Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Ο κόσμος των αξιών αποκαλύπτεται χάρις στην ικανότητα του ανθρώπου να διακινδυνεύει γι’αυτές..







WHITE, Paul William
Australian artist


Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

του Francois Ewald

Η διακινδύνευση (risque) στις σύγχρονες κοινωνίες καταλαμβάνει μια αξιοσημείωτη θέση. Βρίσκεται παντού: στον κόσμο της οικονομίας, όπου προσδιορίζει το προφίλ του επιχειρηματία, στον κόσμο του χρηματιστηρίου όπου ταυτίζεται με τη μεγάλη απειλή του κραχ, στον κοινωνικό περίγυρο, όπου οι θεσμοί των ιδιωτικών ή κοινωνικών ασφαλίσεων ασχολούνται με την κάλυψή της, στο δικαστικό κόσμο, όπου χρησιμεύει στην απόδοση των ευθυνών, στον κόσμο της ηθικής, όπου διαμαρτυρόμαστε που η κοινωνία μας είναι υποβοηθούμενη, στον ιατρικό κόσμο, υπό τη μορφή της απροσδιόριστης θεραπευτικής τύχης, στο στρατιωτικό κόσμο, που επινόησε τη στρατηγική του «μηδενικού κινδύνου» (risque zero). Βρίσκεται, επίσης, στην ίδια τη φύση με τη μορφή των μεγάλων οικολογικών απειλών, στην επιστημονική έρευνα, όπου προσπαθούμε να την περιορίσουμε με τη βοήθεια της δεοντολογίας, όπως γίνεται για παράδειγμα με την εξέλιξη της τεχνολογίας και των βιομηχανικών εφαρμογών της για τις οποίες αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο η θέληση εξουσίας τους.

Η πανταχού παρουσία της διακινδύνευσης την έχει μετατρέψει σε μία λέξη-σύνθημα που προσδιορίζει κάθε τύπο συμβάντος, ατομικού ή συλλογικού, ελάσσονος σημασίας ή καταστροφικού. Η διακινδύνευση αποτελεί , στη σύγχρονη κοινωνία μας, τη μοντέρνα μορφή του συμβάντος, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε αυτό που μας ανησυχεί και μας προβληματίζει. Η διακινδύνευση είναι το μοναδικό σημείο για το οποίο η σύγχρονη κοινωνία προβληματίζεται, αυτοαναλύεται, αναζητά το σύστημα αξιών της και ίσως αναγνωρίζει τα όριά της.

Μια τέτοια συστηματική και ευρεία χρήση της έννοιας της διακινδύνευσης είναι πρόσφατη. Η έννοια της διακινδύνευσης πρωτοεμφανίζεται στη δυτική πολιτιστική ιστορία στα τέλη του Μεσαίωνα για να καθορίσει το αντικείμενο ενός ασφαλιστικού συμβολαίου. Θα περιοριστεί σ’αυτό για ένα μεγάλο διάστημα. Θα πρέπει να περιμένουμε την αντιμετώπιση του ζητήματος των εργατικών ατυχημάτων ,στα τέλη του 19ου αιώνα, για να αποκτήσει η έννοια της διακινδύνευσης πλήρη νομική υπόσταση με την κατηγορία της "επαγγελματικής απειλής", που στη συνέχεια διευρύνθηκε σ΄αυτή της "κοινωνικής απειλής". Και μόνο στη δεκαετία του 1970 πλέον, αναμφίβολα λόγω οικολογικών διεκδικήσεων , η έννοια της διακινδύνευσης θα πάρει τη διάσταση με την οποία είναι γνωστή σήμερα, όπου μερικοί, όπως ο Urlich Bech, φτάνουν στο σημείο να μιλούν ακόμα και για μια "κοινωνία διακινδύνευσης". Αυτή η ευρύτατη χρησιμοποίηση της συνιστά από μόνη της ένα γεγονός που έχει ενδιαφέρον να αναλυθεί. Δια μέσου της σύγχρονης χρήσης της έννοιας του κινδύνου, τι βιώνουμε ως "εμπειρία" με τη φιλοσοφική έννοια του όρου; Ποια μορφή εμπειρίας του εαυτού μας βιώνουμε, από τη στιγμή που θέτουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας και τις πράξεις μας υπό αμφισβήτηση διακινδυνεύοντας;





Θα ήθελα να προσεγγίσω τρεις μορφές αυτής της εμπειρίας: την ηθική, την κοινωνική και τη νομική.


Η διακινδύνευση ως ηθική εμπειρία

Η διακινδύνευση, στην κοινωνία που ζούμε, αποτελεί την πηγή των ηθικών αξιών. Είναι το πρώτο πράγμα που αναφέρεται όταν μιλάμε για κίνδυνο: η διακινδύνευση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αξίας όλου του συστήματος αξιών της κοινωνίας μας.

Όλοι θα θυμούνται τη σκηνή στο έργο " Επαναστάτης χωρίς αιτία ", όπου ο James Dean προκαλεί τον αντίπαλό του σε μια κούρσα θανάτου, στην οποία νικητής θα είναι αυτός που θα πηδήξει τελευταίος από το αυτοκίνητο που ορμάει με ταχύτητα στο χείλος του γκρεμού. Σ΄αυτή την περίπτωση αξιολογείται θετικά η διακινδύνευση, με ένα σχήμα υπερβατικό και παράλογο συγχρόνως. Μέσω αυτής της αντιμετώπισης, που αφορά στη γνώση τού μέχρι ποιού σημείου είμαστε διατεθειμένοι να ριψοκινδυνεύσουμε τη ζωή μας, αυτό που διακυβεύεται είναι η δυνατότητα ελέγχου, που θα δημιουργήσει το νόμο, που θα θέσει το σύστημα αξιών. Αυτή η σκηνή στο έργο "Επαναστάτης χωρίς αιτία", είναι η αμερικάνικη εκδοχή ενός γνωστού σημείου της "Φαινομενολογίας του πνεύματος" του Χέγκελ: της διαλεκτικής μεταξύ του αφέντη και του σκλάβου. Διακινδυνεύοντας την ίδια του τη ζωή, ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του εαυτού του ως ανθρώπου, του οποίου η αξία δεν ανάγεται στη βιολογική του υπόσταση και ο οποίος, μάλιστα, είναι ικανός να τη θέσει σε κίνδυνο για κάποιον άλλο λόγο. Ο κόσμος των αξιών αποκαλύπτεται χάρις στην ικανότητα του ανθρώπου να διακινδυνεύει γι’αυτές. Ο κίνδυνος αποτελεί, ταυτόχρονα, αρχή ιεραρχίας: αυτός που ριψοκινδυνεύει να αντιμετωπίσει το θάνατο κυριαρχεί έναντι αυτού που δεν έχει το κουράγιο. Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπινου είδους διεξάγεται μέσω της διακινδύνευσης και, πιο συγκεκριμένα, μέσω του κινδύνου της ίδιας της ζωής του. Τα ζώα, αντίθετα, είναι αποκλεισμένα από την εμπειρία της διακινδύνευσης. Με άλλα λόγια, αν δε μπορείς να διακινδυνεύσεις, τότε ζείς σαν ζώο.

Πράγματι, σύμφωνα με την παράδοσή μας, η έννοια της διακινδύνευσης συνδέεται με αυτές του θάρρους, του ηρωισμού και της ικανότητας να ρισκάρει κανείς τη ζωή του, να θυσιάζεται. Εκτός από το «ρίσκο» που παίρνω, μετράει και η αξία την οποία προσδίδω σ΄αυτό για το οποίο παίρνω το «ρίσκο»: η πατρίδα σε περίπτωση πολέμου, η ελευθερία σε περίπτωση αντίστασης, η αγάπη σε περίπτωση θυσίας της προσωπικής βολής. Αυτό που δίνει αξία σε μια αξία, είναι ο,τιδήποτε είμαστε έτοιμοι να διακινδυνεύσουμε γι΄αυτή.

Αν η επικινδυνότητα αποτελεί έναν τρόπο αξιολόγησης, δεν έχει ,ωστόσο, μια απόλυτη αξία. Αν το θάρρος είναι μια αρετή, δεν είναι ,ωστόσο, αρετή το θράσος . Η έξαψη του επικίνδυνου είναι ικανή να οδηγήσει στους χειρότερους αποτροπιασμούς, όπως φάνηκε καλά στον XXο αιώνα. Το εγκώμιο της αυτοθυσίας προσεγγίζει έναν φανατισμό που μπορούμε δικαίως να αμφισβητήσουμε. Η επικινδυνότητα δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό για την ύπαρξή μας. Εξάλλου, στη διαλεκτική σχέση μεταξύ του αφέντη και του σκλάβου, ο Hegel δικαιώνει το σκλάβο που με την εργασία του θα αποκτήσει την πραγματική κυριαρχία. Στην ηθική της διακινδύνευσης, υπάρχει πάντα ένα όριο που είναι η ίδια η ζωή. Μπορούμε να αξιολογήσουμε θετικά τη διακινδύνευση, αλλά μόνο στο μέτρο που υπηρετεί τη ζωή. Η επικινδυνότητα αποτιμά τη ζωή, υπό την προϋπόθεση ότι τη διαφυλάσσει. Έτσι, η ηθική της διακινδύνευσης έχει ένα όριο: την εξυπηρέτηση της ζωής. Δεν έχει απόλυτη αξία. Όλοι οι ηρωισμοί δεν είναι άμεμπτοι. Η ηθική της διακινδύνευσης ταλαντεύεται ανάμεσα στον παροξυσμό του ηρωισμού, για τον οποίο δεν έχει πλέον τίποτα αξία, και στη δειλή υποχώρηση ή συστολή κάποιου, που σε κάθε περίπτωση προτιμά να διασφαλίζεται, ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω του. Η αξία της επικινδυνότητας βρίσκεται στο μέτρο, στην αναλογία. Ούτε υπερβολικά πολύς, ούτε υπερβολικά λίγος. Η ηθική της διακινδύνευσης είναι μια ηθική ισορροπίας.

Αυτός ο προβληματισμός γύρω από την αξία του κινδύνου είναι σήμερα παρών με πολλές μορφές. Έτσι , μπορούμε να αναρωτηθούμε σχετικά με τη στρατηγική του πολέμου με "μηδενικό κίνδυνο". Ποια αξία δίνουμε στις αξίες μας αν δε δεχόμαστε να τις υπερασπιστούμε παρά μόνο υπό την προϋπόθεση να μην πεθάνουμε γι΄αυτές;





Η διακινδύνευση ως κοινωνική εμπειρία

Πρόκειται για το πεδίο της ασφάλισης. Εδώ η επικινδυνότητα παίρνει τη μορφή ενός συμβάντος μελλοντικού, δυνατού να γίνει, ενδεχόμενου, πιθανού, ευτυχούς ή δυστυχούς, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δημιουργεί φόβο για τις συνέπειες που θα κληροδοτήσει. Σ΄ αυτό το πεδίο, ο κίνδυνος είναι πλασματικός. Παρόλα αυτά η ασφάλιση του προσδίδει μια αξία επίκαιρη, μια τιμή: το ασφάλιστρο της ασφάλισης. Έτσι, συνδεμένος με την ασφάλιση, ο κίνδυνος δεν εγκαταλείπει τον κόσμο των αξιών. Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος στην ασφάλιση δεν αποτελεί ποτέ τίποτα άλλο παρά το μέτρο μιας αξίας. Η ασφάλιση είναι αυτή που δίνει μια οικονομική τιμή στον κίνδυνο, μια νομισματική εκτίμηση, το δεδομένο που προσδίδει μια μορφή ύπαρξης σε μια αξία.

Πώς μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια η τιμή του κινδύνου; Υπάρχουν δύο θεωρίες διαθέσιμες: η πρώτη, περισσότερο ψυχολογικού χαρακτήρα, υποστηρίζει πως η τιμή του κινδύνου μετριέται με βάση την αποστροφή που δείχνει απέναντί του εκείνος που επιζητά να τον αποφύγει. Για το ζήτημα αυτό δεν υφίσταται ανάγκη στατιστικής. Η τιμή του κινδύνου αποτελεί το σύνολο του ποσού του ασφαλίστρου στο οποίο θα συμφωνήσουν αυτός που θα τον μεταβιβάσει και αυτός που δέχεται να τον επιβαρυνθεί. Είναι όπως το παρουσιάζει το παρακάτω ανέκδοτο: ο πρόεδρος της φίρμας Cutty Sark, για να διαφημίσει το ουίσκι του, είχε προσφέρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στον πρώτο που θα έβλεπε το τέρας του Λοχ Νες. Ίσως μια νύχτα να είδε κάποιον εφιάλτη, να είχε κάποιες τύψεις; Όφειλε να κρατήσει την τρελή του υπόσχεση, αυτή που θα έβαζε σε κίνδυνο την επιχείρησή του. Έψαξε λοιπόν και βρήκε έναν ασφαλιστή, κάποιον στον οποίο θα μπορούσε να μεταφέρει τον κίνδυνο τον οποίο είχε τόσο απερίσκεπτα επωμισθεί. Βρήκε ένα συνδικάτο των Lloyds με το οποίο συμφώνησε ένα ασφάλιστρο. Για να καλυφθεί αυτός ο κίνδυνος, ο πλέον πλασματικός και απίθανος, του δόθηκε μια τιμή, έγινε μια μεταβίβαση κινδύνου, έγινε μια ασφάλιση χωρίς να χρειαστεί καμιά στατιστική. Η έννοια της επικινδυνότητας στην ασφάλιση δε συνδέεται τόσο με την έννοια του κινδύνου, όσο με εκείνη της ελπίδας ή του φόβου. Η επικινδυνότητα αποτελεί το μέτρο μιας ελπίδας, μιας μαθηματικής ελπίδας η οποία, σύμφωνα με τον Pascal, αντιστοιχεί στο αποτέλεσμα της πιθανότητας του γεγονότος προς την ίδια την αξία του, μιας ηθικής ελπίδας (ή χρηστικής) σύμφωνα με τον Dαniel Bernoulli , η οποία αντιστοιχεί σ΄αυτό που είμαι διατεθειμένος να πληρώσω περισσότερο από εκείνο που θα όφειλα, υπό αυστηρά κριτήρια μαθηματικής ελπίδας, για να απαλλαγώ από τον κίνδυνο. Και αυτό το "περισσότερο" είναι που μετράει με ακρίβεια ποια είναι για μένα η αξία του κινδύνου.

Αυτή η καθαρά συμβολαιογραφική θεώρηση της ασφάλισης αντιστοιχεί , για να επαναλάβουμε μια διάκριση που εισηγήθηκε ο Michel Albert, σε μια θεώρηση περισσότερο των ναυτικών χωρών παρά των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, και ως επί το πλείστον στη Γαλλία, επικρατεί μια θεώρηση της ασφάλισης που περιέχεται στην έννοια της αμοιβαιότητας- αλληλοασφάλισης, δηλαδή στην ιδέα της στατιστικής και της πιθανότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι η ασφάλιση στη Γαλλία, για να μπορέσει να αναγνωριστεί, αναγκάστηκε να αποδεσμευτεί από το παιχνίδι και το στοίχημα. Στην προοπτική αυτή, η διακινδύνευση αντιστοιχεί στην πιθανότητα να συμβεί κάποιο γεγονός σε ένα πληθυσμό. Με δεδομένο τον πληθυσμό των Γάλλων αυτοκινητιστών, την κατάσταση των δρόμων, τη φύση των προφυλακτήρων των αυτοκινήτων, σήμερα χάνονται στην άσφαλτο περίπου 8.000 ζωές. Και για να επαναλάβουμε την έκφραση του μεγάλου κοινωνιολόγου Adolphe Quetelet, είναι ο «φόρος» τιμής που οι Γάλλοι αφιερώνουν κάθε χρόνο προκειμένου να κυκλοφορούν με αυτοκίνητα. Μπορούμε να προβλέψουμε ότι από χρονιά σε χρονιά ο αριθμός αυτός θα διατηρηθεί σταθερός, με κάποιες αποκλίσεις, τις οποίες μπορούμε εξάλλου να υπολογίσουμε. Αυτό μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε το μέσο ασφάλιστρο αυτοκινήτου ανά κάτοικο ή ανά οδηγό. Και μπορούμε ταυτόχρονα να υπολογίσουμε την πιθανότητα που έχει το τάδε ή το δείνα άτομο να συμπεριληφθεί στα 8.000 θύματα. Αυτό εξαρτάται από την ιπποδύναμη του αυτοκινήτου, την εμπειρία του οδηγού, τους δρόμους στους οποίους κυκλοφορεί, κ.λ.π.., κριτήρια που χρησιμεύουν στον προσδιορισμό του ατομικού ασφάλιστρου της οδικής ασφάλισης. Ο καθένας, ωστόσο, δεν αντιπροσωπεύει τον ίδιο κίνδυνο για την ομάδα. Μερικοί οδηγούν πιο ριψοκίνδυνα από τους άλλους. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να προσδιορίσει κανείς την τιμή της επικινδυνότητας: αντιστοιχεί στη μικρότερη ή μεγαλύτερη πιθανότητα δυστυχήματος, με βάση αναφοράς το μέσο όρο. Ονομάζουμε αυτή την τιμή , δίκαια τιμή (le prix equitable).

Με αυτή την περισσότερο κοινωνιολογική παρά ψυχολογική θεώρηση, η ομάδα υπερέχει εις βάρος του ατόμου. Ο κίνδυνος χαρακτηρίζει την ομάδα. Την προσβάλλει με μια καταθλίβουσα και αγγίζει τα άτομα ως μέλη της ομάδας. Ο κίνδυνος χαρακτηρίζει την ομάδα, την ενώνει, την προσωποποιεί και της δίνει μια ταυτότητα. Παράδοξο της ελευθερίας: ο καθένας μπορεί να αισθάνεται όσο ελεύθερος θέλει, θα συνεισφέρει δε, όπως κι αν έχει το πράγμα ,δια μέσου των πράξεών του, στην αναπαραγωγή της κοινής στατιστικής. Μια παρόμοια ομάδα, προσδιορισμένη από τον κίνδυνο που διατρέχει, αποτελεί αυτό που ονομάζουμε αλληλοασφαλιστικό σύστημα (une mutualité).

Δίνοντας στον κίνδυνο μια τιμή, τέτοια ώστε να μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ενός συμβολαίου, η ασφάλιση δίνει υπόσταση στο μη υφιστάμενο, αληθοφάνεια στο μη πραγματικό, παρουσία στο ενδεχόμενο. Αντιστρέφει τη ροή του χρόνου : το επίφοβο γεγονός είναι παρόν, έστω κι αν δεν έχει συμβεί, έστω κι αν δεν πρόκειται να συμβεί. Είναι παρόν, έχοντας πάρει υπόσταση από το συμβόλαιο, υπό τη μορφή ενός κλάσματος απειροστοελάχιστου σε σχέση με αυτό που θα γίνει. Μ΄άλλα λόγια, είναι παρόν με έναν τέτοιο τρόπο, εντούτοις ρεαλιστικό, που η παρουσία του παραμένει πρακτικά αδιόρατη. Είναι αυτό που προσδίδει διπλή αποτελεσματικότητα στην ασφάλιση. Κατ΄αρχάς, διαιρώντας τον κίνδυνο σε κλάσματα, κάνει το επίφοβο γεγονός όχι επίφοβο πλέον. Η ασφάλιση διαλύει, συντρίβει τα εμπόδια και τα κάνει υποφερτά. Μερικές φορές, μάλιστα, σε υπερβολικό βαθμό.

Η αρετή, όμως, της ασφάλισης έγκειται στο ότι ξεπερνά μια απλή λογική βοήθειας. Η ασφάλιση μεταβάλλει τη φύση των πραγμάτων με τέτοιο τρόπο, ώστε το να μην ασφαλίζεσαι να αποτελεί σφάλμα. Αυτό το τελευταίο διατυπώθηκε με επιτυχία τον περασμένο αιώνα από τον Edmond About, σε ένα μικρό βιβλίο που το είχε αφιερώσει στην Ασφάλιση (L’Assurance): "Γνωρίζετε ότι τα λάστιχα των αυτοκινήτων χρησιμοποιούμενα στο οδόστρωμα διασκορπίζουν πάνω από είκοσι κιλά σίδηρο την ημέρα στους δρόμους του Παρισιού. Αυτά τα είκοσι κιλά μετάλλου, πολύτιμα ανάμεσα στ΄άλλα, δεν εξαφανίζονται, αλλά χάνονται. Η απειροελάχιστη διαίρεσή τους, τα καθιστά άχρηστα, γιατί δε μπορεί να τα πιάσει κανείς. Υποθέστε ότι ένας υπομονετικός και επινοητικός εργάτης κατορθώνει να συλλέξει τα «άτομα» του σιδήρου, να τους επαναφέρει τη συνοχή τους, την αντοχή τους και όλες τις χρήσιμες ιδιότητές τους. Τα βάζει στο σιδηρουργείο και φτιάχνει ένα μοχλό. Αυτός ο εργάτης δε δημιούργησε ένα κεφάλαιο προς χρήση των ανθρώπων; Ένα λεπτό του φράγκου δεν αποτελεί περισσότερο κεφάλαιο, απ’ό,τι τα ρινίσματα σιδήρου συνιστούν ένα μοχλό. Πρόκειτα μετά βίας για μια αξία. Με μεγάλη δυσκολία θα βρείτε άτομα που θα τους ένοιαζε η απώλεια ή το κέρδος ενός λεπτού, γιατί από ένα λεπτό απομονωμένο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Μα εκείνος που με τίμιο τρόπο θα αποκτούσε από τους συμπατριώτες του αυτό το μικρό άχρηστο κέρμα, θα δημιουργούσε ένα κεφάλαιο δέκα εκατομμυρίων, μ΄άλλα λόγια έναν καταπληκτικό μοχλό ικανό να κινήσει ακόμα και βουνά." Το να δίνει κανείς τιμή στην ελπίδα, το να ενεργοποιεί το ενδεχόμενο περικλείει, στο εξής, και το ότι αυτός που δεν ενεργοποιεί στην πορεία του το ενδεχόμενο της διακινδύνευσης είναι ένας παράγοντας ατομικής και συλλογικής ζημίας: ατομικής σε ό,τι αφορά στην κατάσταση στην οποία θα βρεθεί αν ο κίνδυνος πραγματοποιηθεί, συλλογικής, εφόσον στερεί την κοινωνία από τη δυνατότητα να μετακινήσει βουνά. Η ασφάλιση προσδίδει οικονομική αποτελεσματικότητα στο γεγονός της αλληλεγγύης. Η ασφάλιση, επειδή ενεργοποιεί το ενδεχόμενο, είναι ο μηχανισμός με τον οποίο μετατρέπεται μια πιθανή απώλεια σε κεφάλαιο, είναι, συγχρόνως, ένας συνδυασμός προστασίας και ένας οικονομικός μηχανισμός που αντιστρέφει τους όρους και δημιουργεί από μια απώλεια, μια αρχή επένδυσης. Η αξία του έγκειται στο ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν απλό μηχανισμό ανακατανομής του βάρους της επιβάρυνσης.

Η ασφάλιση προτείνει μια κοινωνική εμπειρία της διακινδύνευσης συνδεμένη ταυτόχρονα με το φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία. Με το φιλελευθερισμό γιατί είναι μια πολιτική φιλοσοφία που δημιουργεί μέσα από τη διαχείριση της διακινδύνευσης μια αρχή διακυβέρνησης. Πρέπει τα άτομα να έρθουν αντιμέτωπα με τον κίνδυνο, για να αποκτήσουν απόλυτη συνείδηση της πραγματικής τους ταυτότητας, υποβοηθούμενα από τη δική τους προνοητικότητα από τον εθελοντικό συνεταιρισμό με τους άλλους. Η ασφάλιση, όμως, είναι ταυτόχρονα και γέννημα θρέμμα της δημοκρατίας, στην οποία δίνει το χαρακτηριστικό της αλληλεγγύης. Γι΄αυτό, εδώ και δύο αιώνες, καλούμαστε ασταμάτητα να αποκτήσουμε συνείδηση του εαυτού μας, άλλοτε ατομικά κι άλλοτε συλλογικά, υπό τη μορφή της ασφάλισης.

Αυτή η λογική της διακινδύνευσης γνώρισε μια μοναδική κάμψη, όταν θελήσαμε να χρησιμοποιήσουμε την ασφάλιση στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων συνδεμένων με τη εξέλιξη της βιομηχανοποιημένης κοινωνίας. Με τις κοινωνικές ασφαλίσεις ,η ασφάλιση γίνεται υποχρεωτική. Πρόκειται για τη μέριμνα προστασίας των ατόμων από ορισμένους κινδύνους που θα ονομάζαμε κοινωνικούς. Η ιδέα είναι διπλή: ανεξαρτήτως του εισοδήματός του, κάθε άτομο πρέπει να προστατεύεται από τους κινδύνους αυτούς για το λόγο του ότι αυτοί δεν είναι δίκαια κατανεμημένοι μέσα στην κοινωνία. Πρόκειται γι’αυτό που εκφράζει το επίσημο κοινωνικό δόγμα της 3ης Δημοκρατίας: την κοινωνική αλληλεγγύη. Το αν υπάρχουν κοινωνικοί κίνδυνοι, οφείλεται στο ότι η ίδια η κοινωνία τους δημιουργεί κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της χωρίς ωστόσο να είναι δίκαιος ο καταμερισμός τους. Η εξισορρόπηση των ανισοτήτων εν όψει του κινδύνου και η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών, αυτό είναι το πρόγραμμα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η κοινωνική ασφάλιση με την εξασφάλιση απόδοσης χρημάτων με την κάλυψη των κοινωνικών κινδύνων δημιουργεί όχι πλέον έναν θεσμό αλλά ένα δικαίωμα, ένα δικαίωμα καταρχάς του μισθωτού και στη συνέχεια ένα δικαίωμα του πολίτη ως προς την κοινωνική Ασφάλεια. Η ιδέα της ενεργοποίησης του ενδεχόμενου, η οποία μεταφράζεται με οικονομικούς όρους σε κεφαλαιοποίηση, υποχωρεί μπροστά σε μια μορφή γενικευμένης ασφάλισης, που λειτουργεί με βάση τον καταμερισμό.

Αυτή η λογική της ασφάλισης γνώρισε εξαιρετική εξάπλωση. Ο κοινωνικός προϋπολογισμός του έθνους ξεπερνά στο εξής τον προϋπολογισμό του Κράτους. Και η απόσταση μεταξύ τους διαρκώς μεγαλώνει με βάση μια λογική σύμφωνα με την οποία η φύση των κινδύνων που πρέπει να καλυφθούν (υγεία, συντάξεις) δεν προεικάζει ότι πρόκειται να υπάρξει κάμψη. Εν τούτοις, έχουμε προσεγγίσει το όριο πέρα από το οποίο οι δαπάνες προφύλαξης φαίνεται ότι τείνουν να καταστρέψουν τις ίδιες τις πηγές απ’ όπου προμηθεύονται πόρους: τα κοινωνικά βάρη εξαντλούν την οικονομία. Ένας οικονομικός λόγος, που επαυξάνεται λόγω ενός ηθικού λόγου: αντί να βοηθούν στο να διακινδυνεύει κανείς, οι ασφαλιστικοί θεσμοί προκαλούν αντιπαραγωγικά φαινόμενα που οδηγούν στο “να χάνει κανείς το ηθικό του”: η ασφάλιση δε χρησιμεύει πλέον στο να διακινδυνεύει κανείς, εξουσιοδοτεί το να μη χρειάζεται ποτέ να διακινδυνεύσει.

Προηγουμένως, αναρωτιόμασταν για το ποιο είναι το αναγκαίο όριο της ανάληψης διακινδύνευσης, για τους κινδύνους που εγκυμονεί ο φανατισμός της διακινδύνευσης× τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια αντίστροφη κατάσταση: αυτό που πρέπει να μας τρομάζει δεν είναι η υπερβολή στην ανάληψη της διακινδύνευσης, αλλά αντίθετα η έλλειψή της. Πρόκειται εκ νέου για ένα πρόβλημα ισορροπίας.





Ο κίνδυνος ως νομική εμπειρία

Η νομική μορφή της διακινδύνευσης είναι η ευθύνη. Αντιλαμβανόμαστε την διακινδύνευση σαν απειλή, κίνδυνο, δυστυχία, καταστροφή. Η ευθύνη είναι ένας μηχανισμός αν όχι της μεταφοράς της διακινδύνευσης, τουλάχιστον της μεταφοράς της επιβάρυνσης του κινδύνου. Δια μέσω των νόμων της νομικής ευθύνης οργανώνεται ο καταμερισμός του φόρτου αυτού στην κοινωνία. Ακριβώς όπως κάθε αιτία ακολουθείται από ένα αποτέλεσμα, κάθε ατομική δραστηριότητα δεν παύει να επηρεάζει την δραστηριότητα των άλλων ατόμων κατά τρόπο που δεν παύει να τροποποιεί την κατάσταση είτε θετικά είτε αρνητικά. Αυτό ισχύει στους κόλπους της οικογένειας, στη σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών και στη σχέση του άνδρα με τη γυναίκα. Αυτό ισχύει στον οικονομικό τομέα όπου ο ανταγωνισμός δίνει το δικαίωμα να βλάπτουμε ατιμώρητα. Δεν παύουμε να επηρεάζουμε οι μεν τους δε. Η ευθύνη με τη νομική έννοια, καθορίζει εκείνες τις αλληλεπιδράσεις που δεν πρέπει να παραμείνουν σαν ευθύνη αυτού που τις υπομένει και συγχρόνως οργανώνει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να πραγματοποιηθεί η μεταφορά της ευθύνης. Φυσικά οι περισσότερες επιπτώσεις της κοινωνικής ζωής δεν δίνουν διέξοδο σε μια διαδικασία επανόρθωσης, ειδάλλως η ζωή θα ήταν αδύνατη. Κατ’αρχήν, αυτό που αφορά στην ευγένεια ή την κοινωνικότητα δεν ρυθμίζεται από τα δικαστήρια, όπως εξάλλου και οι οικογενειακές φιλονικίες. Η οικονομία της αγοράς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει καθόλου εάν οι συντελεστές της μπορούσαν να εκφράζουν παράπονα για όλα τα κακά που προκαλούν συνεχώς ο ένας στον άλλο. Έτσι το άρθρο 1382 του Α.Κ. ορίζοντας ότι ένα αδίκημα δεν μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο στην περίπτωση που έχει προκληθεί κατά λάθος, είχε περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίκασης αποζημίωσης. Αλλά το φαινόμενο του τυχαίου ατυχήματος που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνία οδήγησε προοδευτικά στο να εδραιωθεί η ευθύνη πάνω στην έννοια της διακινδύνευσης.

Η διακινδύνευση είναι η «εκβιομηχανοποιημένη» εκδοχή της αντίληψής μας για την ευθύνη. Η έννοια αυτή δεν εισάγεται στο δίκαιο παρά μόνο στο τέλος του 19ου αιώνα με τους νόμους για τα εργατικά ατυχήματα, δηλαδή με την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε ακριβώς ότι η έννοια της διακινδύνευσης επιβλήθηκε για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε τα προβλήματα του καταμερισμού των ευθυνών στη βιομηχανική κοινωνία. Πώς όμως να αναλογιστούμε την ευθύνη ως κίνδυνο;

Ας επιστρέψουμε στον Αριστοτέλη. Γι’ αυτόν, οι άνθρωποι είναι προορισμένοι για τη φρόνηση. Θα πρέπει να είμαστε φρόνιμοι, γιατί ο κόσμος είναι ατελής και αόριστος, το μέλλον είναι άδηλο. Αυτή είναι η μοίρα που οι θεοί έχουν ορίσει για τους ανθρώπους: θα πρέπει με τις πράξεις τους να τελειοποιήσουν αυτό τον ατελή κόσμο. Ο προορισμός του ανθρώπου στη γη είναι να άρει την αβεβαιότητα μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε, χάρη στις επιλογές του, ο κόσμος να βρει το μονοπάτι της τελειότητας. Στον κόσμο των θεών, με την αστρονομική κανονικότητα ή τους αμετάβλητους μαθηματικούς νόμους, δεν υπάρχει θέση για την ευθύνη γιατί δεν υπάρχει αβεβαιότητα. Αντιθέτως, ο κλήρος των ανθρώπων είναι ν’ αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα μέσα σ’ αυτόν τον ατελή κόσμο και ο προορισμός τους είναι να την άρουν. Για να το επιτύχουν αυτό, δεν μπορούν να εφαρμόσουν νόμους, γιατί ακριβώς αυτοί δεν υφίστανται. Θα πρέπει να κάνουν επιλογές, να αποφασίσουν, να προκαταλάβουν το μέλλον με ένα τρόπο αμετάκλητο, που θα δεσμεύει τις μελλοντικές γενιές. Γι’ αυτό το λόγο, οι επιλογές τους θα πρέπει να είναι «φρόνιμες» ή σύμφωνα με το λεξιλόγιο μας υπεύθυνες.

Σύμφωνα με το αριστοτελικό μοντέλο της φρόνισης, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε στην ιστορία της Δύσης τις γενικές δομές που καθοδηγούν επιλογές ή αποφάσεις διά μέσω των οποίων ένας κόσμος με τις δικές του ιδιαιτερότητες εξελίχτηκε και συγχρόνως αναλογίστηκε τα όρια του. Η βιομηχανική επιλογή ήταν μία από αυτές. Και είναι στο πλαίσιο αυτό που η ευθύνη πήρε ρητά τη μορφή της διακινδύνευσης: κατά τη διάρκεια του 18ου αι. με τον κίνδυνο του επιχειρηματία, τον 19ο αι. με τον επαγγελματικό κίνδυνο των εργατικών ατυχημάτων και με τους κοινωνικούς κινδύνους που βιώνουν οι μισθοσυντήρητοι καθώς επίσης και με τους υγειονομικούς, τεχνολογικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους.





Αυτή η αντίληψη της διακινδύνευσης περιλαμβάνει τρεις διαστάσεις.


Πρώτον, τη διάσταση της ισχύος. Τα προβλήματα της ευθύνης και του κινδύνου σήμερα δημιουργούνται από τα εκπληκτικά τεχνολογικά επιτεύγματα που πραγματώνονται. Η βιομηχανική «θέληση για δύναμη» , όπως θα έλεγε και ο Νίτσε, επιβεβαιώνεται μέσω των διαθέσιμων τεχνικών που έχουν αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα. Αυτό έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί, αναπαραστασθεί, περιγραφεί ή παρουσιαστεί. Είναι άλλωστε γεγονός ότι στο τέλος αυτού του αιώνα, η βιομηχανική δύναμη δεν έχει βασιστεί μόνο στο ατύχημα αλλά στην καταστροφή. Ζούμε τη βιομηχανική υπόσχεση που εγκυμονεί μια καταστροφική απειλή. Από τότε που οι μεγάλες εταιρείες που κατασκευάζουν τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (Ο.G.M.) μας ανακοινώνουν ότι, χάρη σε αυτές, η πείνα στον κόσμο θα εξαφανιστεί σε μικρό χρονικό διάστημα και ότι τα προβλήματα του περιβάλλοντος στον αγροτικό τομέα αποτελούν ήδη παρελθόν, καθένας αντιλαμβάνεται αυτές τις ανακοινώσεις ως προειδοποίηση του κινδύνου. Αυτό στηρίζεται στο ότι πρόκειται για μια εκπληκτική επίδειξη δύναμης. Αυτή είναι η θέση που ανέπτυξε ο Hans Jonas στο βιβλίο του «Η αρχή της ευθύνης»9: η σύγχρονη βιομηχανική δύναμη είναι μια υπερδύναμη, μια τέτοια δύναμη που δεν μπορεί παρά να κάνει τον ορίζοντα της ευθύνης μας να εκτείνεται μακροπρόθεσμα. Είμαστε υπεύθυνοι για τις μελλοντικές γενιές. Οι Στωικοί φιλόσοφοι προκειμένου να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από την αγωνία, τους προτείνουν να διακρίνουν ανάμεσα «σε αυτό που εξαρτάται από μας και σε αυτό που δεν εξαρτάται από μας», με δεδομένο ότι έχουμε να απαντήσουμε μόνο για ό,τι εξαρτάται από εμάς. Το πρόβλημα είναι ότι με τη βιομηχανική δύναμη φαίνεται ότι δεν έχει μείνει τίποτα που να μην εξαρτάται από μας. Απ’ αυτό προκύπτει το απεριόριστο της ευθύνης που μας ανησυχεί τόσο. Δεν χωρεί πλέον η έννοια της αθωότητας, όπως καταδεικνύεται από την περιορισμένη αναφορά στο δίκαιο των εννοιών του τυχαίου και της ανωτέρας βίας. Αυτό το απεριόριστο, ωστόσο, δεν είναι παρά η αντανάκλαση της συνείδησης που έχουμε για τη σύγχρονη βιομηχανική δύναμη.

Η δεύτερη διάσταση στην αντίληψη της ευθύνης ως διακινδύνευσης αφορά στη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους. Η τεχνική δεν είναι μονάχα μια σχέση με τη φύση αλλά είναι επίσης και μια κοινωνική σχέση. Η δύναμη της βιομηχανικής κοινωνίας υλοποιείται επακριβώς διά μέσω των σχέσεων ισχύος – εξουσίας. Οι σχέσεις αυτές είναι θεμελιωδώς ασύμμετρες. Οι μοντέρνες τεχνολογίες οδηγούν σε εξάρτηση και όχι σε ισότητα. Όσο περισσότερο οι κοινωνίες αναπτύσσονται τεχνολογικά τόσο λιγότερο φαίνεται να εξαρτώνται από ένα μοντέλο κοινωνικού συμβολαίου. Η ασυμμετρία ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο καθιερώνεται από τις συμβάσεις εργασίας που οργανώνουν την «υποτέλεια» και τον επιμερισμό του επαγγελματικού κινδύνου. Επιπροσθέτως, η ασυμμετρία ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, τον επαγγελματία και τον μη επαγγελματία βρίσκεται στη βάση του δικαιώματος της κατανάλωσης. Σήμερα, τα προβλήματα της ευθύνης αφορούν σε ένα σημαντικό βαθμό στην διαχείριση αυτών των ασυμμετριών. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι ένας από λόγους για τους οποίους το πρόβλημα των ιατρικών λαθών βρίσκεται στο επίκεντρο των σύγχρονων αντιπαραθέσεων σχετικά με την ευθύνη. Η σχέση του γιατρού με τον άρρωστο είναι θεμελιωδώς ασύμμετρη, ενώ συνεχίζουμε να τη θεωρούμε από νομικής απόψεως ως μία σύμβαση από την οποία να προκύπτει ζήτημα καταμερισμού του κινδύνου. Είναι αυτή η διάσταση της ασυμμετρίας μαζί με το αίσθημα της εξάρτησης που την ακολουθεί, που αποτελούν την ουσία των μεγάλων υποθέσεων, οι οποίες στη Γαλλία είναι στην επικαιρότητα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90: μολυσμένο αίμα, αμίαντος, τρελές αγελάδες. Τα θύματα συνειδητοποιούν ότι βρέθηκαν σε μια κατάσταση που εμπεριέχει κίνδυνο, τον οποίο γνώριζε εκείνος που είχε τον έλεγχό της βιομηχανικής διαδικασίας και επέλεξε να τα βάλει σε κίνδυνο χωρίς απαραίτητα να τα ενημερώσει. Η εξάρτηση αποκαλύπτεται από το κατοπινό πεπρωμένο. Η διακινδύνευση δεν είναι μόνο η επικινδυνότητα, είναι και μία κοινωνική σχέση: Είναι η σχέση μεταξύ αυτού που έχει την τεχνολογική δύναμη και αυτού που ωφελείται ή πιθανόν υπόκειται σ’αυτή.

Δύναμη σε σχέση με τη φύση, εξουσία στη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους. Απομένει η τρίτη διάσταση της νομικής αντίληψης του κινδύνου: αυτή της βλάβης. Στη βιομηχανική κοινωνία θεωρείται ότι δεν μπορεί να υπάρξει δραστηριότητα, επιχείρηση χωρίς κίνδυνο. Αυτό υπογράμμιζε πριν από έναν αιώνα ο Raymond Saleilles σχολιάζοντας την καινούργια νομοθεσία σχετικά με την ευθύνη των εργατικών ατυχημάτων: «Η σύγχρονη ζωή, περισσότερο από κάθε άλλη φορά θέτει ζήτημα διακινδύνευσης10». Εννοείται: ο κίνδυνος είναι δεδομένος, δεν αμφισβητείται καθεαυτός, το θέμα είναι απλώς να οργανώσουμε τον καταμερισμό του. «Το ζήτημα δεν είναι να επιβάλλουμε μια ποινή αλλά να γνωρίζουμε ποιος πρέπει να ανεχτεί τη ζημία, αυτός που την προκάλεσε ή αυτός που την υπέστη. Δεν τίθεται θέμα ποινικής ευθύνης, διακυβεύεται μόνο η κοινωνική αντίληψη. Δεν πρόκειται κατ’ουσία για ένα θέμα που αφορά στην ευθύνη αλλά στους κινδύνους: ποιος θα πρέπει να τους υπομείνει; Αναπόφευκτα, λογικά και δίκαια, πρέπει να είναι αυτός που δρα ο οποίος αναλαμβάνει τις συνέπειες των πράξεων και των δραστηριοτήτων του11». Δεν φανταζόμαστε καν να θέσουμε ως συνθήκη για την αποδοχή μιας πράξης ή μιας επιχείρησης, ότι θα πρέπει αυτή να μην εμπεριέχει κινδύνους για τους άλλους. Αλλά θέτουμε τη συνθήκη ότι δεν αφήνουμε το βάρος μόνο σε αυτούς που τους υφίστανται και ότι αυτός που εκθέτει τους άλλους σε κίνδυνο αναλαμβάνει και την ευθύνη τους. Είναι αυτές οι μεταβάσεις που οργανώνονται από το δικαίωμα της ευθύνης στη βάση της διακινδύνευσης. Έτσι, θα δημιουργήσουμε αντικειμενικές ευθύνες, τεκμήρια ευθύνης των οποίων η φιλοσοφία συνίσταται στο να φέρει το φορτίο του κινδύνου αυτός που τον δημιούργησε ή αυτός που τον εκμεταλλεύεται. Η ανταπόκριση στον κίνδυνο είναι επομένως η αποζημίωση περισσότερο απ’ ότι η πρόληψη. Γι’ αυτό το λόγο η ασφάλιση έχει γνωρίσει σημαντική ανάπτυξη με τον πολλαπλασιασμό των υποχρεωτικών ασφαλίσεων (στη Γαλλία υπάρχουν γύρω στις εκατό). Κανένας μέχρι πρόσφατα δεν ανησύχησε γι’ αυτό το καινούριο κοινωνικό συμβόλαιο ―είναι το συμβόλαιο της αλληλεγγύης― σύμφωνα με το οποίο ο κίνδυνος είναι αποδεκτός από τη στιγμή που αποζημιώνεται και το βάρος δεν πέφτει στο θύμα.

Είμαστε μάρτυρες σήμερα μιας αξιοσημείωτης αλλαγής σε αυτό το σχήμα. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο να πολλαπλασιάσουμε τις ευθύνες για τον κίνδυνο και να οργανώσουμε μέσω της ασφάλισης τη φερεγγυότητα των υπευθύνων αλλά να αποτρέψουμε κάποιους κινδύνους. Η πρόληψη (prévention) όχι μόνο έχει το προβάδισμα έναντι της αποζημίωσης, αλλά επιχειρούμε να προλάβουμε και τους κινδύνους που δεν έχουν ακόμα παρουσιαστεί. Πρόκειται για προφύλαξη (précaution). Και αυτό για πολλούς λόγους: πρώτον, αναμφίβολα ένας μετασχηματισμός στη φύση των ζημιών που δεν αφορούν πλέον τόσο στα μεμονωμένα ατυχήματα όσο στις καταστροφές. Φτάνουμε σε χρηματικά ποσά που ξεπερνούν τόσο τα όρια του ασφαλίσιμου όσο και του αποζημιώσιμου. Υπάρχει επίσης ένα είδος επαναξιολόγησης του τιμήματος του κινδύνου. Έχουμε μία σωστή κλίμακα για να αξιολογήσουμε αυτό το καινούριο μέτρο κινδύνου: στον πόλεμο του 1914, ένας στρατηγός έστελνε να σκοτωθούν 300.000 άνδρες κατά δεκάδες, όπως στη μάχη του Chemin des Dames. Σήμερα δεν μπορούμε να κάνουμε πόλεμο παρά με «μηδενικό κίνδυνο». Οι αξίες έχουν μεταλλαχτεί με μοναδικό τρόπο: Παραδοσιακά, στο ισοζύγιο κέρδους- ζημιών αρκούσε τα πλεονεκτήματα να υπερισχύουν επαρκώς σε σχέση με τους κινδύνους, ώστε να εξουσιοδοτείται κάποιος να τους αναλάβει και επομένως να χάσει κάτι διακινδυνεύοντας. Σήμερα τείνουμε να μετράμε τον κίνδυνο ξεκινώντας από αυτό το χαμένο μέρος: ποιος θα άξιζε να θυσιαστεί; Αυτοί που θα έχουν τη δυστυχία να αποτελούν μέρος όσων θυσιαστούν, δεν έχουν την ίδια αξία όπως και οι άλλοι; Τέτοιος είναι ο τρόπος εκτίμησης που βρίσκεται πίσω από τον προβληματισμό για τον μηδενικό κίνδυνο.

Η φιλοσοφία της προφύλαξης δεν οδηγεί, όπως είπαμε, στο να περάσουμε και πάλι από την διακινδύνευση στο λάθος. Απορρέει από μια διπλή επαναξιολόγηση των κινδύνων: κατ’αρχάς, σε συνάρτηση με τα υλοποιούμενα τεχνολογικά επιτεύγματα και για τα οποία συνειδητοποιούμε πλέον ότι δεν τα ελέγχουμε. Είμαστε αντιμέτωποι μ’ένα είδος υπερβολής της δύναμης σε σχέση με την εξουσία, που δεν ξέρουμε πολύ καλά πώς να αξιολογήσουμε νομικά: κίνδυνος της ανάπτυξης ή αρχή της προφύλαξης, ανάλογα με το αν τοποθετούμαστε σε επίπεδο νομικό ή πολιτικό. Στη συνέχεια, επειδή συνεργούμε σε ένα είδος επανάστασης των θυμάτων που δεν αποδέχονται πλέον τον κυνισμό της παραδοσιακής ισοτιμίας στην αποδοχή του «ρίσκου». Τα θύματα δεν αμφισβητούν τόσο την τιμή των αξιολογήσεων όσο τις σχέσεις εξουσίας που εμπεριέχονται στους τεχνολογικούς κινδύνους. Η εξέγερσή τους από δω και στο εξής συντελεί στο να αξιολογούμε τον κίνδυνο ξεκινώντας από αυτό που θα θεωρούσαμε μέχρι τώρα μάλλον επουσιώδες.

Εδώ επιπλέον μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η εμπειρία του κινδύνου είναι μια εμπειρία ορίων. Απέναντι στην υπερδύναμη που είναι εφεξής η δική μας (και η οποία μετριέται από το γεγονός ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε τα αποτέλεσματά της), από τις σχέσεις ασυμμετρίας και εξάρτησης που συνεπάγεται (μαζί με το αίσθημα της απώλειας αυτονομίας που αυτή προκαλεί) και από το έκταση των κινδύνων που διατρέχουμε, δεν θα άρμοζε, αν όχι να σταματήσουμε, τουλάχιστον να κάνουμε μία παύση που θα μας επιτρέψει να ανακτήσουμε τον έλεγχο της διαδικασίας που κυριαρχεί πάνω μας; Ο χρόνος της προφύλαξης είναι αυτός της συμφωνημένης αναστολής (moratoires).

Αυτές οι τρεις διαστάσεις, ηθική, κοινωνική και νομική της σύγχρονης αντίληψης για την διακινδύνευση, δεν την εξαντλούν. Αν θα θέλαμε να το αντιμετωπίσουμε πιο σφαιρικά, θα έπρεπε να προσθέσουμε τη στρατιωτική εμπειρία που είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο παλιές μορφές αντίληψης του κίνδυνου, την εμπειρία του παιγνίου η οποία από τον Pascal μέχρι τον Von Neumann και τον Morgenstern, έλαβε μία τόσο σημαντική θέση στη διαμόρφωση των συμπεριφορών απέναντι στο κίνδυνο και παραμένει τόσο επίκαιρη στον κόσμο της οικονομίας, την ιατρική εμπειρία που λόγω της προόδου της ιατρικής και της ιατρικοποίησης της κοινωνίας έχει αποκτήσει κυρίαρχη θέση στη θεώρηση μας για τη διακινδύνευση. Θα έπρεπε να προσθέσουμε επίσης το ψυχολογικό βίωμα, όπου η διακινδύνευση εμφανίζεται ως μια συνισταμένη του σύγχρονου ατομικισμού.

Δεν ήταν στις προθέσεις μου να είμαι διεξοδικός. Επιχείρησα απλώς να κατανοήσω τον τρόπο με τον οποίο η διακινδύνευση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης κοινωνίας. Και αυτό, όχι μόνο λόγω των απειλών που βαραίνουν επάνω μας, αλλά ακόμα βαθύτερα, επειδή πρόκειται για μια γενική αρχή αξιολόγησης. Βασίζοντας τις αξίες της στον κίνδυνο, η σύγχρονη κοινωνία είναι ταυτόχρονα καταδικασμένη να υπομείνει τη διαλεκτική της διακινδύνευσης: την ηθική του κινδύνου την ίδια στιγμή που ενθαρρύνει τη θυσία, ως όριο αυτής.

Η αντίληψη του κινδύνου αποτελεί για τη σύγχρονη κοινωνία μια οριακή εμπειρία: μέχρι ποιού σημείου δεν υπερβαίνουμε τα όρια; Η σύγχρονη κοινωνία, την ίδια στιγμή που αξιοποιεί τον κίνδυνο, την περιπέτεια, την επιχείρηση, ζητά να της βάλει κάποιο μέτρο. Κατ’αυτό τον τρόπο, ο κίνδυνος καθίσταται την ίδια στιγμή μια αρχή αξιολόγησης, προτροπής, δράσης και μία αρχή περιορισμού, περιστολής, απαγόρευσης. Μαζί με την υπερτίμηση του κινδύνου, όπως και μαζί με την υποτίμησή του, το ανθρώπινο κλίνει προς το μη ανθρώπινο. Άρα δεν αντιτίθεται μία ηθική της διακινδύνευσης σε μία ηθική της προστασίας: είναι η ίδια η ηθική της διακινδύνευσης που είναι ταυτόχρονα μία ηθική της προστασίας. Κίνδυνος και ασφάλεια δεν αντιτίθενται ως δύο ανεξάρτητες ουσίες. Η διακινδύνευση είναι ταυτόχρονα κατάφαση και άρνηση. Βρίσκεται στην ανάγκη να ξεπεραστεί μέσα στο αναγκαίο σχέδιο της υπέρβασης του κεκτημένου ορίου, όπως και στην κριτική συνείδηση του κινδύνου της υπέρβασης των ορίων. Γι’ αυτό ο σύγχρονος άνθρωπος, συνδεδεμένος όπως είναι με τον κίνδυνο έχει μία διαρκώς ανήσυχη συνείδηση, ή καλύτερα, είναι προορισμένος για την ανησυχία που συνδέεται με την ευθύνη.

«…Η ακαθόριστη ανησυχία

αυτό που κάνει τον άνθρωπο να φοβάται τον εκπληρωμένο πόθο του».





"Ο εξανθρωπισμός του ανθρώπινου είδους διεξάγεται μέσω της διακινδύνευσης και, πιο συγκεκριμένα, μέσω του κινδύνου της ίδιας της ζωής του. Τα ζώα, αντίθετα, είναι αποκλεισμένα από την εμπειρία της διακινδύνευσης. Με άλλα λόγια, αν δε μπορείς να διακινδυνεύσεις, τότε ζείς σαν ζώο"

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

COMANDANTE CHE GUEVARA HASTA LA VICTORIA SIEMPRE!!




Canto a Fidel
por Ernesto Guevara
(1956)

Vámonos
ardiente profeta de la aurora
por recónditos senderos inalámbricos
a liberar el verde caimán que tanto amas.
Cuando suene el primer disparo y se despierte
en virginal asombro la manigua entera
allí, a tu lado, seremos combatientes,
nos tendrás.
Cuando tu voz derrame hacia los cuatro vientos
reforma agraria, justicia, pan, libertad,
allí, a tu lado, con idéntico acento,
nos tendrás.
Y cuando llegue el final de la jornada
la sanitaria operación contra el tirano,
allí, a tu lado, aguardando la postrer batalla,
nos tendrás...
Y si en nuestro camino se interpone el hierro,
pedimos un sudario de cubanas lágrimas
para que se cubran los guerrilleros huesos
en el tránsito de la historia americana. Nada más.







ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Γράφτηκε: 28 Ιουλίου 1960

Πολλοί από σας, με διάφορες πολιτικές τάσεις θ’ αναρωτηθούν σήμερα όπως αναρωτήθηκαν χθες κι όπως ίσως θ’ αναρωτηθούν κι αύριο, τι είναι η κουβανέζικη επανάσταση, ποια είναι η ιδεολογία της; Κι αμέσως θα προκύψει η ερώτηση που εχθροί και φίλοι κάνουν πάντα σ’ αυτή την περίπτωση. «Είναι κομμουνιστική η κουβανέζικη Επανάσταση;». Άλλοι θ’ απαντήσουν με ελπίδα ναι, ή ότι βρίσκεται σ’ αυτό το δρόμο κι άλλοι, απογοητευμένοι ίσως θα σκεφτούν το ναι και θα υπάρξουν και κείνοι που απογοητευμένοι σκέφτονται το όχι, όπως όχι ελπίζουν και κάποιοι άλλοι. Αν με ρωτούσαν εμένα, αν αυτή η Επανάσταση που έχετε μπροστά στα μάτια σας είναι μια επανάσταση κομμουνιστική, αφού θα καθόριζα ακριβώς τι είναι κομμουνισμός αγνοώντας τις κατηγόριες που εξύφανε ο ιμπεριαλισμός και οι αποικιοκρατικές δυνάμεις που τα ανακατεύουν όλα, θα κατέληγα να πω πως αυτή η Επανάσταση, στην περίπτωση που θα θεωρηθεί μαρξιστική —και ακούστε καλά πως λέω μαρξιστική θα είναι, γιατί ανακαλύψαμε εμείς καθώς κι’ αυτή με τις δικές της μεθόδους τους δρόμους που υπέδειξε ο Μαρξ.

Μια από τις μεγάλες προσωπικότητες της Σοβιετικής Ένωσης, ο αντιπρόεδρος υπουργός Μικόγιαν, πιστός μαρξιστής, αναγνώρισε πρόσφατα, ευχόμενος επιτυχία στην κουβανέζικη Επανάσταση ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που ο Μαρξ δεν πρόβλεψε. Και βεβαίωνε πως η ζωή διδάσκει πολύ περισσότερα από το σοφότερο βιβλίο και από τον πιο βαθύ στοχαστή.

Αυτή η κουβανέζικη επανάσταση χωρίς να προσηλωθεί σε συνθήματα και αγνοώντας τα όσα λεγόντουσαν γι’ αυτήν, φροντίζοντας όμως συνεχώς για κείνο που ο λαός της περίμενε απ’ αυτήν, προχώρησε μπροστά για να διαπιστώσει ξαφνικά, πως όχι μόνο είχε συντελέσει στην ευτυχία του λαού της (ή ότι πλησίαζε συνεχώς στην πραγματοποίηση της). Αλλά ότι επί πλέον ήταν στραμμένα επάνω σ’ αυτό το νησί τα περίεργα βλέμματα έχθρων και φίλων, βλέμματα γεμάτα ελπίδες από μια ολόκληρη ήπειρο καθώς και τα λυσσασμένα βλέμματα του βασιλιά των μονοπωλίων.

Αλλά ολ’ αυτά δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη. Επιτρέψετε μου να σας μιλήσω λίγο για την πείρα μου που μπορεί να γίνει πολύ χρήσιμη σε λαούς που ζουν σε παρόμοιες συνθήκες, για να έχετε μια δυναμική ιδέα του τρόπου με τον οποίο γεννήθηκε η σημερινή επαναστατική ιδέα. Στην πραγματικότητα η σημερινή κουβανέζικη Επανάσταση δεν είναι η κουβανέζικη Επανάσταση του χθες, ακόμα και η μετά τη νίκη. Ανάμεσα σε κείνους τους ογδόντα δυο νέους που διέσχιζαν μ’ ένα καράβι που έκανε νερά, την άγρια θάλασσα του κόλπου του Μεξικού για να διεκπεραιωθεί στις ακτές της Σιέρρα Μαέστρα και τους σημερινούς εκπρόσωπους της Κούβας, η απόσταση δεν μετριέται με χρόνια, τουλάχιστον με τον καθιερωμένο τρόπο, με μέρες είκοσι τεσσάρων ωρών και ώρες εξήντα λεπτών. Όλα τα μέλη της κουβανέζικης Κυβέρνησης ήταν νέα, τόσο στην ηλικία όσο και στον ενθουσιώδη χαρακτήρα. Αλλά ωρίμασαν στο υπέροχο πανεπιστήμιο της πείρας και από τη ζωντανή επαφή με το λαό, τις ανάγκες και τις ελπίδες του. Είχαμε όλοι ονειρευτεί να φτάσουμε μια μέρα στη Κούβα και να πάρουμε την εξουσία ανάμεσα σε κραυγές και ηρωισμούς, λόγους και διαδηλώσεις διώχνοντας τον δικτάτορα Μπατίστα. Η ιστορία μας έμαθε πως ήταν που δύσκολο να νικήσεις μια ολόκληρη κυβέρνηση που είχε την υποστήριξη ενός στρατού δολοφόνων που συνεργάζονταν με αυτή τη κυβέρνηση που και αυτός με τη σειρά του στηριζόταν στη μεγαλύτερη αποικιακή δύναμη όλης της γης.

Έτσι άλλαξαν σιγά σιγά, όλες μας οι γνώμες. Μάθαμε, εμείς, παιδιά των πόλεων να σεβόμαστε τον χωρικό, το αίσθημα της ανεξαρτησίας του και την εντιμότητα του. Μάθαμε να αναγνωρίζουμε τις εκατόχρονες ελπίδες του για τη γη που του είχαν αρπάξει και εκτιμήσαμε την πείρα του για τα χιλιάδες μονοπάτια του βουνού. Από μέρος τους και οι χωρικοί διδάχτηκαν από μας τι αξίζει ένας άνθρωπος με ένα τουφέκι στα χέρια και ότι αυτό το τουφέκι είναι έτοιμο να τραβήξει πάνω σε κάποιον, όποιος κι αν είναι ο αριθμός των τουφεκιών που τον συνοδεύουν. Οι χωρικοί μας διδάξαν τη σοφία τους και εμείς τους διδάξαμε την ιδέα μας για την επανάσταση. Από τότε και για πάντα οι χωρικοί της Κούβας και οι αντάρτικες δυνάμεις της Κούβας, μαζί και η σημερινή επαναστατική κουβανέζικη κυβέρνηση είναι ενωμένοι σε έναν άνθρωπο.

Η Επανάσταση λοιπόν προόδεψε: διώξαμε τις συμμορίες της δικτατορίας από τις απόκρημνες πλάγιες της Σιέρρα Μαέστρα κι ύστερα χρειάστηκε να συγκρουστούμε με μια άλλη κουβανέζικη πραγματικότητα: τον εργάτη, τον εργαζόμενο, είτε για εργάτη γεωργό επρόκειτο ή για εργάτη των βιομηχανικών κέντρων. Κι απ’ αυτόν κάτι μάθαμε αλλά του μάθαμε επίσης πως έρχεται μια στιγμή που μια τουφεκιά με σωστό στόχο είναι πολύ πιο δυνατή και πιο αποτελεσματική από την πιο δυνατή και την πιο αποτελεσματική ειρηνική διαμαρτυρία. Μάθαμε την άξια της οργάνωσης αλλά διδάξαμε την άξια της επανάστασης κι απ’ αυτό τον συνδυασμό γεννήθηκε η οργανωμένη ανταρσία σ’ όλη τη γη της Κούβας.

Πέρασε καιρός και ήδη αρκετοί νεκροί, άλλοι πολεμιστές κι άλλοι αθώοι χάραζαν το δρόμο μας προς τη νίκη. Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται πως στα υψώματα της Σιέρρα Μαέστρα βρισκόταν πολύ περισσότεροι από μια ομάδα τυχοδιώκτες, κάτι παραπάνω από μια ομάδα φιλοδοξών που απόβλεπε να καταλάβει την εξουσία. Τότε πρόσφεραν γενναιόδωρα στη δικτατορία τις μπόμπες τους, τις σφαίρες τους, τα αεροπλάνα και τα τανκ τους. Και με τέτοια εμπροσθοφυλακή φιλοδόξησαν να αναρριχηθούν ξανά και για τελευταία φορά τη Σιέρρα Μαέστρα.

Ο καιρός έχει περάσει και τα αντάρτικα στρατεύματα μας είχαν φύγει με τον προορισμό να κατακτήσουν άλλες περιοχές της Κούβας. Το Δεύτερο Ανατολικό Μέτωπο «Φρανκ Παίς», είχε ήδη οργανωθεί υπό την διοίκηση του κυβερνήτη Κάστρο. Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη τη δύναμη που εξασκούσαμε στην Κοινή Γνώμη, παρ’ όλο που ο διεθνής τύπος μας αφιέρωνε καθημερινά τις γραμμές του, η κουβανέζικη Επανάσταση διέθετε διακόσα τουφέκια. Όχι διακόσιους άντρες, μα διακόσια τουφέκια για να κάνουμε την άμυνα μας ενάντια στο καθεστώς που έριχνε απάνω μας δέκα χιλιάδες στρατιώτες και κάθε είδος όπλα θανάτου. Η ιστορία του καθενός απ’ αυτά τα διακόσα όπλα ήταν μια ιστορία θυσιών και αίματος, γιατί ήταν ιμπεριαλιστικά τουφέκια που το αίμα και η αποφασιστικότητα των μαρτύρων μας είχαν τιμήσει και μεταβάλει σε τουφέκια του λαού. Έτσι εξελίχθηκε το τελευταίο στάδιο της μεγάλης επίθεσης του στρατού, αυτήν που ονόμασαν «περικύκλωση και εξολόθρευση».

Φοιτητές όλης της Αμερικής, για όλους αυτούς τους λόγους, εάν κάνουμε εδώ κάτι που λέγεται μαρξισμός, το κάνουμε γιατί το ανακαλύψαμε μέσα εδώ. Όταν τρέψαμε σε φυγή το στρατό της δικτατορίας και αφού του προξενήσαμε απώλειες χιλίων ανδρών, το πενταπλάσιο δηλαδή, από τις δικές μας μαχόμενες δυνάμεις και κυριέψαμε και εξακόσια όπλα, μας έπεσε τυχαία στα χέρια μια μπροσούρα του Μάο Τσε Τουγκ. Μέσα σ’ αυτή τη μπροσούρα, που αφορούσε κατά σύμπτωση προβλήματα στρατηγικής του ανταρτοπόλεμου στην Κίνα, περιγράφονταν επίσης και οι μάχες του Τσανγκ Κάι Σεκ εναντίον των λαϊκών δυνάμεων, που ο δικτάτορας αποκαλούσε όπως και εδώ «εκστρατείες κύκλωσης κι εξολόθρευσης». Δεν επαναλαμβάνονταν μόνο τα ονόματα με τα οποία βάφτιζαν τις εκστρατείες τους οι δυο δικτάτορες στα δυο άκρα του κόσμου, αλλά επαναλαμβανόταν επίσης και ο τύπος της εκστρατείας που οι δυο αυτοί δικτάτορες επιχειρούσαν προκείμενου να καταστρέψουν τις λαϊκές δυνάμεις. Όσο για τις λαϊκές δυνάμεις αυτές, χωρίς να έχουν ιδέα για τα κείμενα τα γραμμένα σχετικά με την στρατηγική και την τακτική του ανταρτοπόλεμου επανέλαβαν όλα όσα εκθειάζανε στην άλλη άκρη του κόσμου. Πράγματι, συμβαίνει να εκθέτει κάποιος την πείρα του και να επωφελείται οποιοσδήποτε απ’ αυτήν αλλά μπορεί να δημιουργηθεί και μόνη της, χωρίς η προηγούμενη πείρα να της είναι αναγκαστικά γνωστή.

Δεν γνωρίζαμε τις εμπειρίες του κινέζικου στρατού από τα είκοσι χρόνια που αγωνίστηκε στη χώρα του, αλλά ξέραμε τη χώρα μας, εδώ, γνωρίζαμε τον εχθρό μας και χρησιμοποιήσαμε κάτι που όλοι οι άνθρωποι φέρουν στους ώμους τους και που είναι πολύ πολύτιμο όταν ξέρουν να το χρησιμοποιήσουν: για να πολεμήσουμε τον εχθρό χρησιμοποιήσαμε το κεφάλι μας. Και μ’ αυτό τον τρέψαμε σε φυγή.

Ακολούθησε μετά η πορεία δυτικά, η καταστροφή των μέσων επικοινωνίας και η μεγαλοπρεπής κατάρρευση της δικτατορίας που κανείς δεν περίμενε. Κι έπειτα ήρθε η 1η του Γενάρη. Και η Επανάσταση για μια ακόμη φορά, χωρίς να σκεφτεί όσα είχε διαβάσει, έμαθε από το στόμα του λαού εκείνο που όφειλε να κάμει: αποφάσισε, πριν απ’ όλα, να τιμωρήσει τους ενόχους και τους τιμώρησε.

Αμέσως οι αποικιοκρατικές δυνάμεις σκηνοθέτησαν αυτό το επεισόδιο της τιμωρίας σε έγκλημα και προσπάθησαν αμέσως να σπείρουν τη διχόνοια, αυτό πάντα επιχειρούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές: «Υπήρχαν εδώ δολοφόνοι κομμουνιστές που σκότωναν, ενώ υπήρχε κι ένας αθώος πατριώτης, ονομαζόμενος Φιντέλ Κάστρο, που δεν είχε καμία σχέση μαζί τους και που μπορούσε να σωθεί». Προσπάθησαν ακόμη να διχάσουν τους ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί για ένα κοινό σκοπό, με ευτελή προσχήματα και επιχειρήματα. Για ένα διάστημα νόμισαν πως θα πετύχαιναν. Αλλά κάποτε αντιλήφτηκαν πως ο νόμος " Μεταρρυθμίσεις" ήταν πολύ αυστηρότερος και πολύ βαθύτερος απ’ όσο είχαν διατάξει οι εμπνευσμένοι σύμβουλοι της Κυβέρνησης (βρίσκονται όλοι τους τώρα στο Μαϊάμι, ή αλλού στις Ηνωμένες Πολιτείες) ο Ρεπεν Ριβερι ή ο Νταριά ντε λα Μαρίνα ή Μεντράνο υπήρχε μάλιστα στην κυβέρνηση μας ένας πρωθυπουργός που συνιστούσε πολλή μετριοπάθεια γιατί «σε κάτι τέτοια πράγματα πρέπει να φέρεσαι με πολλή μετριοπάθεια».

Η «μετριοπάθεια» είναι μια ακόμη από τις λέξεις που οι πράκτορες των αποικιοκρατών συνηθίζουν πολύ να χρησιμοποιούν: όλοι όσοι φοβούνται είναι μετριοπαθείς ή όλοι όσοι σκέπτονται μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο να προδώσουν. Ο λαός, αυτός, δεν είναι καθόλου μετριοπαθής. Συμβούλευαν να διανέμουν τα ζιζάνια που φυτρώνουν στα χωράφια μας και που οι χωρικοί μας δεν είχαν παρά να ξεριζώσουν. Οι χωρικοί μπορούσαν ακόμη να εγκαταστούν στους βάλτους ή και να επωφεληθούν από κανένα κομμάτι κρατικής γης που θα ’χε ξεφύγει από την αρπακτικότητα των λατιφουντιστών. Αλλά ν’ αγγίξεις στη γη των λατιφουντιστων αυτό ήταν ένα αμάρτημα που το θεωρούσαν αδιανόητο. Και όμως αυτό έγινε.

Θυμάμαι μια κουβέντα που έκανα εκείνη την εποχή με έναν κύριο που μου έλεγε πως δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα με την επαναστατική Κυβέρνηση, γιατί δεν είχε στην κατοχή του παρά 900 καμπαλλερίες. Εννιακόσιες καμπαλλερίες αντιπροσωπεύουν πάνω από χίλια εκτάρια. Και φυσικά αυτός ο κύριος είχε προβλήματα με την Επαναστατική Κυβέρνηση. Οι εκτάσεις του κατασχέθηκαν και διανεμήθηκαν σε μικρά τμήματα σε αγρότες. Επί πλέον δημιουργήθηκαν κοοπερατίβες σε εκτάσεις γης που ο αγρότης - εργάτης είχε συνηθίσει να εργάζεται σε κοινόβια με μισθό.

Εδώ παρουσιάζεται και μια από τις ιδιομορφίες που πρέπει να μελετηθεί σχετικά με την κουβανέζικη επανάσταση: αυτή η επανάσταση έφερε την Αγροτική της Μεταρρύθμιση, για πρώτη φορά στην Αμερική, σε σύγκρουση με κοινωνικά προβλήματα ιδιοκτησίας που δεν ήσαν φεουδαρχικά. Υπήρχαν αρκετά φεουδαρχικά ίχνη στα καπνά και στον καφέ. Και αυτές οι καλλιέργειες δόθηκαν σε μικρούς ατομικούς καλλιεργητές που ζούσαν χρόνια σ’ αυτό το κομμάτι της γης και που ήθελαν να ’χουν μια γη δική τους. Αλλά το ζαχαροκάλαμο, το ρύζι, ακόμα και η κτηνοτροφία τα διαχειρίζονται από κοινού οι εργάτες, που εργάζονται από κοινού και κατέχουν από κοινού όλα αυτά τα εδάφη. Αυτός είναι ο τρόπος διαχείρισης αυτών των προϊόντων στην Κούβα. Οι αγρότες στην περίπτωση αυτή δεν κατέχουν μια λουρίδα γης, μα σύνολο μεγάλων εκτάσεων που λέγεται κοοπερατίβα. Αυτά τα μέτρα συντελέσανε πολύ στην γρήγορη εξέλιξη της αγροτικής μας μεταρρύθμισης. Καθένας από σας πρέπει να καταλάβει σαν μια αναμφισβήτητη αλήθεια ότι καμία επαναστατική κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί εδώ στην Αμερική επαναστατική κυβέρνηση, αν δεν εφαρμόσει, σαν πρώτο της μέτρο, την αγροτική μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση επίσης που θα ισχυριστεί πως θα κάνει μια περιορισμένη αγροτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ονομαστεί επαναστατική. Επαναστατική κυβέρνηση είναι κείνη που κάνει μια αγροτική μεταρρύθμιση τροποποιώντας το σύστημα της ιδιοκτησίας της γης, όχι μονάχα με το να παραχωρήσει στον χωρικό το πλεόνασμα της γης αλλά με το να του δώσει ακριβώς εκείνη που δεν πλεονάζει, αυτήν που έχουν στα χέρια τους οι λατιφουντιστες, την καλύτερη την πιο αποδοτική και που εξάλλου την έχουν κλέψει στο παρελθόν από τους χωρικούς.

Αυτό θα πει αγροτική μεταρρύθμιση κι από κει πρέπει να αρχίσουν όλες οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Με βάση την αγροτική μεταρρύθμιση θα δοθεί και η μάχη της βιομηχανοποίησης της χώρας, που είναι λιγότερο απλή. Εκεί πρέπει ν’ αγωνιστούμε εναντίον πολύπλοκων φαινομένων και θα είχαμε εύκολα ναυαγήσει, αν δεν υπήρχαν στον κόσμο πολύ μεγάλες φιλικές δυνάμεις μικρών χωρών. Χώρες σαν την Κούβα αυτή τη στιγμή, χώρες επαναστατικές και καθόλου μετριοπαθείς μπορεί ν’ αναρωτηθούν αν η Σοβιετική Ένωση και η Λαϊκή Κίνα είναι φίλες της. Στην ερώτηση αυτήν δεν πρέπει ν’ απαντήσουμε χλιαρά, αλλά να βεβαιώσουμε με όλη μας τη δύναμη ότι η Σοβιετική Ένωση, η Κίνα και όλες οι σοσιαλιστικές χώρες, καθώς και όλες οι αποικίες ή ημιαποικιες που έχουν απελευθερωθεί είναι φίλες μας. Σ’ αυτή τη φιλία επάνω μπορεί να θεμελιωθεί η πραγματοποίηση μιας αμερικανικής επανάστασης. Στην πραγματικότητα θα ’χαν χρειαστεί τεράστιες δυνάμεις κι απέραντη αφοσίωση του λαού μας για ν’ αντέξουμε αν η Σοβιετική Ένωση δεν είχε βρεθεί αυτή την ώρα για να μας δώσει πετρέλαιο και ν’ αγοράσει ζάχαρη. Οι δυνάμεις του διχασμού θα ’χαν βρει την ευκαιρία να δουλέψουν ενισχυμένες από το αποτέλεσμα που θα είχε το χτύπημα στο επίπεδο της ζωής ολόκληρου του κουβανέζικου λαού, παράλληλα με τα μέτρα της «βόρειο-αμερικανικής δημοκρατίας». Μερικές κυβερνήσεις της Αμερικής μας συμβουλεύουν ακόμη να γλείφουμε το χέρι εκείνου που θέλει να μας χτυπήσει και να φτύνουμε τα πρόσωπα εκείνων που θέλουν να μας υπερασπιστούν. Απαντούμε σ’ αυτούς που συνιστούν την ταπείνωση στον 20ο αιώνα, πρώτα ότι η Κούβα δεν ταπεινώνεται μπροστά σε κανέναν και επί πλέον η Κούβα, που γνωρίζει από πείρα τις αδυναμίες αυτών των καθεστώτων, δεν καταδέχτηκε ποτε να συμβουλέψει αυτές τις χώρες να τουφεκίσουν όλους τους προδότες τους και να εθνικοποιήσουν όλα τους τα μονοπώλια.

Ο λαός της Κούβας τουφέκισε τους δολοφόνους του και διέλυσε το δικτατορικό στρατό, αλλά δεν πήγε να πει σε καμία κυβέρνηση της Αμερικής να την μιμηθεί. Και όμως η Κούβα ξέρει πως υπάρχουν δολοφόνοι σ’ όλες αυτές τις χώρες. Για να μη μιλήσουμε για τους σμπίρους που επιζήσανε από την παλιά δικτατορία και που δολοφόνησαν σε μια φιλική χώρα Κουβανούς, μέλη του κινήματος μας...

Δεν ζητήσαμε την εκτέλεση του δολοφόνου των αγωνιστών μας κι όμως εδώ θα τον είχαμε εκτελέσει... Θέλουμε να μην μας επαναλάβουν ποτε πως πρέπει να συμμαχήσουμε με τον μεγάλο μας εκμεταλλευτή, γιατί πρόκειται για το πιο δειλό και το πιο εξευτελιστικό ψέμα που μπορεί να πει μια κυβέρνηση της Αμερικής. Εμείς που κάνουμε την κουβανέζικη Επανάσταση, που είμαστε σύσσωμος ο κουβανέζικος λαός, λέμε τους φίλους μας φίλους μας και τους εχθρούς μας εχθρούς μας. Εμείς ο λαός της Κούβας δεν εξηγούμε σε κανένα λαό της γης τι πρέπει να κάνει με το Διεθνές Νομισματικό Κεφάλαιο, π.χ. και δεν ανεχόμαστε να έρχονται να μας δίνουν συμβουλές.

Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Αν θέλουν να το κάνουν τόσο το καλύτερο. Αν δεν θέλουν, δικαίωμα τους. Αλλά δεν ανεχόμαστε συμβουλές, γιατί είμαστε μόνοι εδώ ως την τελευταία στιγμή. Περιμέναμε όρθιοι την άμεση επίθεση της πιο ισχυρής καπιταλιστικής δύναμης του κόσμου και δεν ζητήσαμε τη βοήθεια κανενός. Και είμαστε έτοιμοι, εμείς και ο λαός μας να υποστούμε ως το τέλος τις συνέπειες της ανταρσίας μας.

Γι’ αυτό το λόγο μπορούμε να μιλήσουμε με το μέτωπο ψηλά και τη φωνή καθαρή σ’ όλα τα Συνέδρια κι όλα τα Συμβούλια όπου συγκεντρώνονται τα αδέλφια μας από τον κόσμο. Όταν η Κουβανέζικη Επανάσταση εκφράζει την αλήθεια των γιων της γης της και την εκφράζει πάντα κατά πρόσωπο στους φίλους της ή εχθρούς της. Δεν κρύβεται Ποτέ για να πετάξει μια πέτρα και δεν δίνει Ποτέ συμβουλές που κρύβουν μια γροθιά κρυμμένη στο βελούδο. Μας επιτίθενται πολύ γι’ αυτό που είμαστε αλλά μας επιτίθενται ακόμη περισσότερο, γιατί δείχνουμε στον καθένα από τους λαούς της Αμερικής αυτό που μπορεί να γίνει. Και αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τον ιμπεριαλισμό παρά τα μεταλλεία του νίκελ ή τα κέντρα ζάχαρης της Κούβας, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το μπαμπάκι του Μεξικού, το χαλκό της Χιλής, την κτηνοτροφία της Αργεντινής ή τον καφέ της Βραζιλίας. Κι όμως το σύνολο αυτών των πρώτων υλών που τρέφουν τα μονοπώλια είναι πολύ σημαντικά για τον ιμπεριαλισμό. Οι ιμπεριαλιστές βάζουν επίσης εμπόδια στο δρόμο μας κάθε φορά που μπορούν. Κι όταν δεν μπορούν να το κάνουν απ’ ευθείας, υπάρχουν δυστυχώς στην Αμερική εκείνοι που προσφέρονται γι’ αυτό. Τα ονόματα τους δεν ενδιαφέρουν. Κανείς δεν είναι ένοχος. Δεν μπορούμε να πούμε εδώ ότι ο Πρόεδρος Μπετανκουρ είναι ένοχος του θανάτου του συμπατριώτη μας. Είναι απλά αιχμάλωτος ενός καθεστώτος που λέγεται δημοκρατικό. Αυτό το δημοκρατικό καθεστώς που θα μπορούσε να είναι ένα άλλο παράδειγμα για την Αμερική έκαμε το μεγάλο σφάλμα να μην χρησιμοποιήσει έγκαιρα το δικαίωμα των εκτελέσεων. Σήμερα η δημοκρατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι αιχμάλωτος των παλιών σμπίρων, όπως είναι και το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής, κι όπως συνέβαινε άλλοτε και στην Κούβα.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον Πρόεδρο Μπετανκούρ υπεύθυνο ενός εγκλήματος. Το μόνο που μπορούμε να πούμε εδώ, στηριζόμενοι στην ιστορία μας των επαναστατών και στην επαναστατική μας πίστη είναι πως την ημέρα που ο Πρόεδρος Μπετανκούρ εκλεγμένος από το λαό του θα αισθανθεί αιχμάλωτος σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην μπορεί να προχωρήσει, και θα ζητήσει τη βοήθεια ενός λαού αδελφού, η Κούβα θα είναι παρούσα για να διδάξει στη Βενεζουέλα μια από τις εμπειρίες της σε επαναστατικό έδαφος. Ο πρόεδρος Μπετανκούρ πρέπει να γνωρίζει πως δεν είναι βέβαια ο διπλωματικός μας εκπρόσωπος που προκάλεσε το σκάνδαλο που κατέληξε μ’ ένα θάνατο. Είναι δουλειά αυτών των Βόρειο-αμερικανών στην άλλη άκρη ή της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης. Λίγο πλησιέστερα είναι οι παρτιζάνοι του Μπατίστα κι ακόμη πιο κοντά όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τη ρεζέρβα της βόρειο-αμερικανικής κυβέρνησης σ’ αυτή τη χώρα και που μεταμφιέζονταν σε εχθρούς του Μπατίστα. Εκείνοι που ήθελαν να διώξουν τον Μπατίστα και να διατηρήσουν το σύστημα: οι Μιρο, οι Κεβέντο, οι Ντιάζ Λάντζ, οι Χούμπερτ Ματός... Και προφανώς οι αντιδραστικές δυνάμεις που δρουν στη Βενεζουέλα. Είναι θλιβερό που το λέμε, αλλά η κυβέρνηση της Βενεζουέλας είναι καταδικασμένη να τσακιστεί από τον ίδιο της το στρατό, όπως συνέβη πρόσφατα με ένα παγιδευμένο αμάξι. Για την ώρα ο πρόεδρος της Βενεζουέλας είναι φυλακισμένος από τις καταπιεστικές του δυνάμεις.

Μας στοιχίζει γιατί η Βενεζουέλα πρόσφερε στον λαό της Κούβας την απόλυτη αλληλεγγύη της και τεραστία βοήθεια όταν ήμασταν στη Σιέρα Μαέστρα. Λυπούμαστε γιατί η Βενεζουέλα είχε πετύχει να ελευθερωθεί πολύ ενωρίτερα από μας, από το πλέον θρασύ καταπιεστικό σύστημα που εκπροσωπούσε ο Περέζ Χιμένεθ. Και λυπούμαστε ακόμα βαθιά γιατί η Βενεζουέλα δέχτηκε την αντιπροσωπεία μας με εκδηλώσεις μεγάλης φιλίας, όταν την επισκέφτηκε ο Φιντέλ Κάστρο στην αρχή, κι ο Πρόεδρος μας Ντορτικος μετά.

Ένας λαός που κατάκτησε την υψηλή πολιτική συνείδηση και την μεγάλη αγωνιστική πίστη, σαν το λαό της Βενεζουέλας, δεν γίνεται να μείνει για πολύ αιχμάλωτος σε μερικές μπαγιονέτες ή και σε λίγες σφαίρες: σφαίρες και μπαγιονέτες μπορούν ν’ αλλάξουν χέρια κι οι δολοφόνοι να μεταβληθούν σε θύματα.

Δεν είναι ο ρόλος μου εδώ ν’ απαριθμήσω τα καθεστώτα, ούτε τα άθλια χτυπήματα που μας έδωσαν, ούτε και να ρίξω λάδι στη φωτιά της ανταρσίας. Δεν είναι ο ρόλος μου κατ’ αρχήν, γιατί η Κούβα δεν είναι ακόμα εκτός κινδύνου, αλλά και γιατί εξακολουθεί να παραμένει ο στόχος των ιμπεριαλιστών σ’ αυτή τη γωνία του κόσμου. Κι επί πλέον γιατί έχει ανάγκη από την αλληλεγγύη όλων μας. Είναι σίγουρο πως οι αποικιοκράτες τρόμαξαν, κι αυτοί επίσης, όπως κι όλοι φοβούνται τις μπόμπες και τα βλήματα. Διαπίστωσαν για πρώτη φορά πως οι καταστρεπτικές μπόμπες μπορούν να πέσουν στις φαρμες και στα παιδιά τους και σ’ όλα όσα έφτιαξαν με τόση αγάπη. Άρχισαν να κάνουν υπολογισμούς με τις ηλεκτρονικές τους μηχανές και είδαν πως το σύστημα δεν ήταν καλό. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως εγκαταλείψανε την ιδέα να εξαφανίσουν την κουβανέζικη δημοκρατία. Θα ξαναρχίσουν δραστήριους υπολογισμούς για να βρουν την καλύτερη μέθοδο απ’ όσες διαθέτουν, για να επιτεθούν ενάντια στην Κουβανέζικη Επανάσταση. Έχουν την μέθοδο Ιντιγκορας, την μέθοδο Νικαράγουα, την μέθοδο Αϊτής. Για την ώρα έχουν εγκαταλείψει την μέθοδο του Αγίου Δομίνικου, έχουν όμως εκείνη των μισθοφόρων της Φλωριδας, την μέθοδο Ο.Ε.Α. Διαθέτουν πολλές μέθοδες και πολλή δύναμη για να τις τελειοποιήσουν.

Ο πρόεδρος Αρμπεντζ και ο λαός του έκαναν το πείραμα. Δυστυχώς για τη Γουατεμάλα που διέθετε ένα στρατό παλιού συστήματος και δεν είχε αντιληφτεί αρκετά πως η αλληλεγγύη των λαών μπορεί να ανατρέψει οποιαδήποτε επίθεση.

Αυτή η αλληλεγγύη, που παραμερίζει όλες τις πολιτικές διχόνοιες για να αμυνθεί, υπήρξε μια από τις μεγάλες δυνάμεις στην δεδομένη στιγμή για την Κουβανέζικη Επανάσταση. Τολμω να πω, πως είναι καθήκον για την νεολαία της Αμερικής να μελετήσει βαθιά αυτό που συμβαίνει εδώ γιατί είναι κάτι το τελείως καινούργιο. Δεν θέλω να σας πω ποια είναι τα καλά του, θα τα δείτε μόνοι σας.

Πως υπάρχουν πολλά άσκημα... το ξέρω. Ότι μας χρειάζεται πολύ η οργάνωση εδώ, το ξέρω. Και το ξέρετε ασφαλώς όλοι όσοι έχετε περάσει από τη Σιέρρα. Πως υπάρχει ακόμη «φιλανταρτισμος», το ξέρω. Ξέρω πως έχουμε τεραστία έλλειψη τεχνικών σε σχέση με τις ανάγκες μας. Ξέρω ότι ο στρατός μας δεν κατάκτησε ακόμα το επίπεδο της αναγκαίας ωριμότητας και πως οι εθνοφρουροί δεν είναι ακόμα επαρκώς συντονισμένοι για να συγκροτηθούν σε στρατό. Αλλά αυτό που ξέρω, αυτό που θέλω να ξέρετε όλοι σας, είναι ότι αυτή η Επανάσταση έγινε υπολογίζοντας πάντα στην από κοινού επιθυμία του κουβανέζικου λαού και πως ο κάθε χωρικός, ο κάθε εργάτης δεν χειρίζεται ίσως καλά το τουφέκι, αλλά ασκείται καθημερινά για να μάθει να το χειρίζεται τελειότερα, προκείμενου να υπερασπιστεί την Επανάσταση του. Κι αν δεν μπορεί για την ώρα να καταλάβει τον πολυσύνθετο μηχανισμό της λειτουργίας μιας μηχανής, που ο τεχνίτης της έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μελετά καθημερινά για να τον μάθει και για να δουλεύει καλύτερα το εργοστάσιο του. Και ο χωρικός θα μελετήσει το τρακτέρ του για να λύσει τις τεχνικές του δυσκολίες και να πετύχει καλύτερη παραγωγή στα χωράφια της κοοπερατίβας του. Όλοι οι Κουβανοί, των πόλεων και της υπαίθρου, ενωμένοι με μια αδελφική πνοή, προχωρούν στο μέλλον, ενωμένοι κάτω από μια κοινή σκέψη, κατευθυνόμενοι από έναν αρχηγό που τους εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη, γιατί απόδειξε σε χίλιες μάχες και χίλιες ευκαιρίες το αίσθημα της θυσίας, της δύναμης και της διαύγειας της σκέψης του.

Ο λαός που έχετε σήμερα μπροστά σας, σας δηλώνει πως, ακόμα κι αν έπρεπε να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, ακόμα κι αν εξ αιτίας του επρόκειτο να εκραγεί ένας ατομικός πόλεμος του οποίου θα αποτελούσε τον πρώτο στόχο, ακόμα κι αν αυτό το νησί κι οι κάτοικοι του εξαφανίζονταν οριστικά, αυτός ο λαός θα εθεωρείτο απόλυτα ευτυχής και θα πίστευε πως είχε ανταμειφτεί, αν ο καθένας από σας επιστρέφοντας θα μπορούσε να πει:

Να μας. Το πετρέλαιο φτάνει ως εμάς υγρό από τα κουβανέζικα δάση. Ανεβήκαμε στη Σιέρρα Μαέστρα και γνωρίσαμε την αυγή. Το μυαλό και τα χέρια μας είναι γεμάτα από τους σπόρους της αυγής κι είμαστε έτοιμοι να τους σπείρουμε σ’ αυτήν εδώ τη γη και να την υπερασπιστούμε για να φέρει τους καρπούς της. Και απ’ όλες τις αδελφές χώρες της Αμερικής, της γης μας, αν έχει μείνει ακόμη το παράδειγμα, η φωνή των λαών θ’ απαντήσει από τώρα κι έπειτα και για πάντα: «Αμήν! Έτσι να κατακτηθεί η λευτεριά σε κάθε πατουσιά της Αμερικής».


Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου






Χρονολόγιο

Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα γεννήθηκε στην πόλη Ροσάριο της Αργεντινής, γόνος οικογένειας που ανήκε στην ολιγαρχία της εποχής. Με ισπανικές και ιρλανδικές καταβολές, η οικογένειά του δεν είχε πρόβλημα στο να έρχεται σε επαφή με τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, προκαλώντας έτσι την αστική τάξη.

Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες, χωρίς όμως να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού

Μετά την αποφοίτηση του ο Τσε Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς όπως η Βολιβία, το Περού, ο Παναμάς, η Κόστα Ρίκα, η Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ.

Κάπου μεταξύ του 1954 και 1955 γνωρίστηκε με την Περουβιανή οικονομολόγο Ιλδα Γκαδέα. Η επαφή τους άνοιξε στον Τσε Γκεβάρα το δρόμο για επαφές με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων.

Το καλοκαίρι του 1955 η συνάντηση με τον Kάστρο είναι καταλυτική για τη μετέπειτα πορεία του κινήματος της 26ης Ιουλίου. Ο Αργεντίνος είδε στο πρόσωπο του Κάστρο έναν ηγέτη που θα μπορούσε να στηρίξει την Κουβανική επανάσταση.

1958. Η κατάληψη της Σάντα Κλάρα έπειτα από δύο χρόνια ανταρτοπόλεμου στην οροσειρά Σιέρα Μαέστρα ενάντια στο δικτάτορα Μπατίστα, ήταν ένα κομβικό σημείο για τον Τσε Γκεβάρα και την επανάσταση.

1η Ιανουαρίου 1959 και ο Μπατίστα αποχωρεί από την Αβάνα προς τη Δομινικανή Δημοκρατία. Ο Τσε Γκεβάρα αναλαμβάνει να εξετάσει τις εφέσεις των δύο επαναστατικών δικαστηρίων που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολίτες.

Στις 7 Οκτωβρίου του 1959 ο Κάστρο του αναθέτει την αρχηγία του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης καθώς και του Τμήματος Εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1961 διορίζεται Υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας για να οργανώσει τις βιομηχανικές μονάδες και το κύμα κρατικοποιήσεων που έχει επέλθει στη χώρα. Έχει ήδη συναντηθεί με τον Χρουτσώφ στη Μόσχα και με τον Μάο Τσε- Τουνγκ στο Πεκίνο και έχει συμφωνήσει σε τιμή υψηλότερη από τις τιμές της αγοράς την εξαγωγή 4 εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης.

Το 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής του Κόλπου των Χοίρων τίθεται επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων στην επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο. Το στράτευμα του παρέμεινε ανενεργό αλλά πέτυχε με αντιπερισπασμό να αποπροσανατολίσει τις αμερικανικές δυνάμεις. Η κουβανική πολιτοφυλακή και αεροπορία αντιστάθηκαν επιτυχώς στην αμερικανική εισβολή.

11 Δεκεμβρίου 1964. Η ομιλία του στη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών χαρακτηρίζεται από τη διαμαρτυρία του εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες που αυτές υποθάλπτουν.

1η Απριλίου 1964 και ο Τσε Γκεβάρα αποχωρεί από την Κούβα λόγω διαφωνιών με την οικονομική πολιτική του Κάστρο.

Επόμενος σταθμός το Κογκό όπου ο Τσε Γκεβάρα είδε την Αφρική ως τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, η αδυναμία σύνταξης των Κογκολέζικων δυνάμεων τον οδηγεί σε απογοήτευση και αποτυχία της επανάστασης.

Κύκνειο άσμα για τον Αργεντίνο επαναστάτη στην Βολιβία. Χωρίς την υποστήριξη του κομμουνιστικού κόμματος της Βολιβίας και με την CIA να τον παρακολουθεί, ο Τσε συλλαμβάνεται και σκοτώνεται στις 9 Οκτωβρίου του 1967 από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού, Μάριο Τεράν.
www.kathimerini.gr








¡Lo sé! ¡Lo sé!
Si me voy de aquí me traga el río.
Es mi destino: "hoy voy a morir".
Pero no, la fuerza de voluntad todo lo puede.
Están los obstáculos, lo admito.
No quiero salir.
Si tengo que morir, será en esta cueva.
Las balas, qué me pueden hacer las balas
si mi destino es morir ahogado, pero voy
a superar mi destino. El destino se puede
alcanzar con la fuerza de voluntad.
Morir sí, pero acribillado por
las balas, destrozado por las bayonetas,
si, no, no, ahogado no...
un recuerdo más perdurable que mi nombre
es luchar, morir luchando.

Poesía escrita a los 19 años, Ernesto Guevara, 1947




"Πιστεύουμε ότι η μόρφωση και η δημόσια υγεία είναι υπηρεσίες που στις οποίες ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι ξοδεύουμε αρκετά για το λαό μας. Και όσο περισσότερα δίνουμε, τόσο καλύτερα θα είναι για όλους. Και έτσι θα συνεχίσουμε να δίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα. Αλλά να θυμάστε, οι καθηγητές που διδάσκουν τους μαθητές-εργάτες κρατιούνται εκτός παραγωγής και καταναλώνουν, συνεπώς, κρατικά χρήματα που πρέπει να ανταποδοθούν στην κοινωνία εις διπλούν"


«Στον τάφο θα φέρω μονάχα την πίκρα ενός ατέλειωτου τραγουδιού»


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Εχω μεταφράσει τον Πλάτωνα, θαυμάζω τον Μαντσίνι, έχω στοχαστεί πολλά για τον Μπέικον, τον Καρλάιλ, τον Μπέμε.. Μαχάτμα Γκάντι














Vijay Achrekar
Born
1967 - Mumbai
1988 Diploma in Drawing & Painting,
L.S. Raheja School Of Art, Mumbai




Μαχάτμα Γκάντι
Η συνέντευξη που ακολουθεί παραχωρήθηκε στον Η. Ν. Brailsford για λογαριασμό της εφημερίδας «Harijan» στις 14 Απριλίου 1946

Ο απόστολος της ειρήνης

Ο Μοχάντας Καράμτσαντ Γκάντι, πολιτικός και πνευματικός ηγέτης των Ινδών, γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Γκουαχαράτ της Δυτικής Ινδίας. * Στα 13 χρόνια του παντρεύτηκε ένα συνομήλικό του κορίτσι, την Καστούρμπα ­ ο γάμος είχε κανονιστεί από τους γονείς των παιδιών. * Σπούδασε Νομικά στο Λονδίνο. * Το 1891 επέστρεψε στην Ινδία, όπου άρχισε να ασκεί τη δικηγορία. * Παρέμεινε όμως στην πατρίδα του μόνο δύο χρόνια. * Το 1893 υπέγραψε μονοετές συμβόλαιο με δικηγορικό γραφείο στη Νότια Αφρική, η οποία τότε βρισκόταν επίσης υπό βρετανική κυριαρχία. * Οταν προσπάθησε, ως βρετανός υπήκοος, να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, εξυβρίστηκε, απειλήθηκε και κακοποιήθηκε. * Αρχισε να διαπιστώνει ότι όλοι οι Ινδοί εκεί είχαν την ίδια μεταχείριση. * Ανοιξε δικό του δικηγορικό γραφείο και αφοσιώθηκε στην υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων των εγκατεστημένων στη Νότια Αφρική συμπατριωτών του. * Τότε άρχισε να αναπτύσσει πολιτική δράση. * Η δική του «επανάσταση» όμως δεν προέβλεπε όπλα και βία. * Επέλεξε ως μέθοδο πάλης την παθητική αντίσταση. * Υστερα από 21 χρόνια επέστρεψε στην πατρίδα του. * Ακόμη και ως αρχηγός του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου την ίδια ειρηνική μέθοδο δράσης ακολούθησε, τη satyagraha, όπως την ονομάζουν οι Ινδοί. * Το 1920 οργάνωσε την πρώτη εκστρατεία παθητικής αντίστασης, η οποία διήρκεσε δύο χρόνια. * Αρκετά χρόνια αργότερα δημιούργησε μαζί με τους οπαδούς του το Κίνημα Πολιτικής Ανυπακοής (1930-1934). * Αγωνίστηκε κατά της οικονομικής εξαθλίωσης των ήδη φτωχών ινδών αγροτών και κατά του καρτέλ που είχε επιβάλει η βρετανική αυτοκρατορία στην κλωστοϋφαντουργία. * Εδωσε αγώνα για να καταργηθεί το σύστημα με τις κάστες που καταπίεζε την ινδική κοινωνία. * Το 1942 συγκρότησε νέο κίνημα, ειρηνικό και πάλι. Αυτή τη φορά στόχος ήταν να πάψει να αποτελεί η χώρα του αποικία των Βρετανών («Φύγετε από την Ινδία!»). * Εξαιτίας του αγώνα του για ανεξαρτησία συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή μαζί με άλλους αρχηγούς του Κογκρέσου. * Εμεινε επτά χρόνια μέσα σε ένα κελί. Δεν πτοήθηκε όμως πιστεύοντας ότι είναι τιμή για όποιον αγωνίζεται για το δίκιο του να βρίσκεται στη φυλακή. * Στα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου το αίτημα για ανεξαρτησία της Ινδίας επανήλθε. * Εν τω μεταξύ η έκρηξη του μουσουλμανικού εθνικισμού ανάγκασε τους Βρετανούς να προχωρήσουν σε διαμελισμό της χώρας. * Στις 15 Αυγούστου 1947 οι αγώνες του δικαιώθηκαν. Η χώρα του απέκτησε την πολυπόθητη ανεξαρτησία. * Ωστόσο ο Γκάντι ονειρευόταν μια ενιαία Ινδία, όπου ινδουιστές και μουσουλμάνοι θα συνυπήρχαν ειρηνικά. * Στις 30 Ιανουαρίου 1948 ένας φανατικός χιντού, ο οποίος θεωρούσε ότι το «θρησκευτικώς ορθόν» ήταν ο διαμελισμός και όχι η ένωση της Ινδίας, δολοφόνησε τον Γκάντι βυθίζοντας σε πένθος όλη τη χώρα.

Ο Γκάντι στη φυλακή του Ντουμ Ντουμ, διεκδίκησε γενική αμνηστία για τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους

Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα την Πούνα ο Γκάντι ήταν εκεί. Δεν μπόρεσα όμως να τον δω. Ηταν φυλακισμένος. Λίγο αργότερα η πόλη, καταπιεσμένη, μισογκρεμισμένη, προδομένη και γεμάτη οργή, βυθιζόταν στη γενική απεργία. Σήμερα, γεμάτη κέφι, γιορτάζει τον ερχομό της άνοιξης με ένα καρναβάλι όλο χρώματα, χορούς και τραγούδια. Οταν συναντηθήκαμε ο Γκάντι είχε την ίδια διάθεση με την πόλη: ένιωθε ευτυχής. Ο λόγος της χαράς του; Η ομιλία του κ. Ατλι πάνω στο «ινδικό ζήτημα» ­ μια ομιλία που ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς την ανεξαρτησία.

12 Σεπτεμβρίου 1931. Ο Γκάντι συνοδευόμενος από συνεργάτες του φθάνει στη Βρετανία. Στόχος του ταξιδιού οι διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος της Ινδίας. Συμμετείχε στον δεύτερο γύρο των συνομιλιών ντυμένος συμβολικά με το ντοτί και το παραδοσιακό λευκό υφαντό σάλι.

Η όψη του ήταν θαυμάσια και η φυσική του κατάσταση τόσο καλή που του «έκρυβε» χρόνια. Ηταν 77 ετών και φαινόταν δεκαετίες νεότερος. Ο Γκάντι είναι ευγενής αλλά πολύ απλός. Οι τρόποι του δεν προδίδουν ούτε ίχνος στόμφου ή επίπλαστης μεγαλοπρέπειας. Στο πρόσωπό του είναι μονίμως αποτυπωμένο ένα γαλήνιο χαμόγελο. Ακούγοντάς τον, κατά έναν περίεργο τρόπο ­ πραγματικά δεν μπορώ να προσδιορίσω το γιατί ­, μου έδινε την εντύπωση ότι αυτός ο άνθρωπος μιλάει εξ ονόματος όλης της Ινδίας, ότι είναι η φωνή της. Βεβαίως μου είχε ήδη διευκρινίσει ότι μιλούσε αποκλειστικά και μόνο εξ ονόματός του και όχι για λογαριασμό του Κογκρέσου. Ωστόσο η αίσθησή μου ήταν αυτή.

Η συζήτησή μας, όπως ήταν φυσικό, περιστράφηκε γύρω από την πρόσφατη ομιλία του πρωθυπουργού, ο οποίος αναγνώρισε το δικαίωμα της Ινδίας να επιλέξει την ανεξαρτησία της. Ο Γκάντι ήταν ενθουσιασμένος όχι μόνο από τα λόγια του πρωθυπουργού αλλά και από το όλο πνεύμα της ομιλίας.

«Παρ' όλα αυτά, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι η ιστορία των σχέσεων μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ινδίας είναι μια τραγωδία, γραμμένη με ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και ελπίδες που έχουν διαψευσθεί. Πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση, να έχουμε τον νου μας και τα μάτια μας ανοιχτά. Οποιος αναζητεί πραγματικά την αλήθεια δεν πρέπει να θεωρεί εκ των προτέρων ότι οι απόψεις και τα λεγόμενα του εχθρού είναι αναξιόπιστα. Ετσι, λοιπόν, ελπίζω. Εύχομαι δε όλοι οι υπεύθυνοι Ινδοί να νιώθουν το ίδιο όπως και εγώ. Πιστεύω ότι αυτή τη φορά οι Βρετανοί μιλούν σοβαρά, ότι εννοούν αυτά που λένε. Το πρόβλημα είναι ότι η προσφορά τους έγινε ξαφνικά. Σαν να βλέπουμε δηλαδή την Ινδία να "εξωθείται" στην ανεξαρτησία.
Ξέρετε πώς νιώθω σήμερα; Σαν ταξιδιώτης που κάθεται στο κατάρτι ενός πλοίου πάνω σε μια πολυθρόνα από λυγαριά εν μέσω καταιγίδας... Δεν έχω ανακτήσει την ισορροπία μου. Επρεπε να προηγηθεί ένα διάστημα ψυχολογικής προετοιμασίας. Ωστόσο ακόμη έχουμε καιρό. Η πικρία έχει διογκωθεί σαν τεράστιο παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να πνίξει τα πάντα ­ και αυτό δεν είναι καλό για το πνεύμα. Τους τελευταίους δύο μήνες στα πρόσωπά μας θα έπρεπε να καθρεφτίζεται η αισιοδοξία και η καλή προαίρεση. Ετσι συμβαίνει στα σημαντικά γεγονότα της ιστορίας, όχι μόνο της ινδικής ή της βρετανικής αλλά όλου του κόσμου».

12 Μαρτίου 1930. Ο Γκάντι ξεκινάει τη μεγάλη πορεία προς τις αλυκές του Ντάντι για να φτιάξει μια πίτα από αλάτι. Με αυτό το νέο κίνημα ανυπακοής καταργούσε στην πράξη τον Νόμο περί Αλατος, που θέσπιζε το μονοπώλιο των Βρετανών στην παραγωγή και πώληση του πολύτιμου για τους φτωχούς αγρότες αλατιού. Ο Γκάντι, συνοδευόμενος από 78 «μαχητές της αλήθειας», διήνυσε απόσταση 400 χλμ. Από όπου περνούσε οι χωρικοί έβρεχαν με νερό και μαλάκωναν με φύλλα τον δρόμο. Εφθασε στο Ντάντι στις 6 Απριλίου. Μάζεψε λίγο αλάτι από τον γιαλό και δήλωσε ότι είχε ξεκινήσει την παραγωγή!

Το μήνυμα που έστελνε ο Γκάντι ήταν σαφές. Η βρετανική κυβέρνηση είχε πράξει το σωστό. Με τον τρόπο όμως με τον οποίο το έπραξε είχε καταφέρει στην Ινδία ένα «πλήγμα μεγαλοπρέπειας». Οταν του ζήτησα να μου δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα, αμέσως μου ανέφερε δύο. Το πρώτο ήταν ότι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων είχε γίνει σταδιακά και δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη:

«Δεν αποτελούν κανέναν κίνδυνο (οι κρατούμενοι). Δεν απειλούν κανέναν. Εξάλλου πώς θα ήταν δυνατόν να ταχθούν κατά της προαναγγελθείσης ανεξαρτησίας; Η καλύτερη χειρονομία απέναντι στον ινδικό λαό αυτή τη στιγμή θα ήταν η γενική αμνηστία. Οταν κάποιος αποφασίζει να μεταβιβάσει την εξουσία πρέπει να το κάνει με τόλμη».

Με τον Μοχάμεντ Αλι Τζίνα, ο οποίος είχε ηγηθεί της Μουσουλμανικής Ενωσης. Ο Γκάντι επεδίωκε την ενότητα με το μουσουλμανικό στοιχείο. Ο Τζίνα όμως δεν ενέκρινε τις μεθόδους του «ασκητή» και τις χαρακτήριζε λαϊκιστικές

Στη συνέχεια άρχισε να μιλάει για τον φόρο άλατος:

«Η κατάργησή του θα ήταν μια χειρονομία που θα την εκτιμούσαν πάρα πολύ οι φτωχοί αγρότες. Γι' αυτούς θα σήμαινε πολύ περισσότερα από όσα η ίδια η ανεξαρτησία! Σε αυτό το κλίμα που ζούμε το αλάτι είναι ζωτικό στοιχείο, όπως ο αέρας και το νερό. Ο αγρότης το χρειάζεται για τον εαυτό του, για το κοπάδι του, για τη γη του. Το μονοπώλιο θα σβήσει αυτομάτως ό,τι κατέκτησε η ανεξαρτησία. Γιατί λοιπόν δεν καταργούν τον φόρο; Με κάτι τέτοιες κινήσεις η κυβέρνηση θα μπορούσε να δώσει στις ευρείες μάζες του πληθυσμού την αίσθηση ότι ξεκινά πράγματι μια νέα εποχή για τη χώρα».

Του υπενθύμισα ότι πολλοί Αγγλοι δεν μπορούν καν να κατανοήσουν το γιατί οι Ινδοί προτιμούν την ανεξαρτησία από το καθεστώς κυριαρχίας της βρετανικής κοινοπολιτείας. Η απάντησή του με εξέπληξε:

«Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία και εγώ έκλινα προς αυτή την άποψη, άρα εκ των πραγμάτων προτιμούσα αυτή τη μορφή διοίκησης από την ανεξαρτησία. Αυτή ήταν η θέση μου καθ' όλη τη διάρκεια του Α½ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην αλληλογραφία μου μάλιστα με τον τότε κυβερνήτη της αποικίας, λόρδο Τσέμσφορντ, χρησιμοποιούσα εκφράσεις οι οποίες από καιρού εις καιρόν χρησιμοποιούνται εναντίον μου. Επιθυμούσα να εμφυσήσω στην καρδιά των Ινδών την ίδια αφοσίωση και πίστη στο βρετανικό στέμμα που θα μπορούσε να τρέφει ένας Αγγλος. Ποιος με "προσηλύτισε" και με έπεισε να προσχωρήσω στο κίνημα της ανεξαρτησίας; Ενας... βρετανός ποδοσφαιριστής!».

Μου εξήγησε γελώντας ότι αναφερόταν στον C. F. Andrews, ο οποίος, εκτός από καθοδηγητής του, υπήρξε αξιόλογος αθλητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ:

«Χάρη στον Αντριους κατανόησα τι ακριβώς σημαίνει ο τίτλος "βασιλιάς-αυτοκράτωρ". Ο βασιλιάς της Βρετανίας είναι βασιλιάς για την επικράτειά του αλλά αυτοκράτωρ για την Ινδία. Μόνο η Ινδία συνιστά την Αυτοκρατορία. Ο πληθυσμός των υπόλοιπων κτήσεων της βρετανικής επικράτειας είναι "πρωτοξαδέλφια" σας. Εμείς οι Ινδοί, έχοντας τόσο διαφορετική παράδοση και κουλτούρα, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να ενσωματωθούμε ως μέλη της βρετανικής οικογένειας. Αποτελούμε μια μεγάλη οικογένεια εθνών σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά πρέπει να πάψουμε να είμαστε "υποτιμημένο" έθνος. Γι' αυτό λοιπόν προτίθεμαι να διεκδικήσω και να κατακτήσω την ανεξαρτησία. Μπορείτε βεβαίως να προβάλετε την ένσταση ότι έτσι απαρνούμαστε την προστασία του βρετανικού στρατού και του ναυτικού. Ξέρετε όμως τι σημαίνει αυτό; Οτι οι Αγγλοι είναι βίαιο έθνος. Διότι αν δεν ήταν η Ινδία δεν θα τους χρειαζόταν. Αν, στο όνομα της ελευθερίας, καταφέρεις να ζεις ακολουθώντας αυτό το "πιστεύω" (της μη βίας), δεν υπάρχει εξουσία στη γη αυτή που να μπορέσει να σε βλάψει. Αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα της Ινδίας και ταυτόχρονα η τεράστια συνεισφορά της στην παγκόσμια πρόοδο. Αν οι Αγγλοι ήταν σε θέση να το καταλάβουν αυτό, θα προσέφεραν την ανεξαρτησία με διαφορετικούς όρους. Την σήμερον ημέρα εξακολουθούν να επιμένουν ότι το καθεστώς της κυριαρχίας είναι το καλύτερο δώρο που μπορούν να μας προσφέρουν, αλλά ότι αν εμείς οι Ινδοί επιλέγαμε την ανεξαρτησία θα μας την παραχωρούσαν. Οχι, αυτή η στάση είναι τελείως λανθασμένη. Τι θα ήθελα; Να ακούσω τους Αγγλους να λένε: "Για το καλό όλου του κόσμου, το δικό σας και το δικό μας, απολαύστε από σήμερα κιόλας το αγαθό της ανεξαρτησίας, έτσι ακριβώς όπως το απολαμβάνουμε και εμείς..."».

*Ο πρώτος πρωθυπουργός της ελεύθερης Ινδίας (1947), Γιαβαχαρλάλ Νεχρού, με τον Μαχάτμα Γκάντι. Ο πρώτος ήταν αγνωστικιστής, σοσιαλιστής που υποστήριξε τον εκσυγχρονισμό. Ο δεύτερος υπήρξε φλογερός ινδουιστής, πίστευε ότι ο τεράστιος αγροτικός πληθυσμός της Ινδίας δεν χρειαζόταν τη δυτική τεχνολογία για να καλύψει τις ανάγκες του σε τρόφιμα, σε ρούχα και σε φάρμακα. Τι ένωνε λοιπόν τον Γκάντι με τον Νεχρού; Ο κοινός «ιερός σκοπός»: η απελευθέρωση της Ινδίας από τη βρετανική κυριαρχία*

Του ζήτησα να μπει στη θέση των άγγλων αναγνωστών, να κατανοήσει τον φόβο, τον τρόμο σχεδόν, που νιώθουν απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και να τους εξηγήσει με ποιον τρόπο η ανεξαρτησία της Ινδίας θα μπορούσε να συμβάλει στην ασφάλεια της Βρετανίας αλλά και του υπόλοιπου κόσμου. Μου απάντησε ότι εμείς οι Βρετανοί δεν είχαμε κανέναν λόγο να φοβόμαστε μια ανεξάρτητη Ινδία. Και ότι αν οι Βρετανοί εγκατέλειπαν τη χώρα του ως φίλοι, η Ινδία θα τηρούσε πάντα φιλική στάση απέναντί τους. Του επεσήμανα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ίσως ήλπιζε να εξασφαλίσει κάποια εγγύηση αυτής της φιλίας. Θα ήταν διατεθειμένη η Ινδία, π.χ., να θεμελιώσει μια συμμαχία με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της; Η απάντηση του Γκάντι ήταν άμεση:

«Ας υποθέσουμε ότι η απάντηση είναι αρνητική. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα θεωρούσε ότι η αναγνώριση της ανεξαρτησίας μας εξαρτάται από το αν θα δεχόμασταν να συμμετάσχουμε σε μια τέτοια συμμαχία μαζί του; Σε αυτή την περίπτωση η προσφορά των Βρετανών θα έχανε την αξία και το μεγαλείο της. Η σωστή στάση είναι να γίνουν αποδεκτά ως δίκαια τα αιτήματα των Ινδών, ακόμη και στην περίπτωση που εμείς θα φαινόμασταν αχάριστοι και θα τους πληρώναμε με το ίδιο νόμισμα. Οι Βρετανοί έτσι δεν θα φαίνονταν ψυχροί υπολογιστές. Οπως έγινε, θυμάμαι, με τους Μπόερς μετά τον αιματηρό εκείνο πόλεμο. Οι Μπόερς από τότε παρέμειναν φίλοι τους».

Απάντησα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν διατεθειμένο να βάλει τέλος σε αυτή την καταναγκαστική σχέση με την Ινδία, αλλά έτσι όπως έχουν τα πράγματα, σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο κινδύνους, αναπόφευκτα έμπαινε το ζήτημα του τι θα μπορούσε να συμβεί με τις βάσεις και τα στρατηγικής σημασίας λιμάνια της Ινδίας σε περίπτωση εχθρικής εισβολής και αμυντικού πολέμου. Αν αντιμετωπιζόταν το θέμα χωρίς αυτή την «μπακαλίστικη» λογική τού «πάρε δώσε», θα ήταν θετική η απάντηση της Ινδίας;

«Οι Αγγλοι θα έπρεπε να είχαν διδαχθεί από τους βραχμάνους και όχι από τους βανιάνους... Θα έπρεπε να εξηγήσω σε αυτό το σημείο ότι ο βανιάνος είναι ο έμπορος ή, όπως θα έλεγε και ο Ναπολέων, ο καταστηματάρχης. Ο βραχμάνος είναι αρκετά έξυπνος άνθρωπος ώστε να τοποθετεί το πνεύμα πάνω από τις υλικές αξίες της ζωής. Ενας μυθιστοριογράφος από το Γκουαχαράτ έγραψε ότι οι Αγγλοι είναι στρατιώτες και βραχμάνοι αλλά επ' ουδενί βανιάνοι. Ηταν επιεικής και γενναιόδωρος, έκανε όμως λάθος. Ακόμη και οι στρατιώτες των Βρετανών είναι υπολογιστές και παζαρεύουν σαν βανιάνοι. Δεν καταφέρνουν να προσεγγίσουν και να κατανοήσουν άλλες αξίες, υψηλότερα ιδανικά. Πώς θα μου άρεσε η ιδέα να ανταποκρίνονταν οι Αγγλοι στο πνεύμα "μη βίας" των Ινδών!.. Ως δημιουργός αυτού του κινήματος γνωρίζω τη σημασία που έχει η μη βία για όλη την ανθρωπότητα. Αυτό το πνεύμα είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στη ζωή. Νιώθω ότι είναι ευθύνη μου να βοηθήσω τα αδέλφια μου να μην ταπεινωθούν, να μην εξευτελιστούν μέσω των διαπραγματεύσεων. Αν εσείς και εγώ μπορούσαμε να κατακτήσουμε αυτό το επίπεδο ήθους, δεν θα έπρεπε να μας ανησυχεί κανένας κίνδυνος. Είναι προφανές ότι πολλά μέλη του Κογκρέσου δεν συμμερίζονται την άποψή μου και είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν τη σύναψη συμμαχίας, αν ήταν δυνατόν ακόμη και σήμερα. Η ανεξαρτησία όμως θα έπρεπε να διατίθεται δωρεάν, όπως ο αέρας. Δεν παζαρεύεται».

Τον ρώτησα αν μετά την κατοχύρωση, μέσω μιας συμφωνίας, της ανεξαρτησίας της Ινδίας θα ήταν δυνατόν να τεθεί το θέμα μιας αμυντικού χαρακτήρα συμμαχίας με το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Γκάντι μου απάντησε:

«Οταν η Ινδία μπορέσει να απολαύσει το αγαθό της ανεξαρτησίας, προφανώς θα ακολουθήσει και μια τέτοιου είδους συμφωνία αλλά με δική της πρωτοβουλία. Η αυθόρμητη φιλία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ινδίας θα επεκτεινόταν τότε και σε άλλες δυνάμεις και μέσα από όλη αυτή την εξέλιξη, μεταξύ όλων αυτών, θα μπορούσε να διατηρηθεί η ισορροπία, μια και μόνο αυτές θα είχαν το ηθικό σθένος να το κάνουν. Θα ήθελα να ζήσω 125 χρόνια για να δω αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων να παίρνει σάρκα και οστά». Και προσέθεσε: «Πιστεύω ότι ένα φιλικό Ηνωμένο Βασίλειο και μια ανεξάρτητη Ινδία θα μπορούσαν να έλθουν σε συμφωνία εμπορικής συνεργασίας, επωφελή και για τις δύο πλευρές». Επιπλέον δεν θα είχε αντίρρηση να παραχωρηθεί προνομιακή μεταχείριση στο Ηνωμένο Βασίλειο σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές απαραίτητων για την Ινδία αγαθών.

Μιλώντας για το Πακιστάν ο Γκάντι ανέφερε ότι, αν δεν κατάφερνε προσέγγιση με άλλα μέσα, ήταν διατεθειμένος να φέρει το ζήτημα σε διεθνή διαιτησία. Και ότι επίσης δεν έπρεπε να ξεχνάμε πως μια τέτοια προσφυγή θα δημιουργούσε άλυτο πρόβλημα μεταξύ Ινδίας και Ηνωμένου Βασιλείου, όπως παραδείγματος χάριν το θέμα του χρέους ­ αν και κάτι τέτοιο από μόνο του δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανυπέρβλητο εμπόδιο. Οι τελευταίες λέξεις του στη συζήτησή μας ήταν ότι ο άνθρωπος αποκτά δύναμη και αυτοπεποίθηση μέσα από τις δυσκολίες.

Τα προσωπικά αντικείμενα του ασκητή. Δύο μικρά κύπελλα φαγητού (ενθύμια από τη φυλακή), ένα ξύλινο κουτάλι και ένα πιρούνι, ημερολόγιο, ρολόι, γυαλιά, ένα αντίτυπο της ινδουιστικής βίβλου Βαχαβάντ Γκιτά, ένα πτυελοδοχείο, ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια (από δέρμα αγελάδας που είχε βρει φυσιολογικό θάνατο) και ένα ζευγάρι ξύλινα τσόκαρα λουτρού, ένα αγαλματίδιο από ελεφαντόδοντο (οι τρεις πίθηκοι που «δεν μιλούσαν για κακό, δεν έβλεπαν κακό, δεν άκουγαν κακό») και ένας τροχός για γνέσιμο.

Ολη η «περιουσία» του Γκάντι χωρούσε σε ένα σακίδιο. Ο πνευματικός ηγέτης των Ινδών δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Ζούσε σαν ασκητής και λατρεύτηκε σαν άγιος


Εφυγα με την αίσθηση ότι είχα συνομιλήσει με έναν πολύ γενναίο άνθρωπο του οποίου το ιδανικό ήταν να δημιουργήσει μια κοινωνία που θα βασίζεται μόνο στις ηθικές αξίες. Ενώ όλοι ανησυχούσαμε για τη στρατιωτική απειλή, εκείνος ήταν ήρεμος, γαλήνιος, επαναλαμβάνοντας με ακλόνητη πίστη τη βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι θα είναι ασφαλείς μόνο όταν μάθουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους ως ίσοι και αδέλφια. Οποιοδήποτε άλλο μέσον είναι μάταιο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΖΗΚΑ | Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2001
Το ΒΗΜΑ





Ακούτε έναν από τους αγαπημένους ύμνους του Mahatma Gandhi Vaishnav jan to tene kahiye, the immortal composition of the 15th century Gujarati poet Narsi Mehta, emphasising the virtues of the Vaishnav code of life. Vaishnav literally means one who worships Vishnu. But the word really stands for a person who has the qualities of an ideal human being.

A godlike man is one,
Who feels another’s pain
Who shares another’s sorrow,
And pride does disdain.
Who regards himself as the lowliest of the low,
Speaks not a word of evil against any one
One who keeps himself steadfast in words, body and mind,
Blessed is the mother who gives birth to such a son.
Who looks upon everyone as his equal and has renounced lust,
And who honours women like he honours his mother
Whose tongue knows not the taste of falsehood till his last breath,
Nor covets another’s worldly goods.
He does not desire worldly things,
For he treads the path of renunciation
Ever on his lips is Rama’s holy name,
All places of pilgrimage are within him.
One who is not greedy and deceitful,
And has conquered lust and anger
Through such a man Saint Narsaiyon has a godly vision,
Generations to come, of such a man, will attain salvation


Αν η μόρφωση δεν συνοδεύεται και από συμπόνια
όχι απλά είναι άχρηστη, αλλά γίνεται και καταστροφική
Μαχάτμα Γκάντι


•Τα εφτά που δεν πρέπει να έχεις: Πλούτο χωρίς μόχθο. Γνώση χωρίς χαρακτήρα. Πολιτική χωρίς αρχές.Απόλαυση χωρίς συναίσθημα. Εμπόριο χωρίς ήθος. Επιστήμη χωρίς ανθρωπιά. Αγάπη χωρίς θυσία.

•Ο τρόπος που δίνεις αξίζει περισσότερο από αυτό που δίνεις.

•Ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, αλλά είναι πολύ μικρός για να ικανοποιήσει την ανθρώπινη απληστία.

•Η μηχανή σήμερα βοηθάει πολύ λίγους ανθρώπους και ζημιώνει εκατομμύρια άλλους.

•Η ικανότητα να συγχωρέσει είναι η ιδιότητα του δυνατού. Η αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούνε.

•Εάν δεν είχα το αίσθημα του χιούμορ, τότε θα έπρεπε να αυτοκτονήσω.

•Ο θυμός έχει πάντα μια αιτιολογία, αλλά σπάνια αυτή είναι καλή.

•Η αγάπη ποτέ δε ζητάει, μόνο δίνει.

In the 1938 essay, "Gandhi the Man," Tagore wrote:

Great as he is as a politician, as an organizer, as a leader of men, as a moral reformer, he is greater than all these as a man, because none of these aspects and activities limits his humanity. They are rather inspired and sustained by it.















Where the mind is without fear
and the head is held high;
Where knowledge is free;
Where the world has not been
broken up into fragments
by narrow domestic walls; ...
Where the clear stream of reason
has not lost its way into the
dreary desert sand of dead habit; ...
Into that heaven of freedom,
my Father, let my country awake.
Rabindranath Tagore