Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί, μαζεύω.. ό,τι έμεινε απ’ τον ήλιο να σου το στείλω να ντυθείς Έμαθα πως κρυώνεις Ν Βρεττάκος
















Vicenta Puzul de Gonzalez became the first Tz’utuhil Mayan woman to paint in oil, currently one of only three. She began in 1992 under the tutelage of her husband Mariano Gonzalez Chavajay a renowned Tz’utuhil Mayan artist. Like the other two Tz’utuhil women who became artists, Vicenta spent much of her time helping her husband on the ambitious canvases he husband loved to paint. Vicenta’s own paintings seem so like that of her husband that Tz’utuhil artists mistakenly insisted that the paintings were too good and must be the work of her husband. Vicenta loves to paint faces, and now her faces may even be slightly better than those of her husband. Mariano is justly proud of his wife’s ability and wants her to succeed as on her own independent of him, a big step for a Mayan man from a traditional Mayan town.

Vicenta Puzul de González es la primera mujer maya tz’utuhil en pintar al óleo, y una de las únicas cuatro pintoras que hay. Empezó en 1992 bajo la tutela de su marido Mariano González Chavajay, renombrado artista maya tz’utuhil. Al igual que las otras dos mujeres tz’utuhiles que se han convertido en artistas, Vicenta pasó mucho tiempo ayudando a su esposo con los ambiciosos lienzos que le encantaba pintar. Las obras de Vicenta se parecían tanto a las de su esposo que varios de los artistas tz’utuhiles insistían equivocadamente en que eran demasiado buenas y seguramente habían sido hechas por su esposo. A Vicenta le gusta mucho pintar rostros, y ahora tal vez sus rostros son levemente mejores que los de su marido. Con toda justicia, Mariano está orgulloso de la habilidad de su esposa y quiere que tenga éxito-independientemente de él-que sería un gran paso para una mujer maya de una comunidad tradicional.



Η αντίσταση του Τζων Λοκ

Η αντίσταση, η αμφισβήτηση, η άρνηση απέναντι στο κατεστημένο - είτε πρόκειται για καθιερωμένη αρχή που προσδιορίζει τη γνώση, είτε για δεδομένο σύστημα αξιών που υπαγορεύει μια συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς - είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φυσιογνωμίας μας.

Ουσιαστικά, όπως έχω υποστηρίξει σε άλλη ευκαιρία, αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπινου γένους. Ο Νίτσε, με τον γνωστό αφοριστικό τρόπο του, μας προτρέπει προς την άρνηση, λέγοντας: «αρνούμεθα, πρέπει ν' αρνούμεθα, γιατί κάτι μέσα μας θέλει να ζήσει και να βεβαιωθεί - κάτι που ίσως δεν το γνωρίζουμε ούτε το βλέπουμε ακόμη».

Ασφαλώς, το δικαίωμα της αντίστασης, τόσο δικαιολογημένο από την ανθρώπινη φύση μας, σήμερα έχει παγιωθεί στην κοινωνική ζωή - τουλάχιστον θεωρητικά -, ύστερα μάλιστα από την κατάρρευση πολιτειών που, όπως η Νότια Αφρική στηρίζονταν στις φυλετικές διακρίσεις, ή κομμουνιστικών καθεστώτων που, εξαιτίας της στρεβλής εφαρμογής των μαρξιστικών ιδεών, είχαν εξελιχθεί σε ακραίες απολυταρχικές κρατικές οντότητες. Τώρα, στην εποχή μας, όλες οι χώρες αν δεν εξασφαλίζουν μια πολιτεία, βρίσκονται πάντως καθ' οδόν προς τη δημιουργία ενός κράτους, όπου η διάκριση των εξουσιών, η εκλεγόμενη αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, η ελευθερία του λόγου και της συνείδησης, η δυνατότητα απόκτησης περιουσίας αποτελούν συστατικά του τρόπου που θα πρέπει να διέπει τη ζωή των πολιτών.

Οι αρχές αυτές, εν ονόματι των οποίων μπορεί να δικαιολογηθεί το δικαίωμα της αντίστασης του πολίτη ενάντια στην κρατική δύναμη, προβλήθηκαν στο πλαίσιο του φιλελευθερισμού, μιας κοινωνικής αντίληψης που διαμορφώθηκε κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα. Τότε, συγκεκριμένα, οι διανοούμενοι πίστεψαν ότι η μορφή της πολιτείας υπαγορεύεται από την καταγωγή της κοινωνίας.

Υπήρχαν, ειδικότερα δυό κύριες αντιλήψεις για την καταγωγή της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τη μιά απο τις απόψεις αυτές, τη θεωρία του κληρονομικού δικαιώματος, που υποστηρίχθηκε από διανοούμενους όπως ο Ρόμπερτ Φίλμερ, η εξουσία της διακυβέρνησης των διαφόρων πολιτειών δόθηκε από τον θεό σε ορισμένα πρόσωπα και τους κληρονόμους των. Η αντίσταση προς την κληρονομικώ δικαιώματι αυτή εξουσία ήταν όχι μόνο προδοσία, αλλά και ασέβεια προς τον θεό.
Η άλλη αντίληψη για τον τρόπο που διαμορφώθηκε η κοινωνία αποκλήθηκε θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, γιατί οι υποστηριχτές της ισχυρίστηκαν οτι η πολιτεία έχει επίγεια και όχι θεία καταγωγή, καθόσον υπήρξε το αποτέλεσμα ενός συμβολαίου που συνήψαν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Βάσει του συμβολαίου αυτού, οι άνθρωποι, για να αποφύγουν επί τέλους τους κινδύνους που συνεπάγεται ο αδέσποτος βίος των στη φύση, συμφώνησαν από κοινού να οργανώσουν μια νέα, την κοινωνική μορφή ζωής.

Τί απεφάσισαν οι άνθρωποι με τη σύναψη του συμβολαίου αυτού;
Ποιοί ήταν οι όροι του;


Φιλόσοφοι, όπως ο Τόμας Χόμπς, ισχυρίστηκαν ότι οι πολίτες της κοινωνίας που προέκυψε απο τη σύναψη του κοινωνικού συμβολαίου εξεχώρησαν όλα τα δικαιώματά τους ανεξαιρέτως στον απόλυτο άρχοντα - είτε αυτός αντανακλάτο στο πρόσωπο ενός μεμονωμένου ανθρώπου είτε συνίστατο σ' ένα συμβούλιο προσώπων -, που είχε χρέος να εξασφαλίσει την ειρήνη μεταξύ των πολιτών, εν ονόματι της οποίας και μόνον ήταν δυνατή η συνέχιση της ζωής των.

Στο πλαίσιο ενός τέτοιου απολυταρχικού καθεστώτος ήταν αδιανόητη κάθε μορφή αντίστασης εκ μέρους των πολιτών, παρεκτός μόνον ίσως στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπήρχε ο κίνδυνος της αυθαίρετης αφαίρεσης της ζωής των.

Άλλοι φιλόσοφοι, ωστόσο, ερμήνευσαν το κοινωνικό συμβόλαιο με φιλελεύθερο τρόπο. Για τους φιλελεύθερους φιλοσόφους, η βασική αρχή προς την οποία είναι προσανατολισμένο το κοινωνικό συμβόλαιο και πρέπει να διέπει τις σχέσεις των συμβαλλομένων πολιτών είναι η βεβαιότητα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί ίσοι και είναι εφοδιασμένοι με ορισμένα αναφαίρετα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται όχι μόνο η ζωή, αλλά και η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας και η δυνατότητα κατοχής ιδιοκτησίας και η επιλογή θρησκείας.
Οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της πολιτείας δεν είναι ανεξέλεγκτοι στην άσκηση της εξουσίας, όπως υπέθεσαν ο Χομπς και οι άλλοι απολογητές της απολυταρχικής αντίληψης, αλλά, καθώς κι αυτοί, όπως τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, είναι μεταξύ των συμβαλλομένων, υπόκεινται σε υποχρεώσεις. Έτσι, οι κυβερνήτες έχουν χρέος να διασφαλίσουν τ' αναφαίρετα δικαιώματα των πολιτών, οι οποίοι δικαιολογούνται ν' αντιστέκονται στην αυθαιρεσία της εξουσίας που στρέφεται όχι μόνο κατά της ζωής των, αλλά και εναντίον των άλλων βασικών δικαιωμάτων τους, όπως η ελευθερία τους ή η ιδιοκτησία τους, και να τους ανατρέψουν και να τους καθαιρέσουν.

Μέσα στην πρόοδο του χρόνου, προηγήθηκε η απολυταρχική αντίληψη για τη μορφή που πρέπει να έχει η πολιτεία και ακολούθησε η φιλελεύθερη άποψη για την κοινωνία. Τον τρόπο που διαδραματίστηκε η μεταβολή αυτή μπορούμε να τον δούμε συμπυκνωμένο στην ποιητική διαδρομή ενός συγκεκριμένου προσώπου, ενός από τα ονομαστά τέκνα της ιστορίας της φιλοσοφίας, το οποίον έζησε στον δέκατο έβδομο αιώνα: του Τζων Λοκ.

Συνηθίζουν οι μελετητές της ιστορίας των πολιτικών ιδεών ν' ανατρέχουν στον Λοκ, για να ανακαλύψουν τα θεωρητικά θεμέλια της φιλοσοφίας του φιλελευθερισμού σαν να επρόκειτο για έναν πρωτότυπο πολιτικό φιλόσοφο.

Ο Λok, όμως, δεν ανέπτυξε πρωτογενείς ιδέες για την κοινωνία. Ανήκει, όπως σημειώνει ο Μπέρτραντ Ράσσελ, στους ανθρώπους εκείνους που απέκτησαν φήμη για τις ιδέες των, χωρίς αυτές να είναι δικές τους ουσιαστικά.

«Κατα κανόνα, ο άνθρωπος που σκέπτεται πρώτος μια καινούρια ιδέα, προπορεύεται τόσο της εποχής του, ώστε οι πάντες να τον θεωρούν ανόητο, κι έτσι παραμένει αφανής και γρήγορα λησμονείται. Τότε, σιγά-σιγά, ο κόσμος καθίσταται ώριμος για να δεχθεί την ιδέα και ο άνθρωπος που τη διατυπώνει στην ευτυχή στιγμή πιστούται με την επιτυχία. Το ίδιο συνέβη, λόγου χάριν, με τον Δαρβίνο. Ο ατυχής Λόρδος Μονμόντο ήταν ο περίγελος όλων». Η αξία της παρουσίας του Λοκ στην ιστορία των πολιτικών ιδεών έγκειται στο γεγονός ότι η ζωή του είναι η μικρογραφία μιας ολόκληρης εποχής - της εποχής του δεκάτου εβδόμου αιώνος και των κοινωνικών ανακατατάξεων που συντελέστηκαν μέσα του.

Σε ηλικία είκοσι εννέα ετών ο Λοκ παρουσιάζει μια διφορούμενη πνευματική προσωπικότητα. Έτσι, από τη μιά πλευρά, κινούμενος στη σχολαστική παράδοση, εμφανίζεται να ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν σ' επαρκή αντικειμενική γνώση των πραγμάτων, και ειδικότερα του ηθικού νόμου ούτως ώστε, γνωρίζοντας τί πρέπει να πράξουν, να μπορούν να το πράττουν, και από την άλλη πλευρά φαίνεται να τηρεί μια σκεπτικιστική στάση απέναντι στη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης, όπως στην περίπτωση όπου λέει ότι «οι άνθρωποι γενικώς, κατευθυνόμενοι από την τύχη ή το συμφέρον, ενστερνίζονται τις γνώμες των όπως τις γυναίκες των, που άπαξ και τις νυμφευθούν θεωρούν τους εαυτούς των υποχρεωμένους να τις υποστηρίζουν όχι για κανέναν άλλο λόγο παρεκτός επειδή είναι δικές των». (Wooton 27). Στο πλαίσιο του σκεπτικισμού, κυριαρχεί η αβεβαιότητα που προκύπτει από τις ποικίλες, διαφορετικές και ενίοτε αντικρουόμενες γνώμες του πλήθους, γεγονός που το καθιστά ανυπότακτο και επικίνδυνο για τη συνοχή που πρέπει να έχει η πολιτεία.

Το ανυπότακτο πλήθος γίνεται πιο αφερέγγυο από τους κυβερνήτες του για την ομαλή ζωή της κοινωνίας. Έτσι ο Λοκ, παρά την εκπεφρασμένη προσήλωσή του στην ελευθερία των ανθρώπων, θεωρεί, ωστόσο, ότι, για ν' αποφευχθεί ο κίνδυνος που συνεπάγεται για την πολιτεία η αυθαιρεσία του ανυπότακτου πλήθους, είναι αναγκαία η εγκαθίδρυση μιας απόλυτης εξουσίας, που θα υλοποιείται σ' έναν μονάρχη ή σ' ένα συμβούλιο προσώπων.

Ουδείς πολίτης έχει το δικαίωμα ν' αντισταθεί στην απόλυτη εξουσία, της οποίας οι φορείς είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτούν μόνο στον θεό.

Τούτο, βέβαια, η αφαίρεση του δικαιώματος της αντίστασης των ποιητών, δεν παραλείπει να σημειώσει ο Λοκ, ισχύει όταν πρόκειται για ζητήματα που δεν υπονομεύουν την κοινωνία και για εξουσία που έχει εγκαθιδρυθεί νόμιμα· διαφορετικά, οι άνθρωποι μπορούν ν' ακολουθούν την ελεύθερη βούλησή τους για αδιάφορα ζητήματα και έχουν το δικαίωμα ν' ανθίστανται στην αυθαιρεσία πειρατών ή ληστών. Κατά τα άλλα, ο Λοκ είναι προσδεδεμένος στην εξουσιαστική αντίληψη. «Ως προς εμέ», λέει με μια διάθεση έπαρσης, «δεν υπάρχει κανείς άλλος πέραν εμού που να τρέφει μεγαλύτερο σεβασμό προς την εξουσία».

Ωστόσο, στη ζωή του αργότερα, και συγκεκριμένα όταν γίνεται τριάντα επτά χρονών έως την ηλικία των σαράντα τριών ετών, οι πολιτικές ιδέες του σημειώνουν σημαντική απόκλιση απο την εξουσιαστική στάση, που μέχρι τότε είχε δείξει απέναντι στην πολιτεία. Υπό την επίδραση του Λόρδου Σέϊφτσμπερυ, με τον οποίο διατήρησε για δέκα χρόνια περίπου στενή επαφή, μετατοπίζεται προς τη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού.

Στο διάστημα αυτό της ζωής του ο Λοκ αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα ν' αντιστέκονται και στους νόμιμους κυβερνήτες των. «Ο σωστός και ο ελεήμων άνθρωπος δίνει σε κάθε άνθρωπο εκείνο που του ανήκει - από τον βασιλιά που βρίσκεται στον θρόνο έως τον επαίτη που ζητιανεύει στον δρόμο». Μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει διάκριση ως προς τα δικαιώματα τους και, συνεπώς, όπως άρχοντες μπορούν ν' αντιπαρατίθενται σε άρχοντες, κατά τρόπον ανάλογο και οι πολίτες έχουν το δικαίωμα της αντίστασης απέναντι στους κυβερνήτες των.

Έτσι, όταν ένας κυβερνήτης επιβάλλει στους πολίτες, παρά τη θέλησή τους, ποιά θρησκεία θα πρέπει ν' ασπαστούν, οι πολίτες έχουν το δικαίωμα ν' αντισταθούν στην επιβολή αυτή. Η θρησκευτική πίστη δεν μοιάζει με τη μαθηματική γνώση. Είναι λογικό, όταν έχω να λύσω ένα πρόβλημα αριθμητικής, να συμβουλευτώ την άποψη του μαθηματικού επιστήμονα και ν' αναγκαστώ να την υιοθετήσω. Η πίστη, όμως, στον Θεό και στα ζητήματα που σχετίζονται με αυτόν είναι προσωπική υπόθεση του πιστού. Αυτός και μόνον αυτός είναι που θ' αποφασίσει για την πίστη του και θ' αναλάβει απέναντι του Θεού ακέραιη την ευθύνη για την αιώνια σωτηρία του ή για την αιώνια καταδίκη του. Ουδείς άλλος, ούτε κυβερνήτης, όσο ισχυρός κι αν είναι, δεν έχει το δικαίωμα να παρέμβει στην απόφαση του πιστού και να του επιβάλει τί και πώς πρέπει να πιστεύει. Εκεί μόνο που, για τον Λοκ, ο κυβερνήτης οφείλει να είναι απόλυτος και αμείλικτος ,είναι απέναντι στους άθεους, οι οποίοι αποτελούν τους πραγματικούς εχθρούς της κοινωνίας. Διαφορετικά σε ζητήματα πίστης πρέπει να υπάρχει σεβασμός προς την ελευθερία της βούλησης των πολιτών.

Ο σεβασμός αυτός δεν πρέπει να περιορίζεται στο θρησκευτικό φρόνημά τους, αλλά να επεκτείνεται και στις μορφές λατρείας, με τις οποίες είναι συνυφασμένες οι θρησκείες. Ο Λοκ δεν είναι διατεθειμένος να δεχθεί ότι σε μια πολιτεία η σκέψη θα πρέπει να είναι ελεύθερη και οι πράξεις να ελέγχονται. Το γεγονός ότι οι λατρευτικές πράξεις είναι συλλογικές εκδηλώσεις δεν σημαίνει ότι είναι δημόσια γεγονότα που αντιδιαστέλλονται προς την πίστη που διατηρεί κάποιος μέσα στην ψυχή του. Οι εκδηλώσεις θρησκευτικής λατρείας είναι εσωτερικοί δίοδοι επικοινωνίας του πιστού με τον θεό και, εν πάση περιπτώσει, είναι αδύνατον το θρησκευτικό φρόνημα να σταθεί χωρίς τις αντίστοιχες πράξεις θρησκευτικής λατρείας.

Έτσι, αν είναι ανεπίτρεπτο να παρεμβαίνει κανείς στη σκέψη και την προσωπική ζωή ενός ανθρώπου, τότε και ο κυβερνήτης δεν έχει το δικαίωμα να καταδιώκει οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής πράξης προς την οποίαν είναι αναπόσπαστα δεμένο το θρησκευτικό φρόνημα του πιστού.

Ενώ, λοιπόν, ο Λοκ στην προηγούμενη φάση της ζωής του, οπότε διαμορφώνει τις πολιτικές ιδέες του, αντιμετώπιζε τη νόμιμη εξουσία σαν αδιαμφισβήτητο θεματοφύλακα της διατήρησης της κοινωνικής τάξης, τώρα, στη δεύτερη αυτή περίοδο της πολιτικής ζωής του, που διολισθαίνει στη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού, αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα ν' αντιστέκονται στην εξουσία.

Βέβαια, η μεταστροφή αυτή των πολιτικών ιδεών του Λοκ από την απολυταρχική στη φιλελεύθερη μορφή της πολιτείας είναι συγκρατημένη, δειλή, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζει αυτός στους πολίτες ένα μόνο δικαίωμα αντίστασης στην αυθαιρεσία της εξουσίας - το δικαίωμά τους, ορισμένως, ν' αντιστέκονται όταν κινδυνεύει η θρησκευτική ελευθερία τους. Με κανένα άλλο αναφαίρετο δικαίωμα δεν εφοδιάζει τους πολίτες στη στάση τους απέναντι στους κυβερνήτες των. Ακόμη και κυβερνήσεις που επιτρέπουν τη δουλεία μπορούν να δικαιολογηθούν.

Ο Λοκ στη φάση αυτή της πολιτικής διαδρομής του έχει αποσπαστεί, βέβαια, από την απόλυτα εξουσιαστική αντίληψη, στον βαθμό που αναγνωρίζει το δικαίωμα αντίστασης για θρησκευτική ελευθερία, αλλά εξακολουθεί να μένει μετέωρος μεταξύ απολυταρχίας και φιλελευθερισμού, καθόσον θεωρεί αλλοτριώσιμα όλα τ' άλλα δικαιώματα των πολιτών με τα οποία τους πιστώνει ο φιλελευθερισμός. Το αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση του φιλελευθερισμού θα το κάνει αργότερα, καθώς εισέρχεται πλέον στο τεσσαρακοστό ένατο έτος της ηλικίας του.

Σημαντική τότε στη διαμόρφωση των πολιτικών ιδεών του Λοκ στάθηκε το βιβλίο του Τζέιμς Τάιρελλ Patriarcha non Monarcha. Κατ' αντίθεσιν προς φιλοσόφους, όπως ο Χομπς, που ισχυρίστηκαν ότι οι άνθρωποι γεννιούνται μεν ελεύθεροι στη φύση, αλλά τα παιδιά τους, καθώς δεσμεύονται από τους υφιστάμενους νόμους, είναι υποτελείς, ο Τάιρελλ υποστήριξε ότι οι άνθρωποι, και μετά την εποχή που ζούσαν ελεύθεροι στη φύση, μπορούν ν' ανακτήσουν την ελευθερία τους. Τα δικαιώματα και η δύναμη που έχουν στα χέρια τους οι κυβερνήτες, που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τα δικαιώματα και τη δύναμη που διαθέτουν οι άνθρωποι όντες στη φυσική κατάστασή τους, τους παραχωρήθηκαν από τους πολίτες, και μπορούν πάντοτε να τους αφαιρεθούν. Οι νόμοι, όσο περιοριστικοί κι αν είναι για τους υπηκόους, δεν μπορούν να δεσμεύουν τη συνείδησή των πολιτών, έχουν πάντοτε το δικαίωμα αυτοί ν' αντισταθούν στην αυθαιρεσία του ηγεμόνος. Στους κυβερνήτες, οι οποίοι δεν αφήνουν καμιά διέξοδο στους ανθρώπους που πέφτουν θύματα αδικιών, οι πολίτες, υπακούοντες στη συνείδησή τους, έχουν κάθε δικαίωμα να επαναστατήσουν και να τους ανατρέψουν ή να μεταναστεύσουν σε άλλη χώρα, έστω κι αν ο ηγεμόνας των προσπαθήσει να τους σταματήσει. Τέτοιες ιδέες, λοιπόν, εισηγήθηκε ο Τάιρελλ και πάνω σε τέτοιες ιδέες ο Λοκ οικοδόμησε τη φιλελεύθερη αντίληψή του για τον τρόπο που θα πρέπει να λειτουργεί η πολιτική κοινωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν υπήρξαν σημεία στα οποία ο Λοκ διαφοροποιήθηκε από τον Τάιρελλ. Αποκλίνοντας ο Λοκ από βασικές απόψεις του Τάιρελλ εισηγήθηκε μια σαφώς πιο φιλελεύθερη πολιτεία από εκείνη που προέβαλε ο Τάιρελλ.

Η ερμηνεία του Λοκ για την ανθρώπινη βούληση, ορισμένως, είναι πιο περιορισμένη από την ερμηνεία του Τάιρελλ.
Για τον Λοκ, η σύναψη ενος συμβολαίου κάτω απο συνθήκες πίεσης δεν μπορεί να είναι θεμιτή, εάν βέβαια η σύναψη ενός συμβολαίου νοείται σαν προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης των συμβαλλομένων μερών. Αντιθέτως, ο Τάιρελλ πιστεύει ότι ελευθερία μπορεί να υπάρξει ακόμη και σε περιπτώσεις όπου εξαναγκάζεται κανείς να κάνει κάτι.

Όταν, λόγου χάριν, ένας έμπορος που ταξιδεύει εν μέσω τρικυμίας ρίχνει στη θάλασσα μέρος από το εμπόρευμά του, ώστε να ελαφρύνει το πλοίο και να επιπλεύσει πάνω στα κύματα, ασφαλώς εξαναγκάζεται από τις κακές καιρικές συνθήκες για να ενεργήσει έτσι. Συγχρόνως, όμως, από μιαν άλλη άποψη, θέλει και ρίχνει στη θάλασσα το εμπόρευμά του, θέλει να επιπλεύσει το πλοίο του και, γι' αυτό, αντιδρά με τον τρόπο αυτόν. Εν ονόματι της διεσταλμένης αυτής ερμηνείας της ελευθερίας της βούλησης είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί η απολυταρχική διακυβέρνηση μιας πολιτείας, να υποστηριχθεί, δηλαδή, ότι οι υπήκοοι, επειδή θέλουν να ζήσουν, συμφωνούν να τους αφαιρέσει η κυβέρνηση κάθε άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα της ζωής. Για τον Λοκ, όμως, η Ελευθερία, την οποία κατέχει από τη φύση του ο άνθρωπος, δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης. Ως εκ τούτου, είναι ανεπίτρεπτη μια απολυταρχική κοινωνία, όπου οι πολίτες, πέρα απο το δικαίωμα της ζωής των, δεν θα έχουν άλλα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της επιλογής της θρησκείας των ή το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την οποίαν μπορούν ν' αποκτήσουν νόμιμα - είτε με τον προσωπικό μόχθο τους είτε κληρονομώντας την.

Πέραν αυτού, όμως, ο Λοκ εισηγήθηκε μια κοινωνία, της οποίας η δημοκρατική βάση είναι σαφώς ευρύτερη από τη βάση της πολιτείας που προέβαλλε ο Τάιρελλ. Πρόκειται για μια σαφή διαφοροποίηση του Λοκ από τον Τάιρελλ.

Κατ' αντίθεσιν προς τον Τάιρελλ, που ισχυρίστηκε ότι σε μια πολιτεία είναι δυνατόν οι ενήλικες άρρενες ν' αποφασίζουν μόνοι τους για λογαριασμό επίσης των προστατευομένων από αυτούς προσώπων, όπως στην πατριαρχική κοινωνία ο αρχηγός της οικογένειας μπορούσε να εκπροσωπεί τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τους υπηρέτες του, ο Λοκ είναι συνεπής με την αρχή του φιλελευθερισμού ότι ουδείς μπορεί ν' αποφασίζει για κάποιον άλλο χωρίς την αβίαστη και ειλικρινή συναίνεσή του.

Σε μια κοινωνία, όπου το φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου για ελευθερία είναι ασυμβίβαστο με οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης και όπου κανείς δεν έχει το δικαίωμα ν' αποφασίζει ερήμην του διπλανού του, ο κάθε πολίτης έχει την ευθύνη ν' αντιστέκεται κάθε φορά που η εξουσία επιχειρεί ν' αλλοτριώσει κάποιο ή κάποια από τ' αναφαίρετα δικαιώματά του. Το δικαίωμα της αντίστασης και η προοπτική ακόμη και της ένοπλης επανάστασης είναι πάντοτε μια ανοικτή πρόκληση για τον πολίτη. Μόνον έτσι οι πολίτες, μέσα από την επαγρύπνηση και την ετοιμότητά τους ν' αντισταθούν με κάθε - ήπιο ή βίαιο - τρόπο σε οποιαδήποτε μορφή αυθαιρεσίας της εξουσίας, θα κατορθώσουν να εξασφαλίσουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα της κοινωνίας των, διατηρώντας και προωθώντας τ' αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου.

Γιατι η κοινωνία δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά συντίθεται και φτιάχνεται από τους ίδιους τους πολίτες. Ο Τάιρελλ παρομοίασε την κοινωνία με το ποτάμι. Οι άνθρωποι έρχονται σ' αυτήν με τη γέννησή τους και φεύγουν απο αυτήν με τον θάνατό τους, όπως οι σταγόνες της βροχής που, πέφτοντας από ψηλά, μπαίνουν μέσα στο ρεύμα του ποταμού για να εκβληθούν από αυτό καθώς το ποτάμι εκχύνεται στη θάλασσα. Η πολιτική κοινωνία, η δομή της μένει αμετάβλητη απο την είσοδο και την έξοδο των ανθρώπων, όπως το ποτάμι, το ρεύμα του μένει το ίδιο πάντοτε, όσο νερό κι αν μπει σ' αυτό και βγει από αυτό. Ο Λοκ, όμως, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης πολιτικής φιλοσοφίας του, αποποιείται τη μοιρολατρική αυτή ιδέα. Το γεγονός ότι συγκροτήθηκε κάποτε η απολυταρχική κοινωνία δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει αυτή και, έτσι, οι πολίτες να στερούνται των αναφαίρετων δικαιωμάτων τους. Θα πρέπει ν' αλλάξει.

Δεν υπάρχει καμιά χρεία το ποτάμι να εξακολουθεί να κυλάει μέσα στις ίδιες, τις παλιές όχθες του, αν ξέρουμε ότι, αλλάζοντας το ρεύμα του, πρόκειται να υπάρξει κάποιο μεγαλύτερο όφελος.

Η εικόνα αυτή του Λοκ, που προβλήθηκε μέσα από την περιγραφή ενός διανοούμενου ανθρώπου, ο οποίος υιοθέτησε αρχικά την απολυταρχική μορφή της πολιτείας για να καταλήξει στην αποθέωση του δικαιώματος του ανθρώπου ν' αντιστέκεται στην αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας - η εικόνα αυτή του Λοκ είναι μια από τις μορφές του φιλοσόφου με τις οποίες τον αναπαρέστησαν οι μελετητές του. Η απόκλιση στις περιγραφές της πολιτικής φυσιογνωμίας του Λοκ οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν εξομολογείται, δεν αποκαλύπτει τα αισθήματά του, τις επιδιώξεις του, τα όνειρά του.

Το περιχαράκωμα αυτό της ψυχής του θα πρέπει ασφαλώς να σχετίζεται με τα σοβαρά πολιτικά γεγονότα της εποχής του, στα οποία, είτε με τη θέλησή του είτε χωρίς αυτήν, είχεν εμπλακεί. Η σιωπή γύρω από τον εαυτόν του μπορεί να ερμηνευθεί σαν μια σώφρων τακτική για να επιβιώσει μέσα στην ταραγμένη εποχή του όταν, ορισμένως, μετά την αποκάλυψη της συνωμοσίας εναντίον του βασιλιά, ο Λοκ αναγκάστηκε, για να γλιτώσει, να καταφύγει και να ζήσει εξόριστος στην Ολλανδία από πενήντα ενός μέχρι πενήντα επτά ετών, ήταν υποχρεωμένος να κρύβεται, καθώς διέτρεχε τον κίνδυνο να συλληφθεί και να εκδοθεί στην Αγγλία προκειμένου να δικαστεί και να καταδικαστεί ή να εκτελεστεί επι τόπου στη χώρα της εξορίας του απο ανθρώπους της αγγλικής κυβέρνησης. Αυτή είναι μια ερμηνεία της σιωπής του Λοκ. Μπορεί, όμως, η σιωπή του Λοκ να θεωρηθεί ότι υπαγορεύθηκε από μιαν έμφυτη δειλία του, πράγμα όχι αδύνατον για έναν διανοούμενο, όσο μεγάλου πνευματικού διαμετρήματος κι αν συμβαίνει να είναι αυτός. Ο Γαλιλαίος εσιώπησε μπροστά στις απειλές των Ιερών Εξεταστών του και ο Ντεκάρτ, «ο φιλόσοφος με το προσωπείο», όπως τον χαρακτήρισε ο Μαξίμ Λερουά, όταν πληροφορήθηκε την καταδίκη του Γαλιλαίου, τρομοκρατημένος απέσυρε το έργο του «Ο κόσμος», όπου υιοθετούσε την άποψη ότι η γη κινείται, ευθυγραμμιζόμενος με το απόφθεγμα ότι «ζει καλά αυτός που μένει καλά κρυμμένος».

Εν πάση περιπτώσει, όποιος κι αν είναι ο λόγος που έκανε τον Λοκ να μείνει σιωπηλός γύρω απο τα αισθήματα και τα όνειρά του, τις μύχιες προθέσεις και άδηλες επιδιώξεις του, το γεγονός είναι ότι οι μελετητές της πολιτικής φιλοσοφίας του είναι υποχρεωμένοι να ερμηνεύσουν τις ιδέες του στηριζόμενοι αποκλειστικά στα δημοσιευμένα κείμενά του.

Ένα κείμενο, όμως, δεν υπόκειται σε μια και μόνον ανάγνωση, αλλά μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, σ' ένα γράμμα, που έστειλε από την Ολλανδία, τον τόπο της εξορίας του, για να δηλώσει στην κυβέρνηση της χώρας του ότι ήταν ένας νομοταγής πολίτης ο οποίος δεν είχε σχέση με τους συνωμότες που επεχείρησαν ν' ανατρέψουν τον βασιλιά, ο Λοκ αναφέρει ότι ο λόγος για τον οποίον βρισκόταν στην Ολλανδία ήταν επειδή του άρεσε η μπύρα! Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναγνώστης ενδεχομένως να εικάσει οτι ο Λοκ ειρωνεύεται ή, αντιθέτως, να υποθέσει ότι βρίσκεται σε τόσο απελπιστική θέση όπου κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να τον σώσει από τη δύσκολη κατάστασή του, και ούτω καθεξής.

Ένα κείμενο πάντοτε είναι ένα ανοιχτό, πολυδύναμο πεδίο με διαφορετικά, ενίοτε αντικρουόμενα, νοήματα που το καθένα τους μπορεί να είναι ισότιμο προς τα άλλα.

Έτσι, μέσα απο την ανάγνωση των σχετικών πραγματειών και επιστολών του Λοκ, οι μελετητές της πολιτικής φιλοσοφίας του, καθόσον ο ίδιος μένει σιωπηλός για τις προθέσεις, τις επιλογές και τα αισθήματα του, είναι δυνατόν να σχηματίσουν διαφορετικές εικόνες για την πολιτική φυσιογνωμία του Λοκ - του Λοκ που, αν και στα εβδομήντα δύο χρόνια της ζωής του πάνω στη γη ταλαιπωρήθηκε, κυνηγήθηκε και οδηγήθηκε στην εξορία, η οποία στάθηκε η αφορμή, μεταξύ των άλλων στερήσεών του, ώστε η γυναίκα που αγαπούσε, η Δάμαρις, η κόρη του φιλοσόφου Ραφ Κύντγουερθ, να παντρευτεί κάποιον άλλον κι αυτός να συνεχίσει ως τον θάνατόν του τον μοναχικό βίον του, του Λοκ που, παρά την κακή υγεία που τον συνόδευσε προς το τέλος της ζωής του, πέθανε, χάρις στις επενδύσεις που είχε κάνει, πλούσιος και κυρίως, διάσημος. Το βιβλίο του «Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση», που το εξέδωσε όταν ήταν πενήντα επτά ετών, κρίθηκε δίκαια από τα πιο σπουδαία έργα της νεότερης φιλοσοφίας και τον κατέταξε στο πάνθεον των μεγάλων φιλοσόφων.

Θεοδόσιος Ν. Πελεγρίνης
καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών


Βιβλιογραφία

John Locke, Political Writings, έκδοση και εισαγωγή David Wooton (Penguin Classics 1993). Μπέρτραντ Ράσσελ, Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, μετάφραση και σημειώσεις Αιμ. Χουρμούζιου· εκδόσεις Αρσενίδης, τ. 2, σσ. 307-317, 337-319. Θεοδόσιος Ν. Πελεγρίνης, Κεφάλαια ηθικής φιλοσοφίας, Αθήνα 1980. Θεοδόσιος Ν. Πελεγρίνης, Ηθική και πολιτική - Η πολιτική και ο πολιτικός. Διεθνής Εταιρεία Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα 1990, 241 - 9. Α.C. Crombie, Απο τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο. Μαριλένα Ιατρίδου - Δημοσθένης Κούρτοβικ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, τ. 2, 66 επ.















Κι όταν δεν πεθαίνουμε ο ένας για τον άλλο
είμαστε κιόλας νεκροί
Τάσος Λειβαδίτης



Για δεύτερη χρονιά, η ActionAid μας καλεί να υποστηρίξουμε το έργο της για την καταπολέμηση της πείνας στις αναπτυσσόμενες χώρες στέλνοντας με sms τη λέξη ΑΑ στο 19454, από 21 Σεπτεμβρίου έως 5 Οκτωβρίου 2009.

Κάθε 6’’ ένα παιδί στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου πεθαίνει από την πείνα όταν στον κόσμο υπάρχει άφθονη τροφή για όλους μας. Σήμερα, 1,02 δισ. άνθρωποι δεν έχουν αρκετή τροφή. Δηλαδή περισσότεροι άνθρωποι από τον πληθυσμό της ΕΕ, των ΗΠΑ και του Καναδά μαζί, πεινούν. Από το 2008 ο αριθμός των χρόνια πεινασμένων αυξάνεται κατά 275.000 άτομα κάθε μέρα.
πατηστε στον τίτλο για όλο το άρθρο

Από τη Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009 και για δύο εβδομάδες, η ActionAid δίνει την ευκαιρία σε όλους μας να βοηθήσουμε όσους περισσότερους φτωχούς ανθρώπους μπορούμε. Δηλώνουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας και συνεισφέρουμε ουσιαστικά στέλνοντας με sms ένα μήνυμα ζωής (αξίας 1,19€, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) και φωνάζουμε “όχι στην πείνα”.

Είναι απλό. Στέλνουμε με sms τη λέξη ΑΑ στο 19454. Τα έσοδα που θα συγκεντρωθούν θα διατεθούν για την καταπολέμηση της πείνας.
http://www.actionaid.gr/Article/sms-hunger/27-120.html
MHN ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΤΕ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ



















TERESA BERGANZA sings the song "Nana de Sevilla"
from Trece canciones espanolas antiguas by Federico Garcia Lorca

Guitar: Narciso Yepes


NANA DE SEVILLA

Este galapaguito
no tiene mare;
lo parió una gitana,
lo echó a la calle.
No tiene mare, sí;
no tiene mare, no:
no tiene mare,
lo echó a la calle.

Este niño chiquito
no tiene cuna;
su padre es carpintero
y le hará una





Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών
Τάσος Λειβαδίτης