναφέρει η συγγραφέας, όπως κι έγινε. Σύμφωνα με μελέτη του 2006 το 90% των Κινέζων δισεκατομμυριούχων είναι γόνοι αξιωματούχων του Κομμουνιστικού Κόμματος, και πολλοί από αυτούς είναι γνωστοί ως «ηγεμονίσκοι».
Την άνοιξη του 1989 ένα κίνημα υπέρ της δημοκρατίας εκδηλώθηκε στο Πεκίνο με μαζικές διαδηλώσεις και καθιστικές διαμαρτυρίες στην Πλατεία Τιενανμέν. Επί εβδομάδες φοιτητές συγκεντρωνόντουσαν στην κεντρική πλατεία του Πεκίνου ζητώντας πολιτικές ελευθερίες και πλήθος κόσμου τους συμπαραστέκονταν. Στις 3 Ιουνίου η κυβέρνηση μη μπορώντας να τους διαλύσει άνοιξε πυρ εναντίον τους σκοτώνοντας αδιακρίτως όποιον βρισκόταν εκεί. Ήταν ένα ισχυρότατο σοκ για τους Κινέζους και για την παγκόσμια κοινή γνώμη! Το σύνολο των διεθνών μέσων ενημέρωσης παρουσίασαν τα γεγονότα στην πλατεία Τιενανμέν ως σύγκρουση μεταξύ των νεαρών ιδεαλιστών φοιτητών που ζητούσαν πολιτικές ελευθερίες και της «παλιάς φρουράς» των απολυταρχικών του κόμματος που ήθελαν να προασπίσουν το κομμουνιστικό κράτος.
Υπάρχει όμως κι μια άλλου τύπου ανάλυση των γεγονότων, η οποία παρουσιάζεται στο βιβλίο του διανοούμενου Κινέζου Ουάνγκ Χούι «China’s New Order». Το πλήθος των διαδηλωτών προερχόταν από ένα ευρύ φάσμα της κινέζικης κοινωνίας, το οποίο κινητοποιήθηκε εξ αιτίας των αντιλαϊκών οικονομικών μέτρων, που μείωναν μισθούς, αύξαιναν τις τιμές των προϊόντων, απέλυαν εργαζομένους. Οι αλλαγές αυτές ήταν ο καταλύτης για τη γέννηση του κινήματος υπέρ της δημοκρατίας. Οι διαδηλωτές δεν αρνούνταν το σύνολο των οικονομικών μεταρρυθμίσεων αλλά τον τρόπο επιβολής τους που δεν συνοδεύονταν από διάλογο και συγχρόνως από δημοκρατικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Η Κίνα όμως για τις αγορές ήταν χρυσωρυχείο, διότι πρόσφερε ένα πολυπληθές και φτηνό εργατικό δυναμικό, που όλες οι πολυεθνικές ήθελαν να μεταφέρουν εκεί την παραγωγή των προϊόντων τους. Μετά τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την είσοδο των αγορών στην Κίνα.
Στη νέα δεκαετία του 1990, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο μισός πλανήτης, σχεδόν εκατό χώρες, βρέθηκαν σε μια περίοδο «πολιτικής συγκυρίας» κατάλληλης για τη μετάβαση από το ένα οικονομικό μοντέλο στο άλλο. Τώρα ήταν η ευκαιρία οι κομμουνιστικές χώρες να στραφούν στον καθαρόαιμο φριντμανισμό κι όχι σε κάποιο νόθο κεϊνσιανικό συμβιβασμό. Ο νους των υποστηρικτών των ελεύθερων αγορών «έχει ψηλώσει». Έχει έλθει το τέλος της Ιστορίας κι όχι μόνο των ιδεολογιών, διατυμπανίζει ο θεωρητικός Φουκουγιάμα. Κι έπρεπε να δράσουν άμεσα γιατί οι λαοί έπρεπε να συμπεριλάβουν στο πόθο τους για ελευθερία και δημοκρατία, που ονειρεύονταν τώρα, το οικονομικό σύστημα των ελεύθερων αγορών. Μόνο που αποκρύπτονταν πόσο ελεύθερο θα ήταν το σύστημα αυτό, ώστε να απολύει εργαζομένους, να καταπατά τα δικαιώματα τους να υποκλέπτει τον εθνικό τους πλούτο, να απορυθμίζει τα κράτη τους.

Η ΝΟΤΙΑ ΑΦΡΙΚΗ
:βιώνει τη δική της θεραπεία-σοκ μετά την κατάργηση του απαρχάϊντ: οι μαύροι κερδίζουν την πολιτική ελευθερία τους αλλά η δημοκρατία τους γεννιέται αλυσοδεμένη.
Η αποφυλάκιση του Νέλσον Μαντέλα το 1990 μετά από 28 χρόνια φυλακή ξεσήκωσε θύελλα χαράς για τους μαύρους της Νοτίας Αφρικής ελπίζοντας στην κατάργηση του ρατσιστικού καθεστώτος του Απαρχάϊντ, που για τέσσερις περίπου δεκαετίες κυβερνούσε τη Νότια Αφρική. Η κυβέρνηση αποτελούμενη από λευκούς Αφρικανέρ, απογόνους των Ευρωπαίων αποικιοκρατών, είχε κυριολεκτικά χωρίσει το κράτος θέτοντας στο περιθώριο τους μαύρους απαγορεύοντας τους να ψηφίζουν και να κατοικούν στις πόλεις των λευκών. Η μόνη παραχώρηση που τους έκαναν, τα τελευταία χρόνια, ήταν να δημιουργηθούν οι λεγόμενες «γκρίζες πόλεις» ή για «μη λευκούς», ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο Γιοχάνεσμπουργκ και στην περιοχή του Σοβέτο, προστατεύοντας έτσι τον ολιγάριθμο πληθυσμό των λευκών από τυχόν εκδηλώσεις οργής του τεράστιου όγκου του πληθυσμού των μαύρων εναντίον τους.
Οι μαύροι είχαν δημιουργήσει το Αφρικάνικο Εθνικό Κογκρέσο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και φυσικά το κόμμα τους ήταν παράνομο. Το 1955 το κόμμα είχε στείλει 50.000 εθελοντές στις πόλεις και στην ύπαιθρο για να συγκεντρώσουν τα αιτήματα του λαού, συνθέτοντας το όραμα των Νοτιοαφρικανών μαύρων για έναν κόσμο μετά την κατάργηση του απαρτχάϊντ. Έτσι συντάχτηκε ο «Χάρτης της Ελευθερίας» που κυκλοφορούσε παράνομα από χέρι σε χέρι, επί 35 χρόνια, και διατηρούσε ζωντανή την ελπίδα και την αντίσταση των μαύρων. Η εθνικοποίηση των ορυχείων, των τραπεζών, των βιομηχανιών, ίσα δικαιώματα για όλους μαύρους και λευκούς, το δικαίωμα να κατοικείς όπου θέλεις και να μετακινείσαι ελεύθερα μέσα στη χώρα σου, εκπαίδευση υποχρεωτική γι όλους ανεξαρτήτως χρώματος, γη στους ακτήμονες κι αναδιανομή του πλούτου ήταν τα βασικά αιτήματα, που περιελάμβανε ο «Χάρτης της Ελευθερίας»
Τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε ο αγώνας κατά του απαρτχάϊντ από τις γκρίζες πόλεις για να εξαπλωθεί στο Σοβέτο, όπου ζούσαν οι μεγάλες μάζες των μαύρων. Ο αγώνας κατά του απαρχάϊντ είχε συγκινήσει πολύ την παγκόσμια κοινή γνώμη, η οποία πίεζε την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής να καταργήσει το απαρτχάϊντ, προβαίνοντας και σε μποϋκοτάζ νοτιοαφρικανικών προϊόντων προς τούτο. Τελικά ο Μαντέλα απελευθερώνεται το 1990 και το 1994 εκλέγεται Πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής. Αυτά τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από την αποφυλάκιση του ως την εκλογή του είναι τα κρίσιμα χρόνια των διαπραγματεύσεων μεταξύ λευκών-μαύρων για τη ρύθμιση του νέου καθεστώτος, που θα αντικαθιστούσε το απαρτχάϊντ.
Ο Μαντέλα έπρεπε να οδηγήσει το λαό του στην ελευθερία αποτρέποντας έναν πιθανό εμφύλιο πόλεμο και μια επίσης πιθανή οικονομική κατάρρευση της Νοτίου Αφρικής, της οποίας το εξωτερικό χρέος τα χρόνια του απαρτχάϊντ είχε αυξηθεί πολύ. Όλοι στο απελευθερωτικό κίνημα έβλεπαν ότι ήταν παράλογο πληρώσει η νέα κυβέρνηση των μαύρων το χρέος που είχαν συσσωρεύσει οι λευκοί κι όλοι συμφωνούσαν ότι για να υπάρξει πραγματική ελευθερία δεν αρκούσε οι μαύροι να κυβερνούν αλλά έπρεπε να επιστραφεί και να αναδιανεμηθεί ο εθνικός πλούτος που σφετερίζονταν οι λευκοί. Τι συνέβη λοιπόν στο διάστημα 1990-1994 και το Αφρικάνικο Εθνικό Κογκρέσο, που σάρωσε στις εκλογές, δεν τήρησε τις αρχές του «Χάρτη της Ελευθερίας» έχοντας μάλιστα επικεφαλής τον Νέλσον Μαντέλα, ο οποίος διέθετε παγκόσμια ηθική υποστήριξη; Ήταν «ένας εν ζωή άγιος» αναφέρει η συγγραφέας.
Οι διαπραγματεύσεις λευκών-μαύρων για τον τερματισμό του απαρτχάϊντ αφορούσαν δύο διαφορετικά επίπεδα: το πολιτικό και το οικονομικό. Οι λευκοί έβλεπαν ότι είχαν αποτύχει να εμποδίσουν τους μαύρους να αναλάβουν την πολιτική εξουσία, όμως δεν θα κατέθεταν τα όπλα σ’ ότι αφορούσε τη διατήρηση του πλούτου. Ο ηγέτης των λευκών ο ντε Κλέρκ πρότεινε λοιπόν να παραδοθεί ο έλεγχος κομβικών τομέων της οικονομίας σε ανεξάρτητους δήθεν οικονομολόγους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Επίσης πρότεινε η Κεντρική Τράπεζα της Νοτίου Αφρικής να λειτουργεί αυτόνομα, χωρίς να ελέγχεται από την κυβέρνηση (των μαύρων), θα ήταν δηλαδή σαν ένα κράτος εν κράτει κι ακόμα θα παράμενε ο ίδιος υπουργός Οικονομικών, που διατελούσε και επί απαρτχάϊντ.
«Στις διαπραγματεύσεις το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο παγιδεύτηκε σ’ ένα είδος ιστού, υφασμένου από μυστηριώδεις κανόνες και ρυθμίσεις που αποσκοπούσαν να περιορίσουν την εξουσία των εκλεγμένων ηγετών. Ενώ ο ιστός τύλιγε τη χώρα ελάχιστοι το πρόσεξαν. Κι όταν η νέα κυβέρνηση ανήλθε στην εξουσία […]ανακάλυψε ότι οι εξουσίες της ήταν περιορισμένες» αναφέρει η συγγραφέας. Ήθελαν να αναδιανείμουν τη γη; Ένα άρθρο στο νέο Σύνταγμα, που προστάτευε την ιδιοκτησία, το απαγόρευε. Ήθελαν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας για εκατομμύρια ανέργους; Τα εργοστάσια θα έκλειναν, διότι το κράτος δεν μπορούσε να τα επιδοτήσει μετά τη συμφωνία τάδε που είχε υπογράψει το Αφρικανικό Κογκρέσο για την απελευθέρωση του εμπορίου κ.ο.κ Όταν ρωτήθηκαν μέλη του Κογκρέσου γιατί δεν εξεγέρθηκαν απαιτώντας την τήρηση των υποσχέσεων του Χάρτη της Ελευθερίας απάντησαν με απόγνωση «δεν καταλάβαμε τι πραγματικά συνέβαινε». Όταν μας ενημέρωναν για ζητήματα της οικονομίας νομίζαμε ότι επρόκειτο για τεχνικά ζητήματα. Εξάλλου σ΄ όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου η Νότιος Αφρική βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου με επιθέσεις συμμοριών στις γκρίζες πόλεις, δολοφονίες ηγετικών στελεχών κλπ.
Ο Μαντέλα βίωνε το δικό του πολιτιστικό σοκ μετά 28 έτη φυλάκισης. Ο κόσμος είχε αλλάξει άρδην και προσπαθούσε να καλύψει το κενό. Τη χώρα την έπνιγε το εξωτερικό της χρέος κι επιπλέον είχε να αντιμετωπίσει τις αγορές. Ο Μαντέλα καταλάβαινε ότι από τη στιγμή που άνοιξαν τα σύνορα τους στις παγκόσμιες αγορές η Νότια Αφρική ήταν ευάλωτη στις αρνητικές για τη χώρα αντιδράσεις των αγορών, αν μια κυβερνητική απόφαση δεν τους άρεσε. Και το είχαν αποδείξει με τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας διαμαντιών στην Ελβετία και με υποτίμηση του νομίσματος.
Ο σύμβουλος επί των οικονομικών και δεξί χέρι του Μαντέλα, ο Τάμπο Μπέκι,(σ.283-5) ένας από τους ηγέτες του Αφρικανικού Κογκρέσου, που είχε σπουδάσει στην Αγγλία, ήταν ο καταλληλότερος για να συγχρωτίζεται με τους οικονομολόγους του ΔΝΤ, τόσο ώστε αργότερα διαδέχτηκε και τον Μαντέλα στην εξουσία! Ο Μπέκι λοιπόν ανέλαβε να μυήσει το Κογκρέσο στις αρχές της ελεύθερης οικονομίας και το 1996 αντί να εθνικοποιήσει τα ορυχεία έπεισε τον Μαντέλα να προβεί σε ρήξη με το παρελθόν, φοβούμενος μήπως το κτήνος της αγοράς ξυπνήσει και πλήξει κι άλλο την οικονομία της χώρας τους που κατέρρεε.
Μια θεραπεία-σοκ για τη Νότια Αφρική αρχίζει με οδυνηρές συνέπειες για το λαό. Μετά από μια δεκαετία διακυβέρνησης από το Εθνικό Κογκρέσο οι λευκοί που αποτελούν το 10% του πληθυσμού κατέχουν το 70% της καλλιεργήσιμης γης, ελέγχουν το 80% του χρηματιστηρίου του Γιοχάνεσμπουργκ και μόνο το 4% ανήκει σε μαύρους, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων αυξήθηκαν κατά 50% και το κυριότερο το προσδόκιμο ζωής των μαύρων μειώθηκε κατά 13 χρόνια (σ.281, 292-3)!

Η ΡΩΣΙΑ: η περίπτωση της Ρωσίας είναι διαφορετική, διότι βίωσε «πολλά σοκ και λίγη θεραπεία», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας. Αυτό σημαίνει ότι οι Ρώσοι βίωσαν τρία μεγάλα τραυματικά σοκ για να περάσουν στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, χωρίς όμως οι ελεύθερες αγορές να πάρουν στην ιδιοκτησία τους τις κρατικές εταιρείες, οι οποίες πέρασαν στα χέρια Ρώσων ιδιωτών, που ονομάστηκαν ολιγάρχες.
Συγκεκριμένα το πέρασμα της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης, της μιας εκ των δυο υπερδυνάμεων στον πλανήτη, της πλουσιότατης κληρονόμου της τσαρικής Ρωσίας, της ηγέτιδας του κομμουνισμού, που ως ιδεολογικό κίνημα συντάραξε τον πλανήτη τον 20ο αιώνα δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τη σχολή του Σικάγου, αλλά τελικά τα κατάφερε, αφήνοντας όμως ένα πικρό κατακάθι στην καρδιά της, που τη δίδαξε να μην επαναλάβει ποτέ πια το σφάλμα της, αφήνοντας στην τοπική ελίτ το βασικό πλούτο της χώρας.
Το πρώτο σοκ, λοιπόν, είναι η κατάρρευση της Υπερδύναμης που ηγείτο του παγκόσμιου κομμουνιστικού συστήματος: Η διάλυση και μαζί η κατάρρευση της είναι ένα σοκ, όχι μόνο για τους Ρώσους αλλά και για την παγκόσμια κοινή γνώμη!
Το Δεκέμβρη του 1991, ο Γιέλτσιν, πρόεδρος της Ρωσίας, με έναν αριστοτεχνικό ελιγμό απογυμνώνει τον Γκορμπατσώφ από την εξουσία του ως Προέδρου της Σοβιετικής Ένωσης. Αποχωρώντας η Ρωσία μαζί με άλλες δυο Σοβιετικές Δημοκρατίες από την Ένωση στέλνει το μήνυμα και στις άλλες σοβιετικές Δημοκρατίες να αποχωρήσουν, όπως κι έπραξαν. Ο Γκορμπατσώφ δεν έχει πια λόγο ύπαρξης ως προέδρου της Σοβιετικής Ένωσης για τον απλούστατο λόγο: δεν υπάρχει πια Σοβιετική Ένωση!
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στις αρχές της δεκαετίες του 1990, ο νέος πρόεδρος της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ είχε καταπλήξει την παγκόσμια κοινή γνώμη με τις συμφωνίες του για τον αφοπλισμό και για τη διπλή μεταρρύθμιση της γκλασνότ (διαφάνειας) και της περεστρόϊκα (ανοικοδόμηση), με τις οποίες φιλοδοξούσε να οδηγήσει στον εκδημοκρατισμό τη χώρα του, απομακρυνόμενος από τον πολιτικό αυταρχισμό των προηγουμένων κομμουνιστικών κυβερνήσεων. Όσο για την οικονομία κινούνταν προς ένα μικτό σύστημα, δεχόμενος τον ερχομό της ελεύθερης οικονομίας στη Σοβιετική Ένωση, η οποία όμως θα συνυπήρχε με τον κρατικό έλεγχο στις κομβικές βιομηχανίες της χώρας και την κοινωνική προστασία των εργαζομένων. Αυτό όμως δεν άρεσε στις παγκόσμιες αγορές και στη σχολή του Σικάγου, γι αυτό αποφάσισαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν. Τον Ιούλιο του 1991 στη Διάσκεψη των G7 του αρνούνται οικονομική βοήθεια και το ΔΝΤ αρνείται να διαγράψει το χρέος της Ρωσίας. Ένα μήνα μετά με αφορμή ένα αποτυχημένο πραξικόπημα νοσταλγών του κομμουνισμού, ο άσημος μέχρι τότε Πρόεδρος της Ρωσίας ο Γιέλτσιν προβάλλεται ως λαϊκός ήρωας, που υπερασπίστηκε τη νεαρά ρωσική δημοκρατία. Μετά τέσσερις μήνες ο Γιέλτσιν θα διαλύσει τη Σοβιετική Ένωση και θα απαλλαγεί από τον Γκορμπατσώφ.
Το δεύτερο σοκ είναι οικονομικό: Ο Γιέλτσιν μοναδικός κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού στην ανεξάρτητη πια Δημοκρατία της Ρωσίας, με σύμβουλο τον διεθνούς φήμη οικονομολόγο Σακς, μία εβδομάδα μετά την παραίτηση του Γκορμπατσώφ, αφού έχει πείσει το Κοινοβούλιο να του παραχωρήσει για ένα έτος έκτακτες εξουσίες δηλαδή να εκδίδει νόμους χωρίς να ψηφίζονται από το Κοινοβούλιο, προχωρά αιφνιδιαστικά σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις 225.000 κρατικών επιχειρήσεων και σε ψήφιση νόμων υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. Τα αποτελέσματα είναι οδυνηρά. Εκατομμύρια εργαζόμενοι μένουν απλήρωτοι για μήνες, άλλοι χάνουν τις αποταμιεύσεις τους με την υποτίμηση του νομίσματος και πολλοί αναγκάζονται να πουλούν στους δρόμους προσωπικά τους αντικείμενα. Είναι ο φοβερός χειμώνας του 1992, που οι γέροι ζητιανεύουν στους δρόμους πεθαίνοντας από την πείνα! Η πρώην κραταιά υπερδύναμη, μετά την απώλεια της πολιτικής κυριαρχίας της στο μισό πλανήτη, έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα της πείνας και της εξαθλίωσης.
Το τρίτο σοκ είναι πολιτικό: η νεαρά ρωσική Δημοκρατία πυρπολείται από τον πρώην υπερασπιστή της μαζί με το κτίριο του Κοινοβουλίου της Μόσχας εγκαθιδρύοντας ο Γιέλτσιν κι επίσημα δικτατορία! Όταν το Κοινοβούλιο θέλησε να άρει τις έκτακτες εξουσίες του Γιέλτσιν, αυτός αρνήθηκε κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και με διάταγμα καταργεί το σύνταγμα και το Κοινοβούλιο. Οι βουλευτές αρνούνται να υπακούσουν, οχυρώνονται μέσα στο Κοινοβούλιο και παραπέμπουν σε δίκη τον Γιέλτσιν. Ο Γιέλτσιν πολιορκεί με στρατό το Κοινοβούλιο κόβοντας νερό, τηλέφωνο, τρόφιμα στους πολιορκημένους βουλευτές. Ο λαός αρχίζει να διαδηλώνει ειρηνικά έξω από το Κοινοβούλιο επί 15 μέρες προμηθεύοντας κρυφά τους βουλευτές με είδη πρώτης ανάγκης. Τότε ο Γιέλτσιν βλέποντας τη λαϊκή αντίδραση να φουντώνει βάζει φωτιά στο Κοινοβούλιο! Ήταν 4 Οκτωβρίου 1993. Οι βουλευτές αναγκάζονται να βγουν έξω μπαρουτοκαπνισμένοι με τα χέρια ψηλά «Ο κομμουνισμός κατέρρευσε χωρίς να πέσει ένας πυροβολισμός, ο καπιταλισμός όμως της Σχολής του Σικάγου χρειάστηκε έναν καταιγισμό πυρών για να υπερασπιστεί τον εαυτό του» αναφέρει η συγγραφέας.
Ο δρόμος από δω και πέρα είναι ανοιχτός για τις αλλαγές. Ο Γιέλτσιν και τα «Παιδιά του Σικάγου» απαλλαγμένοι από τον έλεγχο της Δημοκρατίας, νομοθετούν ασύστολα. Κατάργηση της διατίμησης στο ψωμί, δημοσιονομικές περικοπές, γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών. Οι μοναδικοί ωφελημένοι είναι μια κλίκα Ρώσων, που είχαν σχέσεις με τον κομματικό μηχανισμό του Γιέλτσιν και στους οποίους πέρασε ο κρατικός πλούτος. Ο Γιέλτσιν και η παρέα του αρνήθηκαν να ξεπουλήσουν την κρατική περιουσία σε ξένους επενδυτές. Έτσι δημιουργήθηκαν οι λεγόμενοι Ρώσοι «ολιγάρχες», οι νεόπλουτοι δισεκατομμυριούχοι που μπορούσαν να πουλήσουν μόνο μετοχές των ιδιωτικών –πρώην κρατικών- εταιρειών τους σε ξένους επενδυτές. Πολλοί απ’ αυτούς, ήταν εποχή, που μετέφεραν στο εξωτερικό τα τεράστια κέρδη τους με ρυθμό της τάξης των 2δις δολάρια το μήνα!
Το μεγάλο φαγοπότι συνεχίστηκε και μετά την επανεκλογή του Γιέλτσιν το 1996, μέσα σε ένα όργιο προπαγάνδας. Μάλιστα, επειδή η δημοτικότητα του Γιέλτσιν είχε πέσει πολύ χαμηλά, ξεκίνησαν τον πόλεμο στην αποσχισθείσα Τσετσενία, ελπίζοντας –μάταια βέβαια- σε μια γρήγορη νίκη που θα του ανέβαζε τη δημοτικότητα. Τώρα ξεπουλήθηκαν φτηνά σε Ρώσους ολιγάρχες τα μεγάλα κρατικά φιλέτα, όπως η πετρελαϊκή εταιρεία Yukos, πολεμικές βιομηχανίες… τα οποία μάλιστα αγοράστηκαν με κρατικά χρήματα, που οι υπουργοί κατέθεταν στις ιδιωτικές τράπεζες των Ρώσων ολιγαρχών. Οι πολιτικοί εκποιούσαν δημόσιο πλούτο και οι φίλοι τους επιχειρηματίες τα αγόραζαν! Αποτέλεσμα: μέσα σε οκτώ χρόνια οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκαν από 2.000.000 σε 74.000.000, ο αριθμός των άστεγων παιδιών έφτασε στο 715.000 ή κατά τη Unicef στα 3,5.000.000(σ.322) ενώ «οι ολιγάρχες μετακινούνται με κομβόϊ μαύρων Μερσεντές προστατευμένοι από επίλεκτους μισθοφόρους» αναφέρει η συγγραφέας.
Δυο χρόνια αργότερα το 2000 αρκετοί ολιγάρχες μεθοδεύουν την παράδοση της εξουσίας από το Γιέλτσιν στον Πούτιν χωρίς να διεξαχθούν εκλογές.
Μετά το πέρασμα του καπιταλισμού στη Ρωσία νέοι κανόνες του παιχνιδιού ορίζονται από τα τρομερά παιδιά της Σχολής του Σικάγου, ώστε η συγγραφέας να τα χαρακτηρίζει ως «μακιαβελικά οικονομικά». Η ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς έχει αποκτήσει πια το παγκόσμιο μονοπώλιο και δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη συμβιβασμών και υποχωρήσεων του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (σ.343-5). Ο Γουίλιαμσον, όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως προχώρησε πέρα από τον Σακς βλέποντας την κρίση όχι ως πρόβλημα προς λύση αλλά ως ευκαιρία να επέμβουν οι αγορές για πλουτισμό. Και προχώρησε κι άλλο κι είπε, ότι δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε πότε μια χώρα θα βρεθεί σε πραγματική κρίση αλλά να δημιουργούμε εμείς τεχνητές κρίσεις, ψευδοκρίσεις μέσω των μέσων ενημέρωσης π.χ με τη διάδοση μιας φήμης για επικείμενη οικονομική καταστροφή, κι επίσης να μπορούμε να ανατροφοδοτούμε τις κρίσεις. Ο δε Μάϊκ Μπρούνο, επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας, «υποστήριξε ότι τα κράτη έπρεπε να χρεοκοπούν χάριν των ευκαιριών»! (σ.351). Τριάντα χρόνια εφαρμογής των θεωριών της σχολής του Σικάγου κι από την κρίση υπερπληθωρισμού φτάσαμε στην κρίση χρεοκοπίας του κράτους χάριν των χρυσών ευκαιριών, που αναζητούν οι αγορές για να κερδοσκοπήσουν. Το βιβλίο «Το δόγμα του σοκ» εκδόθηκε το 2007 και η συγγραφέας εύλογα δεν αναφέρεται στη οικονομική κρίση του 2008, που κτύπησε την καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος, το πιστωτικό του σύστημα. Ύβρις, Νέμεση; κάποιος μπορεί να ισχυριστεί, αλλά τι φταίνε οι αναίτιοι, εάν το καράβι βουλιάξει;
Συγκινητική είναι η επιστολή παραίτησης από το ΔΝΤ ενός μετανοούντος οικονομολόγου, ονόματι Μπαντού, ο οποίος αποκαλύπτει τις αμαρτίες του ΔΝΤ και συγχρόνως οικτίρει τον εαυτό του για όσα διέπραξε ως υπάλληλος του. «…αισθάνομαι ότι δεν υπάρχει αρκετό σαπούνι σε ολόκληρο τον κόσμο για να καθαριστώ από όλα όσα έκανα εν ονόματι σας». Μεταξύ των άλλων ο Μπαντού κατηγορεί το ΔΝΤ ότι επινόησε, κυριολεκτικά από το πουθενά, ένα τεράστιο απλήρωτο κρατικό χρέος για κάποιο συγκεκριμένο κράτος, αλλοιώνοντας συχνά τις στατιστικές, τις οποίες χρησιμοποιούσε ως φονικά όπλα και φέρνει το παράδειγμα ενός συμπλέγματος μικρών νησιών στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, του Τρινιντάντ και το Τομπάγκο, που εξ αιτίας της εκμετάλλευσης των πετρελαίων του δεινοπάθησε από το ΔΝΤ. Παρά την προσεκτική τεκμηρίωση τους οι κατηγορίες του Μπαντού έπεσαν στο κενό. Μόνο μια ομάδα ηθοποιών συγκινήθηκε κι ανέβασε μια θεατρική παράσταση στο Ιστ Βίλατζ της Νέας Υόρκης με τίτλο «Η επιστολή παραίτησης του κ. Μπαντού. Την άλλη μέρα η κριτική που δημοσιεύτηκε στους New York Times ήταν θετική και …εκθείαζε τα πρωτότυπα σκηνικά και κοστούμια!

ΝΟΤΙΟ-ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΣΙΑ: Ν. Κορέα, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες, Ινδονησία, Μαλαισία: η θεραπεία-σοκ καταργεί τη μικτή οικονομία κεϊνσιακού τύπου και λεηλατεί τις λεγόμενες «ασιατικές τίγρεις».
Το 1997 ξεσπάει ξαφνικά η χρηματοοικονομική κρίση στις λεγόμενες «αναδυόμενες αγορές» ή «ασιατικές τίγρεις» της Ν.Ανατολικής, οι οποίες βρίσκονταν σε μεγάλη ανοδική πορεία της οικονομίας τους. Οι χώρες αυτές ακολουθούσαν ένα είδος μικτής οικονομίας με ελεύθερη αγορά συνδυαζόμενη με κρατικά ελεγχόμενες εταιρείες και νόμους που προστάτευαν το συνδικαλισμό και είχαν χαρακτηριστεί ως το «οικονομικό θαύμα» της Ν.Α.Ασίας. Οι νοτιοκορεάτικοι κολοσσοί, όπως η Daewoo, LG, Kim Motors, η Samsung, η Hyndai και άλλοι μπήκαν στο στόχαστρο των πολυεθνικών κι επενδυτικών εταιρειών της Δύσης και της Ιαπωνίας, οι οποίες βλέποντας να αναπτύσσονται στις χώρες αυτές μεγάλες καταναλωτικές αγορές, ήθελαν αυτές να διαθέτουν εκεί τα προϊόντα τους, γι αυτό πίεζαν τους Ασιάτες να τους πουλήσουν τις εταιρείες τους. Οι Ασιάτες αρνούνταν, κάτω όμως από την πίεση του νεοϊδρυθέντος Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του ΔΝΤ έφτασαν σ’ ένα συμβιβασμό με αυτούς τους ισχυρούς κύκλους. Θα άνοιγαν στην ελεύθερη αγορά μόνο τα χρηματιστήρια τους, επιτρέποντας την αγοροπωλησία χρεογράφων και συναλλάγματος.
Έτσι καταργώντας τους φραγμούς που προστάτευαν κι έλεγχαν τα διεθνή κεφάλαια που διακινούνταν, στην αρχή εισέρευσαν εύκολα και γρήγορα κεφάλαια αποκομίζοντας τεράστια κέρδη, όποιοι επένδυαν στις μετοχές των ασιατικών χρηματιστηρίων. Με την ίδια όμως ευκολία οι κύκλοι αυτοί απέσυραν ξαφνικά τα κεφάλαια τους, εξ αιτίας μιας κακής φήμης που διαδόθηκε ότι η Ταϊλάνδη δεν είχε επαρκή αποθέματα σε δολάρια για να στηρίξει το νόμισμα της. Δημιουργήθηκε πανικός, η αγορά ακινήτων που μεγεθυνόταν σε «φούσκα» κατέρρευσε, τα εργοτάξια σταμάτησαν να δουλεύουν αφήνοντας μισοτελειωμένες τις οικοδομές, και η φυγή κεφαλαίων εξαπλώθηκε από την Ταϊλάνδη στην Ινδονησία, στη Μαλαισία, στις Φιλιππίνες «ακόμα και στη Νότια Κορέα που διέθετε την ενδέκατη πιο ισχυρή οικονομία στον κόσμο κι ήταν ένα από τα πιο λαμπρά αστέρια στο στερέωμα της παγκοσμιοποίησης […] Μέσα σ’ ένα έτος 600δις δολάρια χάθηκαν από τις χρηματιστηριακές αγορές της Ασίας, ένας πλούτος που για τη συσσώρευση του είχαν απαιτηθεί δεκαετίες» τονίζει η συγγραφέας.(σ.356)
Η χρηματιστηριακή κρίση στην Ν.Α.Ασία ήταν ένα ισχυρότατο οικονομικό σοκ για τις χώρες αυτές. Αυτό που εντυπωσιάζει επιπλέον είναι ότι το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κατεστημένο δεν βοήθησε τις χώρες αυτές χορηγώντας τους δάνεια για να αποτρέψουν το μέγεθος της κρίσης αλλά αντίθετα τις άφησαν αβοήθητες για να καταστραφούν πλήρως. Μόνο κάτω από την αδήρητη ανάγκη της χρεοκοπίας οι Ασιάτες θα πουλούσαν φτηνά τις εταιρείες τους και θα προέβαιναν και σε διαρθρωτικές αλλαγές, όπως να άρουν τους νόμους που προστάτευαν τις μαζικές απολύσεις των εργαζομένων, το ύψος των μισθών τους, την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Με άλλα λόγια οι κύκλοι αυτοί δεν ήθελαν μόνο να αγοράσουν φτηνά τις ασιατικές εταιρείες αλλά ήθελαν αυτές να είναι και απαλλαγμένες από το βάρος των ισχυρών συνδικάτων των εργαζομένων τους. «Στάχτη να γίνουν», «χρειαζόμαστε περισσότερες κακές ειδήσεις από την Ασία για να υπάρξουν κίνητρα για τις διαρθρωτικές προσαρμογές» φώναζαν οι επικεφαλής των επενδυτικών εταιρειών της Γουόλ Στριτ. Συγχρόνως έστελναν ένα ισχυρό μήνυμα ανά την υφήλιο: Η πτώση των «ασιατικών τίγρεων» αντιπροσώπευε «την πτώση ενός δεύτερου Τείχους του Βερολίνου» δηλαδή την κατάρρευση της ιδέας ότι μπορεί να υπάρξει ένας τρίτος δρόμος (μικτή οικονομία) ανάμεσα στο οικονομικό μοντέλο της ελεύθερης αγοράς και της κομμουνιστικής κρατικής οικονομίας (σ.358-360).
Οι συνέπειες της κρίσης ήταν οδυνηρές: Στην Κορέα το 30% των τραπεζοϋπαλλήλων απολύθηκε, η μεσαία τάξη συρρικνώθηκε στο 33% το 1999 από 67% που ήταν πριν την χρηματιστηριακή κρίση. Οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν κατά 50% και πολλοί ηλικιωμένοι γονείς προτιμούσαν να αυτοκτονήσουν για να μη γίνονται βάρος στα παιδιά τους! Είναι συγκινητικό επίσης, ότι οι Κορεάτες για να ξεπληρωθεί το χρέος τους έδιναν τα χρυσά τους κοσμήματα κι αφού λιώθηκαν, συγκέντρωσαν 200 τόνους χρυσού χωρίς πάλι να κατορθώσουν να ξεπληρώσουν το χρέος, αφού η τιμή του χρυσού εξακολούθησε τεχνητά να είναι υψηλή. Στις Φιλιππίνες πουλούσαν τις κόρες τους σε δουλεμπόρους που τις διοχέτευαν σε κυκλώματα πορνείας κι αυξήθηκε η παιδική πορνεία! Οι συνέπειες της θεραπείας-σοκ δεν έφεραν μόνο αβάσταχτο πόνο στους ανθρώπους αλλά και μια οικονομική εκμετάλλευση άνευ προηγουμένου σε χώρες που αναπτύσσονταν ραγδαία.
Οι ξένες πολυεθνικές εταιρείες δεν πήγαν στην Νοτιοανατολική Ασία με τις εταιρείες τους για να ανταγωνιστούν εκεί τις εγχώριες αγορές, αλλά υφάρπαξαν τις εγκαταστάσεις τους, το εργατικό δυναμικό, που το είχαν αποδυναμώσει, την πελατειακή βάση και το κυριότερο με τη φίρμα τους, που για δεκαετίες οι χώρες αυτές την έκτιζαν. Η Samsung διασπάστηκε και η Volvo απέκτησε τον κλάδο βαριάς βιομηχανίας, η Jonson Son το φαρμακευτικό τμήμα της, η General Electric τον κλάδο του φωτισμού. Η αυτοκινητοβιομηχανία Daewoo αξίας 6δις δολάρια πουλήθηκε στην GM για 400 εκατομμύρια, η Nissan εξαγόρασε τη μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Ινδονησίας και η General Electric ελέγχει δια μέσου του πακέτου μετοχών της τον κλάδο κατασκευής ψυγείων της LG (σ370-1). «Η μεγαλύτερη εν καιρώ ειρήνης μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από γηγενείς σε αλλοδαπούς ιδιοκτήτες που έχει συμβεί τα τελευταία 50 χρόνια σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη» συνέβη στις «ασιατικές τίγρεις» καταλήγει η συγγραφέας.

Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ-ΣΟΚ ΜΕ ΤΟ ΥΠΕΡΣΟΚ

Η περίοδος που ο καπιταλισμός είχε το μονοπώλιο της παγκόσμιας ισχύος διήρκεσε μόνο 8 χρόνια, από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 μέχρι την εμφάνιση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης στο Σιάτλ των ΗΠΑ το 1999. Στο Σιάτλ είχαν συγκεντρωθεί οι ηγέτες του κόσμου για να εγκρίνουν τον τρόπο λειτουργίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου κι εκεί για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε η παγκοσμιοποίηση από νεαρούς διαδηλωτές και οι αναπτυσσόμενες χώρες συνασπίστηκαν αρνούμενες να δεχτούν περισσότερη απελευθέρωση των αγορών τους τη στιγμή που οι ΗΠΑ και η ΕΕ προστάτευαν με νόμους και επιδοτήσεις τις δικές τους εγχώριες βιομηχανίες. Η θεραπεία-σοκ δυσκολευόταν πια να επιβληθεί με ειρηνικά μέσα, με τους συνήθεις εκβιασμούς. Παρόλα αυτά όμως βρήκε νέο τρόπο να επιβληθεί και πολύ πιο βίαιο. Ανακάλυψε τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας!
ΗΠΑ: Η θεραπεία-σοκ επιστρέφει στη γενέτειρα της για να γεννηθεί η «φούσκα» της ασφάλειας.
Έχουμε μπει στη νέα χιλιετία και στην πολιτική εξουσία των ΗΠΑ κυριαρχούν ο Μπους ο νεότερος, κι η παρέα του ο Ράμσφελντ κι ο Τσέϊνι. Η θεραπεία-σοκ εφαρμόζεται τώρα στις ΗΠΑ! Οι Δίδυμοι Πύργοι, που έδρευε το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου δέχονται επίθεση από τρομοκράτες. Ήταν 11 Σεπτεμβρίου 2001. Ήταν ένα σοκ για την Αμερικανούς και για την παγκόσμια κοινή γνώμη! Η μοναδική, η πανίσχυρη υπερδύναμη του πλανήτη να δέχεται επίθεση μέσα στο ίδιο το έδαφος της! Έχουν περάσει τριάντα χρόνια, αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος Νίξον αρνήθηκε στον Φρίντμαν να εφαρμόσει τη θεωρία του μέσα στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ο ρεπουμπλικανός Νίξον να χαρακτηριστεί ως προδότης και σοσιαλιστής από τον γκουρού του νεοφιλελευθερισμού. Τώρα τα πράγματα όμως πιέζουν. Η αμερικάνικη οικονομία βρίσκεται σε ύφεση κι ανακαλύπτεται μια καινούργια κερδοφόρος αγορά, αυτή της βιομηχανίας των προϊόντων ασφάλειας, των προηγμένων τεχνολογικών συστημάτων (κάμερες, βιομετρικές ταυτότητες εικονικά τείχη…) που θα προστατεύουν από τον εχθρό. Ποιον εχθρό; Κι ο εχθρός «κατασκευάζεται» είναι ο τρομοκράτης.
Ο τρομοκράτης δεν είναι ο τύπος του εχθρού, όπου τον ξέρουμε, κι από τον οποίο προσπαθούμε να προφυλαχτούμε. Ο τρομοκράτης είναι ο άγνωστος εχθρός «που μπορεί να χτυπήσει οπουδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιονδήποτε όπλο, που σημαίνει ότι οι υπηρεσίες ασφάλειας οφείλουν να παρέχουν προστασία από κάθε δυνητικό κίνδυνο σε κάθε πιθανή τοποθεσία κι ανά πάσα στιγμή»(σ.403) μας πληροφορεί η συγγραφέας. Κι ακόμα ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας είναι ένας διαρκής πόλεμος, που καθιστά αδύνατη την προοπτική της νίκης και που απαιτεί έναν πακτωλό χρημάτων που το κράτος παίρνει από τους φορολογούμενους και τα διοχετεύει στις ιδιωτικές εταιρείες που ασχολούνται με την ασφάλεια. Η διαιώνιση του φόβου μέσα στην κοινωνία είναι απαραίτητη για να μπορεί να δουλεύει η βιομηχανία της ασφάλειας, και τα άτομα συχνά προκαλούνται να καταδίδουν συμπολίτες τους ως τρομοκράτες, όταν μάλιστα αμείβονται γι αυτό! Αποτέλεσμα για την κοινωνία: αλλάζουν κι οι αξίες του πολιτισμού της!
Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή τη Νέα Οικονομία της καταστροφής έπαιξαν ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Ράμσφελντ κι ο αντιπρόεδρος Τσέϊνι, οι «αρχικαπιταλιστές της καταστροφής» όπως τους αποκαλεί η συγγραφέας. Ο Ράμσφελντ θαυμαστής του Φρίντμαν από τον καιρό που φοιτούσε στη Σχολή του Σικάγου, είχε διατελέσει αξιωματούχος επί κυβερνήσεων Νίξον και Φορντ και τα τελευταία 20 χρόνια ήταν μέλος ή επικεφαλής των διοικητικών συμβουλίων πολυεθνικών εταιρειών, όπως αυτών που παρασκεύαζαν την ασπαρτάμη ή το φάρμακο Tamiflu για τη γρίπη των πτηνών, ασθένεια που είχε τρομοκρατήσει τον πλανήτη ή φάρμακα για το AIDS. Ο Ράμσφελντ έβλεπε μια τεράστια αγορά να αναπτύσσεται στην προοπτική ενός δυσοίωνος μέλλοντος γύρω από τις επιδημίες, ενώ ο Τσέϊνι στην προοπτική ενός δυσοίωνου μέλλοντος με πολέμους. Ο Τσέϊνι και η σύζυγος του Λιν ήταν ένα πανίσχυρο ζευγάρι που οικοδόμησαν την τεράστια περιουσία τους ποντάροντας ο ένας στους πολέμους που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ στο εξωτερικό μέσα από τις δραστηριότητες της εταιρείας του Halliburton, ενώ η σύζυγος βοηθώντας την Lockheed στην ηλεκτρονική συλλογή δεδομένων για να αναλάβει τη διεύθυνση των κρατικών υπηρεσιών των ΗΠΑ.
Όταν λοιπόν ο Ράμσφελντ ανάλαβε το Υπουργείο Άμυνας στην κυβέρνηση Μπους του νεότερου έβαλε σε εφαρμογή ένα σχέδιο: να μεταμορφώσει τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Ήθελε να εφαρμόσει «τη λογική της αγοράς» στις ένοπλες δυνάμεις δηλαδή στον πυρήνα του κράτους, αναθέτοντας τις δραστηριότητες του στρατού σε ιδιωτικές εταιρείες, σε εξωτερικούς προμηθευτές, όπως λεγόντουσαν. Ιδιωτικές εταιρείες θα αναλάμβαναν την καθαριότητα, την επισκευή και συντήρηση των στρατιωτικών οχημάτων, την υποστήριξη των υπολογιστικών συστημάτων του στρατού, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των στρατιωτών, το κτίσιμο των αμερικάνικων βάσεων στο εξωτερικό…ενώ έργο των ενόπλων δυνάμεων θα ήταν μόνο να παρέχουν μάχιμους άντρες και όπλα! Το όραμα ενός «κενού στρατού» το χαρακτηρίζει η συγγραφέας, όπου κρατιέται μόνο το εξωτερικό κέλυφος του στρατού ενώ το εσωτερικό του είναι κούφιο, άνευ περιεχομένου. Ένα μοντέλο στρατού, το οποίο εμπνεύστηκε απ’ τα μοντέλα των εμπορικών εταιρειών, τύπου Νike, όπου η εταιρεία έχει καταργήσει τα εργοστάσια της κι έχει αναθέσει την παραγωγή των προϊόντων της σ’ ένα πολύπλοκο δίκτυο υπερεργολαβικών ιδιωτικών εταιρειών, προτιμώντας να διοχετεύει χρήματα της στο μάρκετινγκ και στο σχεδιασμό των προϊόντων της. Την παραμονή της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη –οποία σύμπτωση- ο Ράμσφελντ ανακοινώνει το σχέδιο του στους αξιωματούχους του Πενταγώνου, οι οποίοι μένουν εμβρόντητοι! Την άλλη μέρα ήταν δύσκολο να ασχοληθούν αυτοί και η κοινή γνώμη με το σχέδιο Ράμσφελντ, διότι είχαν με περισσότερα επείγοντα ζητήματα να ασχοληθούν.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 μια νέου τύπου οικονομία αναδύεται στις ΗΠΑ και το κράτος μετασχηματίζεται σε «κορπορατικό», όπως το χαρακτηρίζει η συγγραφέας. Μια συμμαχία ανάμεσα στις μείζονες πηγές εξουσίας, την πολιτική και την οικονομική, την κυβέρνηση και τις επιχειρήσεις με σκοπό τα συντεχνιακά τους συμφέροντα αδιαφορώντας πλήρως για το επίπεδο διαβίωσης του λαού. Η λύση που έδωσε ο Μπους ο νεότερος στην ύφεση της αμερικάνικης οικονομίας, ήταν η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, όχι όμως για να ρυθμίσει το σύνολο της οικονομικής ζωής παίζοντας εξισορροπητικό ρόλο μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων (όπως έκανε ο Κέϊνς), αλλά παρεμβαίνει για να σώσει μόνο τις μεγάλες αμερικάνικες εταιρείες. Το κράτος υπογράφει κερδοφόρες συμβάσεις μαζί τους, χωρίς να έχουν προηγηθεί μειοδοτικοί διαγωνισμοί συχνά, και μειώνει επιπλέον και τη φορολογία τους.
Το κορπορατικό κράτος οργανώνει τη Νέα Οικονομία της καταστροφής. Για δεκαετίες ολόκληρες η αγορά τρεφόταν με τις περιφερειακές αρμοδιότητες του κράτους. Τώρα θα καταβρόχθιζε τον πυρήνα του, τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία, τις φυλακές, τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών, τη δημόσια διοίκηση, την παιδεία, την υγεία!(σ.401) Αντί το κράτος να παρέχει ασφάλεια στους πολίτες του με τις δικές του κρατικές υπηρεσίες, τώρα θα αγόραζε την ασφάλεια από τον ιδιωτικό τομέα (σ.402). Αναπτύσσεται λοιπόν μια ανθηρή οικονομία με επίκεντρο την εθνική ασφάλεια και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας με εγγυημένη χρηματοδότηση από το κράτος, που παίρνει τα χρήματα από τους φορολογούμενους και τα δίνει στις ιδιωτικές εταιρείες!
Το σύστημα οργανώνεται: Συγκροτούνται ειδικές κρατικές επιτροπές που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια σε ιδιώτες-επενδυτές με τους οποίους έχουν πολιτικές διασυνδέσεις. Στη συνέχεια αυτοί αναζητούσαν νέες ιδιωτικές εταιρείες που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν συναφή προϊόντα με την ασφάλεια. Εδώ μεγάλο ρόλο παίζουν οι πρώην υπουργοί και αξιωματούχοι, οι οποίοι προτιμούσαν να παραιτηθούν από τα κυβερνητικά τους πόστα, ακόμα και πριν λήξει η θητεία τους, για να ασχοληθούν με τις εταιρείες ασφάλειας, πουλώντας τις διασυνδέσεις τους και την πληροφόρηση που είχαν εκ των έσω για θέματα ασφάλειας. Βέβαια υπήρχαν και πρόσωπα (Ράμσφελντ, Τσέϊνι…) που δεν ήταν και τόσο ευαίσθητα στο να κατέχουν συγχρόνως πολιτικές και οικονομικές θέσεις σε εταιρείες με κίνδυνο να κατηγορηθούν για διαπλοκή. Άλλοι όπως ο Κίσσινγκερ και ο Ρ. Περλ κινούνταν σε μια γκρίζα περιοχή, όντας ταυτόχρονα επιχειρηματίες, διανοούμενοι και διαμορφωτές της πολιτικής ως σύμβουλοι υπουργών. Πάντοτε υπήρχε μια περιστρεφόμενη πόρτα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στον ιδιωτικό τομέα, τώρα όμως αυτή αντικαταστάθηκε πλήρως από μια ορθάνοιχτη αψίδα θριάμβου, χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας.
Μία από τις πρώτες εκρήξεις της βιομηχανίας εθνικής ασφάλειας ήταν οι κάμερες παρακολούθησης. Για παράδειγμα μόνο στη Βρετανία τοποθετήθηκαν 4,2 εκατομμύρια κάμαρες, που αντιστοιχούν 1 κάμερα για κάθε 14 πολίτες. Η συνεχής όμως βιντεοσκόπηση εικόνων δημιουργεί νέο πρόβλημα, ποιος θα παρακολουθήσει και θα αναλύσει τόσες ώρες βιντεοσκόπησης (π.χ 4 δις ώρες), οπότε αναπτύσσεται μια νέα αγορά «αναλυτικού λογισμικού» που θα ταυτίζει τις βιντεοσκοπημένες εικόνες με άλλες εικόνες αρχείων για να γίνει η ταυτοποίηση των υπόπτων για τρομοκρατία. Επειδή όμως το πρόβλημα ταυτοποίησης συνεχίζεται δημιουργείται μια νέα αγορά «ψηφιακής βελτίωσης των εικόνων» και μετά μια νέα αγορά που αφορά τη «διαχείριση των πληροφοριών». Είναι φοβερό, τον 21ο αιώνα ένας πολιτισμός να αναλίσκεται παράγοντας προϊόντα που δεν τα έχουν ανάγκη κατά βάθος οι κοινωνίες. Πάνω σε «κατασκευασμένες» ανάγκες δημιουργείται μια αγορά «φούσκα» για την ασφάλεια!

ΙΡΑΚ: τριάντα χρόνια πειράματα, έφτασε η ώρα του υπερσόκ και το κλείσιμο του κύκλου με τη δημιουργία του «κενού κράτους»
Από τη Χιλή (1973) στο Ιράκ (2003) πέρασαν τριάντα χρόνια θεραπείας-σοκ σε διάφορες παραλλαγές της αλλά στο Ιράκ δοκιμάστηκε η θεωρία του Φρίντμαν για την πλήρη απορύθμιση του κράτους, ώστε να φαντάζει το Ιράκ ένα «κενό κράτος», όπου όλα είναι ιδιωτικοποιημένα και φυσικά χωρίς την παρουσία του κοινωνικού κράτους.

Όλα άρχισαν με την απόφαση της κυβέρνησης Μπους του νεότερου να επεκταθούν οι ελεύθερες αγορές στον αραβικό κόσμο, που ήταν απ’ τα τελευταία προπύργια αντίστασης στην αμερικάνικη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και οικονομία. Επιλέχτηκε στο Ιράκ να εφαρμοστεί η θεραπεία-σοκ, διότι ήταν η τρίτη χώρα στον κόσμο με τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα, τα οποία τώρα τελευταία γλιστρούσαν από τον αγγλοαμερικάνικο έλεγχο με τις συμφωνίες που έκλεινε ο Σαντάμ Χουσεϊν με ρωσικές και γαλλικές εταιρείες. Εξάλλου η γεωπολιτική θέση του Ιράκ ήταν κομβικής σημασίας για την εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.
Το Ιράκ υπέστη τρία ισχυρότατα σοκ στη σειρά, τα εξής:
Πρώτο σοκ, πολεμικό: Από το Μάρτη ως το Μάϊο του 2003 το Ιράκ βομβαρδίζεται καθημερινά από τα αγγλοαμερικάνικα στρατεύματα Η επίθεση αυτή είχε την κωδική ονομασία «Σοκ και Δέος», της οποίας η ονομασία και μόνο αποτελούσε ένα ισχυρότατο ψυχολογικό όπλο των εισβολέων κατά των Ιρακινών. Ο ψυχολογικός πόλεμος -που προηγήθηκε της εισβολής- περιελάμβανε επίσης την επίδειξη των τρομερών όπλων της πολεμικής αμερικάνικης τεχνολογίας, όπως της επονομαζόμενης «Μητέρας όλων των βομβών», της μεγαλύτερης βόμβας, που είχε κατασκευαστεί ποτέ, η οποία όταν έπεφτε άνοιγε σαν μανιτάρι ύψους 7 χιλιομέτρων δίνοντας την ψευδαίσθηση πυρηνικής βόμβας κι απλώνοντας το θάνατο σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Ακολουθούσαν οι τηλεκατευθυνόμενοι πύραυλοι ακριβείας που έπλητταν με χειρουργική ακρίβεια το στόχο τους.
Όταν άρχισε η επίθεση, η Βαγδάτη βομβαρδιζόταν νυχθημερόν. Πλήττονταν όχι μόνο στρατηγικοί στόχοι αλλά κι άμαχος πληθυσμός αψηφώντας οι επιτιθέμενοι το Δίκαιο του Πολέμου και δικαιολογώντας τους νεκρούς ως παράπλευρες απώλειες του πολέμου. Εκτοξεύθηκαν περισσότεροι από 20.000 τηλεκατευθυνόμενοι πύραυλοι ακριβείας, πάνω από 30.000 βόμβες, 380 πύραυλοι Τομαχόκ μέσα σε μια μέρα, όταν στον πόλεμο του Κόλπου το 1991 ριχνόντουσαν 300 τη βδομάδα. Έπρεπε να υποστούν ισχυρότατο σοκ για να αισθανθούν δέος μπροστά στην «ανωτερότητα» του εισβολέα και να του παραδοθούν. Αυτή η σαρωτική επίθεση λειτουργούσε κι ως ένα ψυχολογικό μέσον για να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου, βομβαρδίζοντας τις αισθήσεις του, ώστε να καταστούν ανίκανοι να σκέπτονται.
Η συγγραφέας γράφει «το ένα μετά το άλλο τα αισθητήρια όργανα της πόλης σταμάτησαν να λειτουργούν, με πρώτο απ’ όλα τα αφτιά [..] κι ακολούθησαν τα μάτια.». Η διάλυση του τηλεφωνικού δικτύου και των τηλεοπτικών αναμεταδοτών είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στους κατοίκους απ’ ότι οι αεροπορικές επιθέσεις. «Μια ολόκληρη πόλη 5.000.000 κατοίκων βυθίστηκε σε μια τρομαχτική, ατέλειωτη νύχτα. Παγιδευμένοι μέσα στα σπίτια τους δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και να μάθουν τι συνέβαινε έξω. Ολόκληρη η πόλη ήταν αλυσοδεμένη και με μια κουκούλα στο κεφάλι. Και στη συνέχεια την έγδυσαν […] βλέποντας τους πιο σημαντικούς θεσμούς τους να ευτελίζονται, την ιστορία τους να φορτώνεται σε καμιόνια και να εξαφανίζεται»(σ.451). Οι λεηλασίες του Εθνικού Μουσείου του Ιράκ, που φυλάσσονταν αντικείμενα από την πρώτη ανθρώπινη κοινωνία που δημιουργήθηκε επί γης και οι λεηλασίες της Εθνικής Βιβλιοθήκης λύγισαν την ψυχή της χώρας. Οι απτές αποδείξεις της εθνικής τους κληρονομιάς χάθηκαν. Κι ενώ από τη μια τα φορτηγά με τα αρχαιολογικά κλοπιμαία έφευγαν, απ’ την άλλη άρχισαν να καταφτάνουν νταλίκες με κινέζικες τηλεοράσεις, χολυγουντιανές ταινίες και DVD. «Ενώ η μια κουλτούρα παραδινόταν στις φλόγες, μια άλλη προσυσκευασμένη εισέβαλε για να την αντικαταστήσει». Στόχος των εισβολέων να δημιουργήσουν ένα νέο έθνος ξεχνώντας ότι οι Ιρακινοί είναι ένας λαός με αραβική συνείδηση, βαθιά θρησκευόμενος, που κατοικεί σ’ ένα μέρος με πανάρχαιο πολιτισμό και με τεράστιο ορυκτό πλούτο.
Το δεύτερο σοκ είναι οικονομικό: «Η ανοικοδόμηση του Ιράκ», το μεγαλεπήβολο σχέδιο της κυβέρνησης Μπους, που δυστυχώς στην πράξη αποδείχτηκε μια δεύτερη λεηλασία της χώρας μετά τον πόλεμο.
Για την ανοικοδόμηση του Ιράκ το αμερικανικό Κογκρέσο ενέκρινε 38δις δολάρια, άλλες χώρες έδωσαν 15 δις δολάρια και χρησιμοποιήθηκαν άλλα 20δις δολάρια από τα έσοδα του ιρακινού πετρελαίου. Ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους, διακήρυττε ότι πρόκειται για ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ αλλά στην πραγματικότητα λειτούργησε ως ένα σχέδιο αντι-Μάρσαλ. «Η τολμηρή καινοτομία του ιρακινού πειράματος συνίστατο στο ότι μετέτρεψε την εισβολή, την κατοχή, την ανοικοδόμηση σε μια ενδιαφέρουσα, πλήρως ιδιωτικοποιημένη νέα αγορά, η οποία δημιουργήθηκε με τεράστιες ποσότητες δημοσίου χρήματος» (σ.465) Κι οι αγορές είδαν την ανοικοδόμηση ως μια ευκαιρία για εύκολα και γρήγορα κέρδη.
Στην ανοικοδόμηση του Ιράκ πρωτοστάτησε ο Πολ Μπρέμερ, ο έμπιστος της κυβέρνησης Μπους, ήταν αυτός που κυβερνούσε πραγματικά το Ιράκ. Είχε εμπειρία στην αντιτρομοκρατία από την εποχή της προεδρίας Ρήγκαν, είχε δική του εταιρεία που παρείχε συμβουλές κι ασφάλεια στις πολυεθνικές και για λίγο διάστημα είχε ζήσει και στο Αφγανιστάν. Ο Μπρέμερ ονειρευόταν να δημιουργήσει μια επενδυτική φρενίτιδα, προσελκύοντας επενδυτές με τη μείωση της φορολογίας απ’ το 45% στο 15%, επιτρέποντας στις ξένες εταιρείες να κατέχουν το 100% των περιουσιακών στοιχείων μιας ιρακινής επιχείρησης και να μεταφέρουν έξω από το Ιράκ το 100% των κερδών της εταιρείας. Η Ουάσινγκτον περιόρισε το ρόλο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, γιατί ήθελε να έρχεται η ίδια σε απευθείας συνεννόηση με τον Μπρέμερ. Του έστελνε με e-mail νόμους, τους οποίους ο Μπρέμερ εκτύπωνε, υπόγραφε κι επέβαλε με διατάγματα στους Ιρακινούς.
Πριν την εισβολή η οικονομία του Ιράκ εξαρτιόταν από την εθνική πετρελαϊκή εταιρεία κι από 200 κρατικές εταιρείες που παρήγαν τα βασικά είδη διατροφής κι επεξεργάζονταν τις πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες τσιμέντου, χαρτιού μέχρι και λαδιού. Ο Μπρέμερ, όταν ανέλαβε την εξουσία εξέδωσε καινούργιο νόμισμα προβαίνοντας σε μια τεράστια λογιστική αλχημεία. Απολύει 500.000 δημοσίους υπαλλήλους επιστήμονες για να εκκαθαρίσει το κράτος από τους πιστούς του Σαντάμ. Μετά άρχισε να ιδιωτικοποιεί τις 200 κρατικές εταιρείες, να προβαίνει σε μαζικές απολύσεις, να προσλαμβάνει ξένους εργάτες στις κατασκευαστικές εταιρείες για να τους ελέγχουν καλύτερα από τους ντόπιους. Συγχρόνως οι μεγάλες αμερικάνικες εταιρείες ιδρύουν γραφεία μέσα στην Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης ή στο Κουβέϊτ ή στο Αμμάν κι υπογράφουν συμβάσεις με την Προσωρινή Συμμαχική Αρχή, που τυπικά κυβερνούσε το Ιράκ. Στη συνέχεια αναθέτουν σε εξωτερικούς προμηθευτές την εκτέλεση των εργασιών δηλαδή σε υπερεργολάβους από το Κουβέϊτ ή το Αμμάν, οι οποίοι με τη σειρά τους τις αναθέτουν σε άλλες μικρότερες εταιρείες, κι αυτές σε άλλους. Όταν η βία επιδεινώθηκε ανέθεσαν τις εργασίες και σε ιρακινές εταιρείες με έδρα το Κουρδιστάν! Κι έτσι κατέληγαν μέσα από αυτό το σύστημα των υπο-υπο-υπο-υποεργολάβων να τοποθετούνται ανεμιστήρες αντί κλιματιστικά –για τα οποία πληρώθηκαν οι μεγάλες εργοληπτικές εταιρείες- ή ένας ξυπόλητος Ιρακινός υδραυλικός να προσπαθεί να διορθώσει τα υδραυλικά του Κεντρικού Νοσοκομείου Παίδων της Βαγδάτης, που υποτίθεται ότι το είχε ανοικοδομήσει μία αμερικάνικη εταιρεία. (σ.479-480)
Οι Ιρακινοί δεν είχαν καμία συμμετοχή στη υλοποίηση του σχεδίου ανοικοδόμησης του Ιράκ. Τους περιόρισαν στο ρόλο του θεατή. Δεν ήθελαν να επαναληφθεί το φιάσκο που έπαθαν στη Ρωσία, γι αυτό απέκλεισαν την τοπική ελίτ από τις εταιρείες. Οι Ιρακινοί (ελίτ, απολυμένοι υπάλληλοι κι εργάτες) βλέποντας τους ξένους να τους παίρνουν τις δουλειές φυσικό ήταν να αντιδράσουν βίαια, όχι μόνο για να τους εκδικηθούν αλλά και για να εμποδίσουν τους ξένους να έρχονται στη χώρα τους. Η βία ήταν το μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, που τους έμεινε για να μην έρχονται οι ξένοι επενδυτές και οι εργάτες στη χώρα τους, φοβούμενοι το κλίμα βίας που επικρατούσε. Έτσι οι επενδύσεις που ονειρεύτηκε ο Μπρέμερ δεν έγιναν και η καθαρόαιμη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που οραματίστηκε ο Φρίντμαν στην οικονομία γύρισε μπούμερανγκ στους ανθρώπους που θέλησαν να την εφαρμόσουν στο Ιράκ. «Μια περίπτωση ιδεολογικής ανάκρουσης» κατέληξε το Ιράκ για τους εμπνευστές της ανοικοδόμησης του, όπου μια νέα γενιά εργοληπτικών εταιρειών πίστεψε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τις αρμοδιότητες του κράτους! Μετά το σχέδιο του Ράμσφελντ για τον «κενό στρατό» έρχεται η εφαρμογή του «κενού κράτους». Αποτυχία πλήρη, την οποία οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προσπάθησαν να την αποδώσουν στους Ιρακινούς και στη βία που χρησιμοποιούσαν!
Οι αμερικάνικες εταιρείες στα τέλη του 2007 απεχώρησαν από το Ιράκ, γιατί είχαν λήξει οι συμβάσεις που είχαν υπογράψει, στην πραγματικότητα διότι απέτυχαν. Εισέπραξαν βέβαια τις παχυλές αμοιβές τους απ’ το αμερικάνικο κράτος σύμφωνα με τις συμβάσεις τους αλλά δεν λογοδότησαν ποτέ για την ημιτελή ανοικοδόμηση που άφησαν πίσω τους, διότι οι εργολαβικές εταιρείες δεν υπόκειντο ούτε στη αμερικανική νομοθεσία ούτε στην ιρακινή, αφού η Προσωρινή Συμμαχική Αρχή, που κυβερνούσε το Ιράκ δεν υπαγόταν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ (σ.481)! Το κενό στα μικροκαθημερινά προβλήματα των Ιρακινών ήρθαν να καλύψουν οι σιϊτικές οργανώσεις -χρηματοδοτούμενες από τα τεμένη και το Ιράν- που έστελναν ηλεκτρολόγους να επιδιορθώσουν το ηλεκτρικό και το τηλεφωνικό δίκτυο, που προγραμμάτιζαν την αποκομιδή των απορριμμάτων, που τοποθετούσαν γεννήτριες έκτακτης ανάγκης, που οργάνωναν εθελοντικές αιμοδοσίες… Σ’ ένα απογυμνωμένο «κενό κράτος» η μοναδική εξουσία που άρχισε να αναδύεται είναι αυτή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, στον οποίο όλο και περισσότεροι οργισμένοι κι απελπισμένοι Ιρακινοί προστρέχουν.
Το τρίτο σοκ, πολιτικό: Οι Ιρακινοί απ’ την ψυχολογία της απελευθέρωσης απ’ τη δικτατορία του Σαντάμ Χουσεϊν κι από τα ωραία λόγια του Μπρέμερ πέρασαν στις συλλήψεις και στα βασανιστήρια, στις φυλακές Άμπου Γκράϊμπ. Από τη μια δικτατορία στην άλλη.

Το πρώτο καλοκαίρι αμέσως μετά την εισβολή του 2003, οι Ιρακινοί παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά, συγχρόνως αισθανόντουσαν κι ανακούφιση γιατί είχαν απαλλαγεί απ’ το τυραννικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεϊν. Αισθανόντουσαν κατά κάποιο τρόπο ελεύθεροι, αφού μπορούσαν να διαδηλώνουν καθημερινά έξω από τις πύλες της Πράσινης Ζώνης της Βαγδάτης ζητώντας απ’ τον Μπρέμερ να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Τύπωναν εφημερίδες γεμάτες επικριτικά άρθρα για το οικονομικό πρόγραμμα του Μπρέμερ και το κυριότερο διεξήγαγαν αυθόρμητα εκλογές σε πόλεις και κωμοπόλεις. Μάλιστα Αμερικανοί στρατιώτες διευκόλυναν τους Ιρακινούς στην οργάνωση των εκλογών πιστεύοντας τον Πρόεδρο τους ότι ήλθαν στο Ιράκ για να εγκαθιδρύσουν τη δημοκρατία.
Ο δημοκρατικός όμως ενθουσιασμός των Ιρακινών σε συνδυασμό με την απόρριψη του οικονομικού προγράμματος Μπρέμερ ανησύχησε πολύ την κυβέρνηση Μπους, η οποία διέταξε την ακύρωση των δημοκρατικών αλλαγών. Ο Μπρέμερ από τα ωραία λόγια και τις υποσχέσεις που έδωσε στην αρχή, άρχισε τώρα να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ματαιώνει τη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης και τη σύνταξη του προσχεδίου του Συντάγματος, ακυρώνει δεκάδες τοπικές εκλογές, διορίζει αντί να αφήσει να εκλεγούν τα μέλη του Μεταβατικού Κυβερνητικού Συμβουλίου και τους τοπικούς άρχοντες ενώ οι κατοχικές Αρχές υπαγορεύουν ένα μεταβατικό Σύνταγμα. Ο λαός αντιδρά με διαδηλώσεις έχοντας ως κεντρικό σύνθημα «ναι στις εκλογές-όχι στις επιλογές» και γεννιούνται οι πρώτες ένοπλες ιρακινές ομάδες αντίστασης, όπως του Μαχντί κι άλλων. Οι κατοχικές αρχές απαντούν με ξαφνικές εφόδους στα σπίτια με συλλήψεις ανδρών και βασανιστήρια.
Στα βασανιστήρια χρησιμοποιήθηκαν οι πιο «προηγμένες» κι εξειδικευμένες ανακριτικές μέθοδοι. Ο διοικητής της περίφημης φυλακής Γκουαντανάμο έφτασε στο Ιράκ για να δώσει τα φώτα του για να οργανωθεί η φυλακή Άμπου Γκράϊμπ, η οποία μας είναι γνωστή απ’ τις τρομερές φωτογραφίες που διέρρευσαν στον Τύπο, απεικονίζοντας διάφορους τρόπους βασανιστηρίων, που εξευτελίζουν τον άνθρωπο, κόντρα στις Διεθνείς Συμβάσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Υπήρχαν όμως κι άλλες φυλακές υπό αμερικάνικο έλεγχο κι υπό ιρακινό, κατάλοιπα της εποχής Σαντάμ, τους οποίους Ιρακινούς εκπαίδευαν οι Αμερικανοί. Μεταξύ των φυλακών αυτών αναφέρονται η μυστική φυλακή της CIA κοντά στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης, η οποία περιελάμβανε το τρομακτικό μαύρο δωμάτιο και οι φυλακές με τα μικροσκοπικά κελιά 1,2Χ1,2 μέτρων, όπου έκλειναν τους κρατούμενους, ώστε να μην μπορούν να στέκονται όρθιοι, ούτε ξαπλωμένοι με σκοπό την αποστέρηση των αισθήσεων και την παλινδρόμηση των κρατουμένων, μία αναβίωση των μεθόδων του ψυχιάτρου Κάμερον!
Για την κατοχή του Ιράκ δεν επαρκούσε ο αμερικάνικος στρατός, του οποίου τον αριθμό όλο και μείωνε ο Ράμσφελντ, γι αυτό ανέθεσαν σε ιδιωτικές εταιρείες να συμβάλλουν στην ασφάλεια της χώρας. Πολλές εταιρείες ασφάλειας μεταξύ αυτών η ισχυρή Blackwater κατακλύζουν σιγά-σιγά όλο το Ιράκ, ώστε μετά τρία χρόνια κατοχής να αποτελούν τη μεγαλύτερη δύναμη μετά τις αμερικάνικες ένοπλες δυνάμεις. Ένας κακόφημος και σκοτεινός κόσμος μισθοφόρων, στρατολογημένος από διάφορα μέρη του κόσμου «ενσωματώνεται» στην πολεμική μηχανή των ΗΠΑ, αναλαμβάνοντας μάχιμη δράση υποστηρίζοντας τους αμερικανούς στρατιώτες. Επιπλέον οι εταιρείες ασφάλειας ανέλαβαν δεκάδες παραδοσιακές λειτουργίες του στρατού, μετά τη «σαρωτική μεταμόρφωση» που επέφερε ο Ράμσφελντ στον αμερικάνικο στρατό. Η στρατολόγηση γινόταν από ιδιώτες «στρατολόγους» και η στρατιωτική εκπαίδευση γινόταν στις ιδιωτικές εγκαταστάσεις τους. Η ιατρική περίθαλψη των τραυματιών στρατιωτών γινόταν σε ιδιωτικά νοσοκομεία, που κόντευαν να αντικαταστήσουν τα στρατιωτικά. Κι όταν χρειάστηκαν ανακριτές και διερμηνείς για τους φυλακισμένους Ιρακινούς οι ιδιωτικές εταιρείες προσέλαβαν πλήθος ιδιωτών-ανακριτών.
Οι εργολάβοι που ασχολούνταν με δραστηριότητες γύρω από το στρατό αυξήθηκαν δραματικά μέσα στα 4 χρόνια της ιρακινής κατοχής. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος αντιστοιχούσε 1 εργολάβος για κάθε 10 στρατιώτες και το 2007 αντιστοιχούσε 1 εργολάβος για 1,4 στρατιώτες. Το Ασσοσιέντ Πρες υπολόγιζε σε 120.000 τους εργολάβους το 2007, αριθμό ανάλογο σχεδόν με εκείνο των αμερικανικών στρατευμάτων. Η ιδιωτική εταιρεία που αποκόμισε τα περισσότερα κέρδη από το Ιράκ ήταν η Halliburton, συμφερόντων του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, του Τσέϊνι. Αυτή ανέλαβε το κολοσσιαίο έργο να εφοδιάζει με πετρέλαιο όλο το Ιράκ, αυτή ανέλαβε δεκάδες παραδοσιακές λειτουργίες του στρατού, αυτή έκτισε τις στρατιωτικές βάσεις στο Ιράκ που τις έκανε να μοιάζουν με αμερικάνικα προάστια που δεν θύμιζαν καθόλου τα στρατόπεδα με την αυστηρή πειθαρχία και σκληραγωγία τους, κι αυτή έκτισε την Πράσινη Ζώνη στη Βαγδάτη.
Η Πράσινη Ζώνη είναι μια περιτειχισμένη μ’ ένα τείχος πάχους 5 μέτρων κι αυστηρά φυλασσόμενη πόλη μέσα στην πόλη της Βαγδάτης. Έχει το δικό της δίκτυο ηλεκτροδότησης και τηλεφωνικής επικοινωνίας, το δικό της σύστημα αποχέτευσης και το δικό της νοσοκομείο που είναι εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Εκεί έχουν την έδρα τους η Προσωρινή Συμμαχική Αρχή, όπως ονομάζεται η κυβέρνηση του Ιράκ, η Αμερικάνικη Πρεσβεία, οι μεγάλες εργοληπτικές εταιρείες κι εκεί κατοικούν ο Μπρέμερ με τη φρουρά του, διάφοροι αξιωματούχοι και επιχειρηματίες. Η συγγραφέας την παρομοιάζει γράφοντας: «Μοιάζει με ένα γιγάντιο κρουαζερόπλοιο καταμεσής μιας θάλασσας βίας κι απόγνωσης, της διακεκαυμένης Κόκκινης Ζώνης που αποτελεί σήμερα το Ιράκ». Όλοι αυτοί, όταν βγαίνουν έξω από την Πράσινη Ζώνη κυκλοφορούν με τεθωρακισμένα αυτοκίνητα συνοδευόμενοι από τους μισθοφόρους-φύλακες τους. Η Halliburton έχει υπό την απόλυτη εποπτεία της την Πράσινη Ζώνη, από τη συντήρηση των δρόμων, την απολύμανση των κτηρίων μέχρι την προβολή κινηματογραφικών ταινιών και τη διοργάνωση χορευτικών βραδιών.
Κι άλλα πολλά θα μπορούσαν να γραφούν για τη ζωή στο σημερινό κατακερματισμένο Ιράκ, μέσα στο οποίο επικρατεί ένα χάος! Για το πλήθος των νεκρών που μετράει και που τελειωμό δεν έχουν, για τους πρόσφυγες του που αναγκάστηκαν να φύγουν μακριά από την πατρίδα τους, για τα παιδιά που σταμάτησαν να πηγαίνουν στα σχολεία, για τις απαγωγές ευκατάστατων Ιρακινών που τους αρπάζουν από τη μέση του δρόμου για να πληρώσουν οι συγγενείς τους λύτρα, κι ακόμα για την προπαγανδιστική τηλεοπτική σειρά «Ο τρομοκράτης (Ιρακινός) στην τσιμπίδα της Δικαιοσύνης» με την οποία «ψυχαγωγούν» οι Αμερικανοί τον κοσμάκη και η οποία παραδόξως έχει και θεαματικότητα! Απ’ την άλλη η ιδιωτικοποίηση του πετρελαίου είναι μια κόκκινη γραμμή για τους Ιρακινούς, αφού το 95% των κρατικών εσόδων τους προέρχονται από αυτά, που δεν τόλμησε ούτε ο Μπρέμερ να θίξει. Τελικά βρέθηκε η λύση. Με νόμο που υιοθετήθηκε από το υπουργικό συμβούλιο του Ιράκ το Φεβρουάριο του 2007 τα πετρελαϊκά αποθέματα του Ιράκ θα τα διαχειρίζεται μια ομάδα ειδικών συμβούλων Ιρακινών και ξένων. Μια πανίσχυρη και ζάμπλουτη ομάδα πετρελαϊκών εταιρειών (BP, Shell, Exxon Mobil, Chevron) θα διαχειρίζεται τον πλούτο της χώρας παίρνοντας την έγκριση της 7ιρακινής «κυβέρνησης», η οποία εύκολα υπογράφει μακροχρόνιες συμβάσεις μαζί τους, αφήνοντας και λίγα ψίχουλα για τον ιρακινό λαό!(σ.506-7)
Οι φυσικές καταστροφές ως σοκ για να εξαπλωθούν οι αγορές επιβάλλοντας τη νεοφιλελεύθερου τύπου παγκοσμιοποίηση.
Η πρώτη γενική πρόβα έγινε το 1998, όταν ο τυφώνας Μιτς έπληξε τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής, την Ονδούρα, τη Γουατεμάλα και τη Νικαράγουα. Ακολούθησαν η Σρι Λάνκα (πρώην Κεϋλάνη), και οι νήσοι Μαλβίδες στον Ινδικό Ωκεανό, όταν το τσουνάμι έπληξε τις ακτές τους στις 24 Δεκεμβρίου του 2004 και τον επόμενο χρόνο η Νέα Ορλεάνη στις ΗΠΑ, όταν ο τυφώνας Κατρίνα σάρωσε τα πάντα στο διάβα του. Οι αγορές είδαν τις κατακλυσμιαίες αυτές καταστροφές ως μια χρυσή ευκαιρία για να αναλάβουν την ανοικοδόμηση των πληγεισών περιοχών με τέτοιο τρόπο όμως για να τους αποφέρει τεράστια κέρδη αδιαφορώντας για τις συνθήκες στέγασης και διαβίωσης των ντόπιων κατοίκων που επλήγησαν από τις καταστροφές.
Οι αγορές με τη βοήθεια μιας ομάδας ντόπιων πολιτικών κατάφεραν να διαχειριστούν τα δάνεια που χορήγησε το ΔΝΤ και τα τεράστια χρηματικά ποσά που συγκεντρώθηκαν απ’ όλον τον πλανήτη ως ανθρωπιστική βοήθεια, ώστε να επιβάλλουν το δικό τους μοντέλο ανοικοδόμησης. Για παράδειγμα στη Σρι Λάνκα και στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Μαλβίδων, αποτελούμενο από 200 περίπου νησιά, προωθήθηκε ένας τουρισμός υψηλού επιπέδου, ένα είδος ριψοκίνδυνου οικοτουρισμού. Το είδος αυτού του τουρισμού σήμερα αποτελεί μια νέα αναπτυσσόμενη αγορά, που καλύπτει την ανάγκη για διακοπές των νέων δισεκατομμυριούχων, που δημιούργησαν οι ελεύθερες αγορές.
Νησιά-θέρετρα ή ιδιωτικά νησιά υπόσχονται ονειρεμένες διακοπές. Κτίρια εμπνευσμένα από τους παραδοσιακούς οικισμούς των ψαράδων, κτισμένα πάνω σε πασσάλους, που διαθέτουν σχοινένιες σκάλες για να κατεβαίνεις στο νερό, υπνοδωμάτια του ξενοδοχείου Four Seasons που «επιπλέουν» πάνω στον ωκεανό, υποθαλάσσιο εστιατόριο του ξενοδοχείου Hilton κατασκευασμένο σ’ έναν κοραλλιογενή ύφαλο και η τιμή της διανυκτέρευσης…ποικίλλει από 500 ως 5.000 δολάρια! Από την άλλη πληθαίνουν οι παραγκουπόλεις στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων. Καταυλισμοί προσφύγων, πρώην ψαράδων που διώχτηκαν από τις παραλίες τους για να κτιστούν τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τώρα στοιβάζονται μέσα σε παράγκες φτιαγμένες από λαμαρίνα και σανίδες, χωρίς πόσιμο νερό κι αποχέτευση κι επιπλέον οι περισσότεροι είναι κι άνεργοι. Οι δυο όψεις της παγκοσμιοποίησης, οι δυο πόλοι της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ένα νέο απαρχάϊντ, όπου «οι μεν διεκδικούν το δικαίωμα να εργάζονται, οι δε το δικαίωμα να διασκεδάζουν» καταλήγει η συγγραφέας.
«Ένας κόσμος Πράσινων και Κόκκινων Ζωνών αναδύονται οπουδήποτε εμφανίζεται ο καπιταλισμός της καταστροφής» που χωρίζει στα δυο τις κοινωνίες αναφέρει η συγγραφέας. Όταν δεν υπάρχει κράτος ισχυρό να προστατεύσει τους πολίτες του τότε δημιουργείται η ανάγκη για εναλλακτικούς τρόπους προστασίας είτε πρόκειται για ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας που πουλάνε προστασία σε όσους έχουν να πληρώσουν είτε πρόκειται για φανατικές ομάδες που υπερασπίζονται τα δικά τους χρησιμοποιώντας βία. (σ.559)Το πραγματικό κράτος έχει χάσει τις ικανότητες του να επιτελεί τις βασικές λειτουργίες του, ο εξοπλισμός του είναι παρωχημένος και οι καλύτεροι ειδικοί το εγκαταλείπουν για τον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα ακόμα και η μυστική εταιρεία πληροφοριών η CIA αναγκάστηκε να απαγορεύσει στις ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας να έρχονται στις κεντρικές εγκαταστάσεις της κι από εκεί να στρατολογούν εργαζόμενους της! Ένα προσεχές μέλλον έρχεται, όπου θα σημειωθεί έξαρση των εταιρειών ασφάλειας προβλέπει η συγγραφέας. Ήδη στις ΗΠΑ έχουν εμφανιστεί εταιρείες ασφάλειας που υπόσχονται σωτηρία στους πελάτες τους ενόψει μια επερχόμενης καταστροφής. Με ιδιωτικά ελικόπτερα κι αεροπλάνα θα τους μεταφέρουν από τον τόπο καταστροφής σε ασφαλές μέρος, αρκεί να έχουν να πληρώνουν.

Το Ισραήλ: Μια χώρα που έχει αναπτύξει πολύ τη βιομηχανία ασφάλειας και κτίζει τείχη για να προφυλαχτεί από τους επικίνδυνους γείτονες του.
Το Ισραήλ είναι μια χώρα που παρατηρείται το εξής παράδοξο: η οικονομία της ανθεί ενώ η πολιτική κατάσταση που βιώνει στη Μέση Ανατολή είναι ασταθής και γεμάτη συγκρούσεις. Μέχρι τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 αυτά τα δυο δεν συμβάδιζαν. Σήμερα όμως οι βίαιες συγκρούσεις ωφελούν την ανάπτυξη της οικονομίας, αφού πλήθος εταιρειών δραστηριοποιούνται γύρω από τους πολέμους. Και το Ισραήλ έχει αναπτύξει μεγάλη βιομηχανία γύρω από την εθνική ασφάλεια, ώστε να θεωρείται η τέταρτη στην παγκόσμια κατάταξη σχετικά με την παραγωγή προϊόντων που σχετίζονται με βίαιες συγκρουσιακές καταστάσεις.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή.
Το Ισραήλ κατάλαβε ότι η μονοπώληση του ενδιαφέροντος του στη διαμάχη του με τον αραβικό κόσμο για κοντά 50 χρόνια, από της ιδρύσεως του κράτους του, του στερούσε τη δυνατότητα να ανοιχτεί στο διεθνές περιβάλλον για να αναπτυχθεί οικονομικά. Έτσι άρχισε η Διαδικασία για την Ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Ένα όμως γεγονός, ο ερχομός 1.000.000 Εβραίων, που αναγκάστηκαν να φύγουν από την καταρρέουσα Σοβιετική Ένωση επί εποχής Γιέλτσιν, στις αρχές του 1990, έμελλε να αλλάξει την πολιτική που ακολουθούσε το Ισραήλ στο Παλαιστινιακό και να ναυαγήσει η Διαδικασία για την Ειρήνευση.
Οι Ρωσοεβραίοι μετανάστες, που κατέφτασαν στο Ισραήλ αποτελούσαν το 18% του συνολικού πληθυσμού του Ισραήλ, αριθμού ικανού να αντικαταστήσει τους χιλιάδες Παλαιστινίους που καθημερινά ερχόντουσαν από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα για να εργαστούν στο Ισραήλ και να πουλήσουν τα αγροτικά τους προϊόντα. Οι Ισραηλινοί τώρα δεν έχουν πια ανάγκη τα εργατικά χέρια των Παλαιστινίων και μάλιστα το 1993 εγκαινιάζουν μια πολιτική «αποκλεισμού» κλείνοντας για λίγες μέρες τα σύνορα τους, ώστε να εμποδίσουν τους Παλαιστίνιους να έρχονται στο Ισραήλ προς αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον την ίδια εποχή αυξήθηκαν οι εποικισμοί στα Κατεχόμενα εδάφη των Παλαιστινίων στέλνοντας ως εποίκους σ’ αυτά Ρωσοεβραίους.
Ένα δεύτερο γεγονός, που σχετίζεται και με το τεχνολογικό επίπεδο εξειδίκευσης της νέας γενιάς των Ρωσοεβραίων, είναι η στροφή και η ενασχόληση των Εβραίων με τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών, η οποία όμως ανεκόπη μετά την κρίση του 2000 και την κατάρρευση της οικονομικής «φούσκας» γύρω από τις τεχνολογίες αυτές. Έχοντας όμως κάποιο υπόβαθρο στις νέες τεχνολογίες και σε συνδυασμό με το κλίμα κατά της τρομοκρατίας, που επεκράτησε μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2001, το Ισραήλ στράφηκε έκτοτε στην παραγωγή συστημάτων ασφάλειας και παρακολούθησης. Για την προώθηση των προϊόντων του, που αποτελούν το 60% των εξαγώγιμων προϊόντων του, οργανώνει κάθε χρόνο σεμινάρια, επιδείξεις με προσομοιώσεις καταστροφής, συνέδρια, όπου συμμετέχουν κρατικοί αξιωματούχοι και ιδιώτες επιχειρηματίες.
Η βιομηχανία ασφάλειας τους παράγει βιντεοκάμαρες παρακολούθησης, συστήματα ηχογράφησης κι ανάλυσης τηλεφωνημάτων, ηλεκτρονικές «έξυπνες κάρτες» αναγνώρισης της ταυτότητας προσώπων που προβαίνουν στη βιομετρική αναγνώριση της ταυτότητας, τείχη προστασίας των υπολογιστικών δικτύων εταιρειών, εικονικούς φράχτες που τοποθετούνται συνήθως σε σύνορα κρατών κι αποτελούνται από ηλεκτρονικούς αισθητήρες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, κάμερες παρακολούθησης και πύργους ελέγχου. Επίσης ειδικεύονται στην εκπαίδευση αστυνομικών και στρατιωτών από την άοπλη (;) μάχη μέχρι την επιθετική οδήγηση τζιπ. Μεταξύ των πελατών τους βρίσκονται πολλές διασημότητες από το χώρο της σόου μπίζνες, πετρελαϊκές εταιρείες, τράπεζες, διεθνή αεροδρόμια το Βατικανό ακόμα και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ.
Η μεγέθυνση της οικονομίας του Ισραήλ άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό του επιχειρηματικού κόσμου του Ισραήλ. Η ειρήνη με τους Παλαιστινίους δεν τους είναι πια απαραίτητη. Αντίθετα επιλέγουν να υψώσουν ένα «φράγμα ασφαλείας» κτισμένο από τσιμέντο και ατσάλι στα σύνορα Ισραήλ-Παλαιστίνης. Η συγγραφέας κλείνει την ενότητα χαρακτηρίζοντας το ως ένα νέο «τείχος ντροπής», που απομονώνει τους Παλαιστίνιους σ’ ένα καινούργιο απαρτχάϊντ φτώχειας κι αποκλεισμού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«Το Δόγμα του σοκ» είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας της συγγραφέως, που στηρίζεται σε συνεντεύξεις ειδικών -σε κάθε χώρα που επισκέφτηκε η ίδια ή οι συνεργάτες της- τα ονόματα των οποίων αναφέρει κάθε φορά μέσα στο έργο. Επίσης στηρίζεται σε μια πλούσια βιβλιογραφία, την οποία παραθέτει στο τέλος του έργου και η οποία καλύπτει 87 σελίδες σε σύνολο 718 σελίδων. Το βιβλίο αυτό είναι καρπός μιας γόνιμης συνεργασίας μεταξύ της συγγραφέως και των συνεργατών της, που συνέλεξαν, επεξεργάστηκαν και μορφοποίησαν χιλιάδες πληροφορίες. Τα ονόματα των συνεργατών της μαζί με τα ονόματα κι άλλων προσώπων που με τις γνώσεις τους και την ηθική τους συμπαράσταση βοήθησαν τη συγγραφέα να ολοκληρώσει το έργο της, παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου μαζί με τις ευχαριστίες της.
Είναι ένα βιβλίο πραγματικά συγκλονιστικό, που παρά τις κάποιες αντιφάσεις του ίσως σε στατιστικά στοιχεία, καθηλώνει τον αναγνώστη με τη δραματικότητα του και τις αποκαλύψεις του για το τι κρύβεται πίσω από τα ιστορικά γεγονότα της εποχής μας. Για μας τους Έλληνες είναι επιπλέον πολύ επίκαιρο, διότι μας βοηθά να κατανοήσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελούνται οι οικονομικές κρίσεις, σαν αυτή που βιώνει η χώρα μας τον τελευταίο καιρό, και το κλίμα εκφοβισμού που απλώνεται πάνω στις κοινωνίες ως μέθοδος για να καμφθεί η αντίδραση του κόσμου στα αντιλαϊκά και αντιανθρωπιστικά μέτρα που λαμβάνονται.

Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη









Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

«Άι στο διάολο, ∆ΝΤ» Ναόμι Κλάιν



Η Ναόμι Κλάιν ξαναχτυπά.
Μετά το παγκόσμιο μπέστ σέλερ "Το Δόγμα του Σοκ"
η επιτυχημένη συγγραφέας και δημοσιογράφος επανέρχεται...


Αϊ στο διάολο, ΔΝΤ

με το καινούργιο βιβλίο της "Φράχτες και Παράθυρα"
, από τις Εκδόσεις Λιβάνη.

Χάρη στη διασυνοριακή ανταλλαγή πληροφοριών, έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει ότι τα προβλήματα κάθε χώρας είναιοι τοπικές επιπτώσεις μιας συγκεκριμένης παγκόσμιας ιδεολογίας, την οποία επιβάλλουν οι πολιτικοί κάθε χώρας, αλλά η οποία έχει επινοηθεί σε κεντρικό επίπεδο από μια ομάδα κορπορατικών συμφερόντων και διεθνών θεσμών, συμπεριλαμβανομένων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.


Τα κείμενα του βιβλίου περιέχουν τα πιο καταδικαστικά στοιχεία που η συγγραφέας κατάφερε να συγκεντρώσει για να αντιμετωπίσει δημόσια τους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους, αλλά καταγράφουν επίσης τις πιο συγκινητικές εμπειρίες που έζησε στους δρόμους δίπλα σε συντρόφους της ακτιβιστές, συνειδητοποιώντας ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες ενός μοναδικού συμβάντος: της συναρπαστικής στιγμής όπου οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι προσπαθούσαν να εισβάλουν στην κλειστή λέσχη των ειδικών όπου καθορίζεται η συλλογική μοίρα μας.


Προκλητικό, οξυδερκές και παθιασμένο, το Φράχτες και Παράθυρα αποτελεί την καταγραφή της κοσμοϊστορικής έναρξης του κινήματος κατά του νεοφιλελευθερισμού. Τα κείμενα δεν είναι παρά φωτογραφίες δραματικών στιγμών μέσα στο χρόνο, μια καταγραφή του πρώτου κεφαλαίου της πολύ παλιάς και επαναλαμβανόμενης ιστορίας της ανθρωπότητας η οποία αγωνίζεται να γκρεμίσει φράχτες μέσα στους οποίους προσπαθούν να την κλείσουν, να ανοίξει παράθυρα, να ανασάνει βαθιά, να δοκιμάσει την ελευθερία.


Μια πρόγευση απ' το βιβλίο


Την ίδια ηµέρα που ο πρόεδρος της Αργεντινής Εδουάρδο Ντουάλντε πραγµατοποιούσε µια ακόµα άκαρπη διαπραγµάτευση µε τους εκπροσώπους του ∆ΝΤ, µια οµάδα κατοίκων του Μπουένος Άιρες συµµετείχε σε µια διαφορετικού είδους διαπραγµάτευση: Ήταν µια ηλιόλουστη Πέµπτη στις αρχές Μαρτίου και προσπαθούσαν να αποφύγουν την έξωση από τα διαµερίσµατά τους. Σε απόσταση µερικών µόνο τετραγώνων από την έδρα του εθνικού κογκρέσου, οι ένοικοι της πολυκατοικίας που βρίσκεται στον αριθµό 335 της οδού Αγιακούτσο, ανάµεσά τους και δεκαεννέα παιδιά, είχαν οχυρωθεί στα διαµερίσµατά τους και αρνούνταν να τα εγκαταλείψουν. Στην τσιµεντένια πρόσοψη της πολυκατοικίας, κάποιος είχε γράψει: «Άι στο διάολο, ∆ΝΤ».


Ίσως να φαίνεται παράδοξο το ότι ένας θεσµός όπως το ∆ΝΤ που είναι αφιερωµένος στη µακροοικονοµία τόσο αποφασιστικά, εµπλέκεται σε ένα άκρως µικροοικονοµικό ζήτηµα όπως οι εξώσεις από την πολυκατοικία της οδού Αγιακούτσο. Όµως, σε µια χώρα όπου ο µισός πληθυσµός ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, δεν υπάρχει σχεδόν ούτε ένας τοµέας της κοινωνίας που η µοίρα του µην εξαρτάται από τις αποφάσεις του διεθνούς δανειστή.


Οι βιβλιοθηκάριοι, οι δάσκαλοι και άλλοι εργαζόµενοι του δηµόσιου τοµέα οι οποίοι πληρώνονται µε τυπωµένα στα γρήγορα επαρχιακά νοµίσµατα, θα µείνουν απλήρωτοι αν οι επαρχίες σταµατήσουν να τυπώνουν χρήµα, όπως απαιτεί το ∆ΝΤ. Και αν γίνουν µεγαλύτερες περικοπές στον δηµόσιο τοµέα όπως επιµένει ο διεθνής δανειστής, οι άνεργοι, που αγγίζουν το 30% του εργατικού δυναµικού, θα κάνουν ένα ακόµα βήµα πιο κοντά στην έλλειψη στέγης και την πείνα, που εξώθησε χιλιάδες ανθρώπους να λεηλατήσουν σουπερµάρκετ.


Και αν δεν βρεθεί µια λύση στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επικρατεί στον τοµέα της ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης, οι επιπτώσεις θα είναι ολέθριες για µια γυναίκα που συνάντησα στα προάστια του Μπουένος Άιρες. Με µια κίνηση ντροπής και απόγνωσης, ανέβασε την µπλούζα της και µου έδειξε την ανοιχτή πληγή και τα σωληνάκια που κρέµονταν από µια εγχείρηση στοµάχου, καθώς ο γιατρός της δεν είχε βάλει ράµµατα εξαιτίας της χρόνιας έλλειψης ιατρικών αναλώσιµων.


Ίσως κάποιοι να θεωρήσουν απρεπές να µιλάει κανείς για παρόµοια ζητήµατα. Υποτίθεται ότι η ανάλυση για την οικονοµική κατάσταση της Αργεντινής πρέπει να εστιάζεται στην µέχρι πρόσφατα κλειδωµένη ισοτιµία πέσο-δολαρίου, στην «επιστροφή στο πέσο» και στους κινδύνους του «στασιµοπληθωρισµού» – και όχι στα παιδιά που µένουν άστεγα ή στις ανοιχτές πληγές ηλικιωµένων γυναικών. Ωστόσο, οι απερίσκεπτοι σύµβουλοι της κυβέρνησης της Αργεντινής δεν είναι απρόσωποι.


Στους κύκλους των αγορών επικρατεί η συναινετική αντίληψη ότι το ∆ΝΤ δεν πρέπει να θεωρήσει την κρίση στην Αργεντινή ως εµπόδιο, αλλά ως ευκαιρία για την επιβολή αυστηρότερης λιτότητας: Σύµφωνα µε αυτό το σκεπτικό, η χώρα αναζητάει τόσο απεγνωσµένα ρευστό χρήµα, ώστε θα κάνει ό,τι θέλει το ∆ΝΤ. «Πρέπει να δρας κατά τη διάρκεια της κρίσης, καθώς το Κογκρέσο είναι πιο δεκτικό», εξηγεί ο Γουίνστον Φριτς, ο επικεφαλής του βραζιλιάνικου παραρτήµατος της Dresdner Bank AG.


Η πιο δρακόντεια υπόδειξη έγινε από τους Ρικάρδο Καµπεγιέρο και Ρούντιγκερ Ντόρνµπους, δυο οικονοµολόγους του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIT). Σε ένα άρθρο τους που δηµοσιεύτηκε στους Financial Times υποστήριξαν ότι «έχει έλθει η ώρα για ριζοσπαστικές λύσεις». Η Αργεντινή «πρέπει να εκχωρήσει προσωρινά την εθνική κυριαρχία της σε όλα τα χρηµατοοικονοµικά ζητήµατα... να αποποιηθεί τη νοµισµατική, φορολογική, ρυθµιστική και διαχειριστική κυριαρχία της για µια µεγάλη περίοδο, παραδείγµατος χάριν για µια πενταετία». Η οικονοµία της χώρας– «οι δαπάνες, η κυκλοφορία καινούριου νοµίσµατος και η φορολογική διαχείριση»– πρέπει να ελέγχεται από «ξένους παράγοντες», συµπεριλαµβανοµένης «µιας επιτροπής έµπειρων ξένων κεντρικών τραπεζιτών».


Σε µια χώρα όπως η Αργεντινή που εξακολουθεί να νιώθει ακόµη τρόµο λόγω της εξαφάνισης τριάντα χιλιάδων ανθρώπων από το δικτατορικό καθεστώς της περιόδου 1976-1983, µόνο «ξένοι παράγοντες», όπως οι δυο οικονοµολόγοι του MIT, έχουν το θράσος να ισχυρίζονται ότι «κάποιος πρέπει να διοικήσει τη χώρα µε σκληρό καταναγκασµό». Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ότι η καταστολή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να σωθεί η χώρα, µια αποστολή που, σύµφωνα µε τους Καµπεγιέρο και Ντόρνµπους, συνεπάγεται το άνοιγµα των αγορών, τη µεγαλύτερη µείωση των δαπανών και, φυσικά, «µια εκστρατεία µαζικών ιδιωτικοποιήσεων».


Πρόκειται για τη συνηθισµένη συνταγή, µόνο που αυτή τη φορά υπάρχει ένα πρόβληµα: Η Αργεντινή τα έχει ήδη κάνει όλα αυτά. Καθώς στη δεκαετία του 1990 υπήρξε ένας υποδειγµατικός µαθητής του ∆ΝΤ, άνοιξε την οικονοµία της (και αυτός είναι ο λόγος που τα κεφάλαια µπόρεσαν να φύγουν τόσο εύκολα από τη χώρα, όταν ξέσπασε η κρίση). Όσο για τις υποτιθέµενες υπέρογκες δηµόσιες δαπάνες της Αργεντινής, το ένα τρίτο πηγαίνει την εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισµού. Ένα τρίτο πηγαίνει στα συνταξιοδοτικά ταµεία που έχουν ήδη ιδιωτικοποιηθεί. Ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο –του οποίου ένα µέρος πηγαίνει όντως στην ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, την παιδεία και την κοινωνική βοήθεια– δεν επαρκεί για να καλυφθούν οι ανάγκες του αυξανόµενου πληθυσµού και, γι’ αυτόν το λόγο, καταφθάνουν από την Ισπανία φορτία µε δωρεές τροφίµων και φάρµακων.


Όσο για τις «µαζικές ιδιωτικοποιήσεις», η Αργεντινή έχει ήδη πειθήνια εκποιήσει τόσο πολλές από τις κοινωφελείς υπηρεσίες της –από τους σιδηροδρόµους µέχρι την τηλεφωνία–, ώστε τα µοναδικά παραδείγµατα δηµόσιας περιουσίας που µπόρεσαν να σκεφθούν οι Καµπεγιέρο και Ντόρνµπους ήταν τα λιµάνια και τα τελωνεία.


∆εν πρέπει, λοιπόν, να προκαλεί απορία το γεγονός ότι πολλοί από εκείνους που εκθείαζαν στο παρελθόν την Αργεντινή ισχυρίζονται σήµερα ότι για την οικονοµική κατάρρευση της χώρας ευθύνονται αποκλειστικά η εθνική απληστία και η διαφθορά. «Αν µια χώρα που κλέβει χρήµατα νοµίζει ότι θα της χορηγηθεί βοήθεια από τις Ηνωµένες Πολιτείες, δεν πρόκειται να την πάρει», δήλωσε ο Τζορτζ Μπους την προηγούµενη εβδοµάδα στο Μεξικό. Η Αργεντινή «πρέπει να πάρει µερικές δύσκολες αποφάσεις».


Ο πληθυσµός της Αργεντινής, που εδώ και µήνες έχει εξεγερθεί ανοιχτά εναντίον των πολιτικών, οικονοµικών και δικαστικών ελίτ της χώρας, δεν χρειάζεται κηρύγµατα για την αναγκαιότητα µιας καλής διακυβέρνησης. Στις τελευταίες οµοσπονδιακές εκλογές, κανένας πολιτικός δεν πήρε περισσότερες ψήφους από τον συνολικό αριθµό των άκυρων ψηφοδελτίων, στα περισσότερα από τα οποία φιγουράριζε ο ήρωας ενός κόµικ που ονοµάζεται Κλεµέντε. Τον επέλεξαν επειδή δεν έχει χέρια και, άρα, δεν µπορεί να κλέψει.


Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το ∆ΝΤ θα εξαλείψει την κουλτούρα δωροδοκίας και ατιµωρησίας που κυριαρχεί στην Αργεντινή, πολλώ δε µάλλον που ένας από τους όρους του για τη χορήγηση νέων δανείων ήταν να σταµατήσουν οι ποινικές διώξεις εις βάρος των τραπεζιτών που έβγαλαν παράνοµα τα κεφάλαιά τους από τη χώρα, επιδεινώνοντας απότοµα την κρίση. Για όσο διάστηµα η εθνική παθολογία της χώρας θα παρουσιάζεται ως η αποκλειστική αιτία της καταστροφής της, τα φώτα της δηµοσιότητας θα µένουν µακριά από το ∆ΝΤ.


Σε αυτό το οικείο αφήγηµα για µια πτωχευµένη χώρα που ικετεύει να τη «διασώσουν», µιας ζωτικής σηµασίας εξέλιξη αποκρύπτεται: Πολλοί από τους κατοίκους της Αργεντινής δεν θέλουν τα χρήµατα του ∆ΝΤ, καθώς είναι προφανές ότι το κόστος θα είναι πολύ µεγάλο. Αντίθετα, δηµιουργούν νέες µορφές εξουσίας, που στρέφονται εναντίον των χρεοκοπηµένων πολιτικών θεσµών και του ∆ΝΤ.


∆εκάδες χιλιάδες άνθρωποι οργανώνονται και συµµετέχουν σε συνοικιακές συνελεύσεις, οι οποίες συγκροτούν δίκτυα σε δηµοτικό και πανεθνικό επίπεδο. Σε πλατείες, πάρκα και διασταυρώσεις δρόµων, γείτονες συζητούν πώς θα κάνουν τις δηµοκρατικές οργανώσεις τους πιο υπόλογες και πώς θα καλύψουν το κενό της αποτυχηµένης διακυβέρνησης. Σκέφτονται να δηµιουργήσουν ένα «κογκρέσο πολιτών», που θα απαιτεί από τους πολιτικούς διαφάνεια και ανάληψη των ευθυνών τους. Συζητούν για την αναγκαιότητα ο προϋπολογισµός να είναι προϊόν συµµετοχικών διαδικασιών και οι θητείες στα δηµόσια αξιώµατα µικρότερης διάρκειας, ενώ παράλληλα οργανώνουν συσσίτια για τους άνεργους. Ο πρόεδρος της Αργεντινής, που δεν έχει εκλεγεί, έχει τροµοκρατηθεί τόσο πολύ από την αυξανόµενη πολιτική δυναµική των asambleas (συνελεύσεων), ώστε άρχισε να τις χαρακτηρίζει αντιδηµοκρατικές.


Οι ανησυχίες του είναι εύλογες. Οι asambleas συζητούν για τη δηµιουργία τοπικών βιοµηχανιών και την εκ νέου εθνικοποίηση της δηµόσιας περιουσίας που ιδιωτικοποιήθηκε. Και ίσως να µη σταµατήσουν εκεί. Η Αργεντινή, όντας για δεκαετίες ένας πειθήνιος µαθητής που τον απογοήτευσαν οι δάσκαλοι του ∆ΝΤ, δεν πρέπει να ικετεύει για δάνεια: Οφείλει να απαιτήσει αποζηµιώσεις.


Το ∆ΝΤ είχε την ευκαιρία του να κυβερνήσει την Αργεντινή. Τώρα, είναι η σειρά του λαού.


Βιογραφικό


Η Ναόμι Κλάιν γεννήθηκε το 1970 στο Μόντρεαλ. Είναι βραβευμένη δημοσιογράφος, συγγραφέας και κινηματογραφίστρια.


Το πρώτο της βιβλίο, το διεθνές best seller No Logo, μεταφράστηκε σε είκοσι οχτώ γλώσσες και χαρακτηρίστηκε «βίβλος των κινημάτων» από τους New York Times.

Γράφει στο Nation και στον Guardian και υπήρξε ανταποκρίτρια του Harper’s Magazine στο Ιράκ.

Το 2004 παρουσίασε το The Take, ένα ντοκιμαντέρ για τα κατειλημμένα εργοστάσια της Αργεντινής, του οποίου υπήρξε συμπαραγωγός μαζί με το σκηνοθέτη Άβι Λιούις.

Είναι πρώην μέλος του επιστημονικού προσωπικού του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Λονδίνου (London School of Economics) και επίτιμη διδάκτωρ Πολιτικού Δικαίου του Πανεπιστημίου King College της Νέας Σκοτίας.

Έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με το Canadian National Business Book Award και το Le Prix Médiations.

www.naomiklein.org


epikaira.gr