Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

«Τους εχθρούς μας τους γνωρίζαμε καλά, εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αντίδραση των φίλων μας»Χάνα Αρεντ









Η άμεση δημοκρατία της Χάνα Αρεντ

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι ιδέες της Γερμανοεβραίας
φιλοσόφου συναντούν όλο και ευρύτερη αναγνώριση


Πόλεμος και επανάσταση, τυραννία και δημοκρατία, εξουσία και βία. Ο ολοκληρωτισμός και οι συνθήκες που καθιστούν ανθρώπους του «πολιτισμένου» κόσμου ικανούς για την πιο αποκρουστική βαρβαρότητα. Η κυριαρχική δομή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες. Το όραμα της πολιτικής ελευθερίας.

Λίγοι στοχαστές έχουν αγγίξει με τόση διαύγεια και οξυδέρκεια όσο η Χάνα Αρεντ τα μεγάλα ζητήματα που έθεσε ο 20ός αιώνας.

Γόνος εβραϊκής οικογένειας της Γερμανίας, η Αρεντ ανήκε στην κοινότητα που έγινε στόχος εξόντωσης από το ναζιστικό καθεστώς. Η φιλελεύθερη ανατροφή της, μακριά από θρησκευτικές προκαταλήψεις, την όπλισε με ανεξαρτησία πνεύματος και αυτοπεποίθηση, οχυρώνοντάς την απέναντι στην ηττοπάθεια που γεννούσε σε πολλούς Γερμανοεβραίους η άνοδος του αντισημιτισμού. Οι σπουδές της -φιλοσοφία, θεολογία, αρχαία ελληνικά- την έφεραν σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της Γερμανίας: Τον Καρλ Γιάσπερς (με τον οποίο την ένωσε ισόβια φιλία), τον Εντμουντ Χούρσελ, τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Η αμοιβαία έλξη ανάμεσα στην ανήσυχη νεαρή Εβραία και τον «μυστικό μάγο της σκέψης» -όπως χαρακτήρισε η Αρεντ τον Χάιντεγκερ- εξελίχθηκε σε ερωτικό δεσμό, που συνέπεσε με μια από τις πιο παραγωγικές περιόδους του φιλοσόφου, όταν δούλευε το περίφημο βιβλίο του «Το Είναι και ο Χρόνος». Μοιραία όμως η σχέση τους οδηγήθηκε σε αδιέξοδο εξαιτίας της φιλικής στάσης του Χάιντεγκερ προς το ναζιστικό καθεστώς - πίστεψε στη χίμαιρα ότι οι νέοι ηγέτες θα έδιναν και πάλι στον γερμανικό λαό τη χαμένη του υπερηφάνεια.





Στο Παρίσι

Η Αρεντ παρακολούθησε με απορία τη βαθμιαία μόλυνση ολόκληρης της γερμανικής κοινωνίας, και ιδιαίτερα των πανεπιστημιακών κύκλων, από το μικρόβιο του αντισημιτισμού. «Τους εχθρούς μας τους γνωρίζαμε καλά, εκείνο που μας εξέπληξε ήταν η αντίδραση των φίλων μας», έγραψε αργότερα. Το 1933, σίγουρη πια ότι η ίδια η ζωή της κινδύνευε, έφυγε για το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους εξόριστους, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο κομμουνιστής δημοσιογράφος Χάινριχ Μπλύχερ, τον οποίο παντρεύτηκε το 1940. Τη χρονιά εκείνη, με τη Γαλλία να βρίσκεται πλέον υπό γερμανική κατοχή, ο Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να περάσει τα σύνορα προς την Ισπανία. Προηγουμένως είχε εμπιστευθεί στην Αρεντ το χειρόγραφο του έργου του «Για την έννοια της ιστορίας», το οποίο αργότερα εκείνη φρόντισε να εκδοθεί.

Το 1941 η Χάνα Αρεντ έφυγε για τη Νέα Υόρκη μαζί με τον σύζυγό της. Ο Μπλύχερ, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη στροφή της Αρεντ προς την πολιτική σκέψη, στάθηκε κοντά της για τριάντα χρόνια, ιδεώδης σύντροφος και συμπαραστάτης. Μαζί του συζητούσε τις ιδέες της, σχηματίζοντας μια «μικρή κοινότητα σκέψης» που επεκτάθηκε και σε ευρύτερο κύκλο φίλων, ανάμεσά τους ο Οντεν, ο Χέρμαν Μπροχ και η Μαίρη Μακάρθι.





Η κοινοτοπία του κακού

Τα πολιτικά προβλήματα που έθεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ώθησαν την Αρεντ από την «καθαρή» φιλοσοφία στον πολιτικό στοχασμό, στην κατανόηση της «ζώσας ιστορίας». Και ιδίως του φριχτού γεγονότος που σφράγισε τον 20ο αιώνα, όταν άνθρωποι της πολιτισμένης Ευρώπης έφτασαν να εξοντώνουν, ψυχρά, εκατομμύρια συνανθρώπους τους σαν να ήταν κοπάδια ζώων. Η προσπάθεια να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν τα εγκλήματα του ναζισμού, αλλά και να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα της προσωπικής ηθικής ευθύνης σε καιρούς που η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) και, αργότερα, τα ρεπορτάζ στο περιοδικό The New Yorker για τη δίκη του Αντολφ Αϊχμαν, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ - Η κοινοτοπία του κακού».

Ορισε τον ολοκληρωτισμό ως ριζική καταστολή της πολιτικής (της δυνατότητας, δηλαδή, των πολιτών να παρεμβαίνουν ελεύθερα στις δημόσιες υποθέσεις) και απόλυτη περιφρόνηση από μέρους της κρατικής εξουσίας των ατομικών δικαιωμάτων. Παρατήρησε όμως ότι ο ολοκληρωτικός μηχανισμός, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χρειάζεται «εκτελεστές» σαν τον Αϊχμαν, ανθρώπους όχι αναγκαστικά μοχθηρούς ή σατανικούς, αλλά γκρίζους και μέτριους. Τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού είναι τρομερά αλλά οι εγκληματίες κοινότοποι, ασήμαντα ανθρωπάκια ανίκανα να σκεφτούν, καθώς η σκέψη συνεπάγεται να διαθέτεις φαντασία, να μπορείς να έρχεσαι στη θέση του άλλου. Για την Αρεντ, κριτική σκέψη σημαίνει και ηθική υπευθυνότητα, η οποία οδηγεί σε αντίσταση στη βαρβαρότητα. Αυτή η «αποδαιμονοποίηση» των ναζί εγκληματιών και η έμφαση που έδωσε στο γεγονός ότι οι Εβραίοι ελάχιστα αντιστάθηκαν στη ναζιστική επίθεση, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί η Αρεντ οξείες επικρίσεις, με αποκορύφωμα τον τίτλο σε άρθρο του «Νουβέλ Ομπζερβατέρ»: «Είναι η Αρεντ ναζί;»





«Πόλις» και ελευθερία

«Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής δίχως να συμμετέχει στη δημόσια ευτυχία, κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος δίχως εμπειρία της δημόσιας ελευθερίας, και κανένας, τέλος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ή ελεύθερος δίχως να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία». Για την Αρεντ, η «πόλις» -όπως την αναφέρει στα ελληνικά στα κείμενά της-, η αρχαιοελληνική Δημοκρατία όπου οι πολίτες συμμετείχαν άμεσα και ενεργά στη δημόσια σφαίρα, είναι ένα βιωμένο υπόδειγμα που προβάλλει το εφικτό της πολιτικής ελευθερίας. Το είδε να πραγματώνεται και σε άλλες, πολύ πιο πρόσφατες ιστορικές στιγμές, στα συμβούλια που λειτούργησαν αυθόρμητα στη διάρκεια επαναστάσεων - στην Αμερική και στη Γαλλία, στη Ρωσία, στην Ουγγαρία το 1956. Σπέρματα μιας αμεσοδημοκρατικής, οριζόντιας πολιτικής οργάνωσης που θα μπορούσε να εδραιωθεί σε ομοσπονδιακό σύστημα, όπου η εξουσία να οδεύει από τα κάτω προς τα πάνω. Οπως έγραψε στο δοκίμιό της «Για την επανάσταση», αυτός είναι ο «χαμένος θησαυρός» των επαναστάσεων, που στην εξέλιξή τους, όσες νίκησαν, οδήγησαν σε αυταρχικά καθεστώτα, κομματικές δικτατορίες ή, στην καλύτερη περίπτωση κατά την Αρεντ, σε αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου ο πολίτης «αναθέτει» με την ψήφο του την άσκηση της εξουσίας σε επαγγελματίες της πολιτικής.

Στη διάρκεια της ζωής της, τα κείμενα της Αρεντ και οι προσωπικές παρεμβάσεις της, πάντα κόντρα στα ρεύματα του συρμού, προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον αλλά δέχτηκαν και έντονη πολεμική, από τη Δεξιά όσο και την Αριστερά. Ωστόσο, στα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό της -πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1975, ενώ δακτυλογραφούσε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της «Η ζωή του νου»- η εκτίμηση για το έργο της συνεχώς ανεβαίνει. Οι ιδέες της για τον ρόλο της βίας στην πολιτική ζωή, για την άμεση δημοκρατία και τη σημασία των συνταγματικών θεσμών, για την ανάγκη να συμμετέχουμε μέσα από διαδικασίες διαλόγου στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή μας, αποκτούν κρίσιμο νόημα στον σημερινό «παγκοσμιοποιημένο» κόσμο, όταν η οικονομία παίρνει τα ηνία από την πολιτική, η ωμή βία διεκδικεί και πάλι ηγεμονικό ρόλο και οι πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα κέντρα εξουσίας.





Εργα της Χάνα Αρεντ στα ελληνικά

Τα πρώτα έργα της Αρεντ, η διδακτορική της διατριβή «Η έννοια της αγάπης στον Αυγουστίνο. Απόπειρα φιλοσοφικής ερμηνείας» (1928) και «Ραχήλ Φαρνχάγκεν, Βιογραφία μιας Γερμανίδας Εβραίας στην εποχή του Ρομαντισμού» (το ολοκλήρωσε το 1940) δεν έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Από το βιβλίο της «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951) έχει εκδοθεί σε ελληνική μετάφραση το τρίτο μέρος: «Το ολοκληρωτικό σύστημα» (εκδ. Ευρύαλος, 1988). Εχουν επίσης κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα έργα της:

- Η ανθρώπινη κατάσταση - Vita activa (εκδ. «Γνώση, 1988).

- Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση. (Συνομιλία της Αρεντ με τον Γερμανό συγγραφέα Αντελερτ Ριφ, εκδ. Ερασμος, 1987.)

- Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτοπία του κακού (εκδ. Θύρσος, 1995).

- Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος (εκδ. Λεβιάθαν, 1996).

- Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς (εκδ. Νησίδες, 1998).

- Περί βίας (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000).

Το βιβλίο της «Για την επανάσταση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια». Μεταξύ των έργων της που δεν έχουν εκδοθεί στα ελληνικά είναι και το τελευταίο της, «The Life of the Mind» («H ζωή του νου»), το οποίο εκδόθηκε στις ΗΠΑ μετά το θάνατό της, επιμελημένο από τη Μαίρη Μακάρθι.


Της Αγγελικης Στουπακη

http://news.kathimerini.gr






Χάνα Αρεντ

Φιλόσοφος, συγγραφέας (1906-1975)

Η Γιοχάνα Αρεντ, μοναχοκόρη του Πολ και της Μάρθα Αρεντ, εύπορων Γερμανοεβραίων, γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1906 στο Ανόβερο της Γερμανίας και μεγάλωσε στο Κόνιγκσμπεργκ. Σε ηλικία επτά ετών έχασε τον πατέρα της από πάρεση (επιπλοκή της σύφιλης), ενώ το 1920 η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η 14χρονη Χάνα απέκτησε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Εύα και την Κλάρα, από προηγούμενο γάμο του πατριού της.

Στα 16 της επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του Καντ, του Γκαίτε και του Κίρκενγκαρντ και μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο του Κόνιγκσμπεργκ, η Αρεντ άρχισε σπουδές θεολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Εκεί γνώρισε τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, παντρεμένο, πατέρα δύο παιδιών και κατά 17 έτη μεγαλύτερό της, με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο (αργότερα ο Χάιντεγκερ ασπάστηκε τον ναζισμό και συνεργάστηκε με το φασιστικό καθεστώς). Λίγο αργότερα η Αρεντ μετακόμισε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στο πλάι του ψυχιάτρου και φιλοσόφου Καρλ Γιάσπερς, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς της.


Το 1929 η Αρεντ παντρεύτηκε τον εβραίο φιλόσοφο Γκύντερ Στερν, ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα την ιδέα της αγάπης στη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και μετακόμισε στο Βερολίνο. Η άνοδος των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία και η κορύφωση του αισθήματος του αντισημιτισμού στη Γερμανία την έστρεψαν στον πολιτικό ακτιβισμό και από τότε και στο εξής η σκέψη της επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα (από τον σταλινισμό ως τον ναζισμό) και στον εντοπισμό ομοιοτήτων μεταξύ τους.

Ως μέλος του Γερμανικού Σιωνιστικού Οργανισμού η Αρεντ βοήθησε να αποκαλυφθούν οι δοκιμασίες των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ενώ το 1933 συνελήφθη από την Γκεστάπο στην προσπάθειά της να συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν την αντισημιτική προπαγάνδα του γερμανικού κράτους. Μετά την απελευθέρωσή της απέδρασε και βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τη σωτηρία των εβραιόπουλων από το Γ´ Ράιχ και την ασφαλή μεταφορά τους στην Παλαιστίνη.

Στο Παρίσι η Χάνα Αρεντ, αφού εξασφάλισε διαζύγιο (το 1937) από τον πρώτο της σύζυγο, παντρεύτηκε το 1940 τον επίσης διαζευγμένο, μαρξιστή Χάινριχ Μπλίχερ. Οταν λίγο αργότερα η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία, η Αρεντ βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Γκουρς, από όπου απέδρασε, και το 1941, μαζί με τον σύζυγό της, κατάφεραν να φτάσουν στις ΗΠΑ, για να ακολουθήσει μήνες μετά η μητέρα τής Αρεντ.

Στη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Χάνα Αρεντ εμπνεύστηκε και συνέγραψε το «Ολοκληρωτικό σύστημα», μπεστ σέλερ την εποχή του Μεσοπολέμου, το οποίο εκδόθηκε το 1951, το ίδιο έτος που της δόθηκε η αμερικανική υπηκοότητα. Την ίδια περίοδο έγραφε τακτικά στη γερμανόφωνη εφημερίδα Aufblau, ενώ συντόνιζε και την έρευνα στην Επιτροπή για την Εβραϊκή Πολιτιστική Αποκατάσταση από το 1949 ως το 1952.

Μεσούντος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η Χάνα Αρεντ ανέλαβε δράση σε αρκετούς εβραϊκούς οργανισμούς και παράλληλα αρθρογραφούσε συχνά σε εβραϊκά έντυπα, όπου, μεταξύ άλλων, εκφράστηκε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης Αράβων και Εβραίων σε ένα μεταπολεμικό παλαιστινιακό κράτος, ενώ διετέλεσε και επιμελήτρια έκδοσης στον εκδοτικό οίκο Schoken Books από το 1946 ως το 1948. Ακολούθησαν τα βιβλία «Η ανθρώπινη κατάσταση» (1958), «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» (1961), το «Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς» (1968) και το «Περί βίας» (1970), καθώς και άρθρα στο «New York Review of Books» τις δεκαετίες 1960 και 1970, όπου άσκησε σκληρή κριτική στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» το 1963, με θέμα τη δίκη του λοχαγού των Ες-Ες στο Ισραήλ, την οποία κάλυψε η Αρεντ ως ανταποκρίτρια του περιοδικού «The New Yorker». Στη διάρκεια επίσκεψής της για διαλέξεις στο Αμπερντίν της Σκωτίας το διάστημα 1973-74 υπέστη ανακοπή καρδιάς, από την οποία προσωρινά ανέρρωσε. Η καρδιά της την πρόδωσε τελικά στις 4 Δεκεμβρίου 1975 στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τριλογία της με γενικό τίτλο «The life of the mind» (οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1978). Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1959, ενώ είχε διδάξει και στα πανεπιστήμια του Σικάγου, του Μπέρκλεϊ, της Κολούμπια και στη New School for Social Science της Νέας Υόρκης.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΛΙΟΥ | Κυριακή 9 Ιουνίου 2002

www.tovima.gr





ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ

Η σκέψη ως αντίδοτο στη βία

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας το βιβλίο της Τζούλια Κρίστεβα «Χάνα Αρεντ» (εκδόσεις «Κέδρος»). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε η Κρίστεβα στην εφημερίδα «Liberation».

- Πώς διασταυρωθήκατε με τη Χάνα Αρεντ;

«Εχω την εντύπωση ότι η Χάνα Αρεντ με συνόδευε πάντα. Από τότε που ενδιαφέρθηκα για τη φιλοσοφία, για την πολιτική, για τις γυναίκες. Αλλά την έβλεπα σαν συντρόφισσα του βίου μου, χωρίς να σκεφτώ ότι κάποια στιγμή θα έγραφα γι' αυτήν. Της άρεσε να αναφέρει το ποίημα του Σίλερ "Μια κοπέλα που έρχεται από αλλού", γιατί έλεγε ότι ήταν μια κοπέλα που έρχεται από αλλού, όπως και εγώ με τις βαλκανικές μου ρίζες, αυτό το μείγμα ιουδαϊσμού και χριστιανισμού. Κατανοώ αυτές τις διαβάσεις των συνόρων, των χωρών, των επιστημών, των ταυτοτήτων. Αυτόν τον κοσμοπολιτισμό. Η Χάνα Αρεντ δεν αναγνώριζε ότι ανήκει σε καμιά κοινότητα, αλλά δεν απαρνιόταν καμιά κοινότητα. Χωρίς να αδιαφορεί για τις ρίζες της και για τις πολιτιστικές παραδόσεις αλλά και χωρίς να τις ασπάζεται σαν απόλυτα, τις ερευνούσε χωρίς ποτέ να προσχωρεί σε αυτές. Αυτό μου φαίνεται πολύ επίκαιρο στον κόσμο που ζούμε: δεν υπάρχουν παρά ξένοι και συνεπώς τίποτα δεν μας είναι ξένο».

- Η Χάνα Αρεντ επινόησε την έννοια του «ολοκληρωτισμού» και περιέγραψε την «κοινοτοπία του κακού». Η σκέψη της είναι ακόμα μια απάντηση στην άνοδο των εξτρεμισμών και του θρησκευτικού φανατισμού;

«Συχνά θεώρησαν ότι το μήνυμα της Χάνα Αρεντ αφορούσε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας της Ευρώπης, κατά την οποία οι δύο ολοκληρωτισμοί -ο ναζισμός και ο σταλινισμός- άρχισαν να καταστρέφουν τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τα άτομα, επιβάλλοντας αντισημιτικές, ολοκληρωτικές, σταλινικές, κομμουνιστικές, ναζιστικές και λαϊκιστικές θεωρίες. Και, στη συνέχεια, αυτή η κατάργηση της σκέψης αποκρυσταλλώθηκε στην εξάλειψη ζωών. Η Χάνα Αρεντ λέει ότι διακήρυξαν "την ελαφρότητα της ανθρώπινης ζωής". Γι' αυτήν, αυτό είναι το ριζικό κακό. Ατομα -ο Χίτλερ, ο Στάλιν και οι ιδεολόγοι τους- αποφάσισαν ότι η ζωή ήταν "περιττή" για ορισμένους, οι οποίοι έπρεπε επομένως να εξοντωθούν. Η Αρεντ τα είπε αυτά σε μια στιγμή που όλος ο κόσμος πίστευε ότι υπήρχε πόλεμος μεταξύ των θεωριών του ναζισμού και του σταλινισμού. Η Χάνα Αρεντ, όμως, κατέδειξε πόσο αυτές οι δύο θεωρίες έμοιαζαν, ιδίως στο επίπεδο της καταστροφής της σκέψης και της ανθρώπινης ζωής. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για την ιστορία της κουλτούρας, αλλά και επειδή το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις δεκαετίες 1930 και 1940. Η σκέψη της Χάνα Αρεντ είναι επομένως επίκαιρη. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά υπάρχει μια τάση στις ανθρώπινες κοινωνίες, στο ανθρώπινο ον, προς τη μαζοποίηση και προς το μίσος για τον εαυτό και για τον άλλον. Αυτή η τάση παίρνει νέες μορφές εξόντωσης, και της σκέψης, και της ζωής (...)»

- Θεωρείτε, όπως και η Χάνα Αρεντ, ότι πρέπει να ξαναδώσουμε μια θέση στη «γνώμη»;

«Ναι, αν πρόκειται για μια πολιτική αποκατάστασης του μοναδικού προσώπου μέσα στη γνώμη. Νομίζω ότι σήμερα δαιμονοποιούμε πολύ τη γνώμη -δεν έχουμε πάντα άδικο, όταν αυτή είναι χειραγωγημένη- αλλά ταυτόχρονα η Χάνα Αρεντ λέει ότι η γνώμη είναι η μόνη απάντηση στη βία. Η Αρεντ ήταν πολύ επηρεασμένη από την αρχαιοελληνική δημοκρατία και από την αγορά, τον δημόσιο χώρο όπου οι πολίτες μπορούσαν να «εμφανίζονται» και να αφηγούνται τα κατορθώματά τους. Η "εμφάνιση" αυτή είναι εκείνη που διαμορφώνει ταυτόχρονα τη σκέψη και την κρίση. Η Αρεντ το θεωρούσε αυτό καταπληκτικό, επειδή θεωρούσε ότι το μεγάλο θάρρος έγκειται σε αυτό που ο καθένας αφηγείται για ό,τι εξαιρετικό έχει ζήσει, προκειμένου να παροτρύνει τους άλλους και την πολιτική να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση της υπέρβασης του εαυτού τους. Αυτή η "εμφάνιση" στο πολιτικό πεδίο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη σκέψη της Χάνα Αρεντ. Η Αρεντ έκανε αυτή την ιδέα της εμφάνισης ένα πολιτικό διακύβευμα και όχι ένα θρησκευτικό ή ποιητικό διακύβευμα. Ταυτόχρονα όμως αυτή φροντίζει να λέει ότι το θρησκευτικό και το ποιητικό στοιχείο δεν έχουν πεθάνει και ότι μπορούμε να βρούμε μιαν ύπαρξη γι' αυτά στο πολιτικό πεδίο. Προφανώς είναι ένα όνειρο και την έχουν κατηγορήσει ότι αυτό είναι εντελώς ουτοπικό. Αλλά αυτή λέει, πολύ σωστά, ότι μέσα σε αυτή την έκκληση για τη μοναδικότητα και για την υπέρβαση του εαυτού υπάρχουν στοιχεία για να αντιστεκόμαστε στη σοβαρότητα. Πρώτα απ' όλα επειδή είναι μια έκκληση στο πρόσωπο, στο άτομο, να βγαίνει από τις ομάδες -τις πολιτικές, οικονομικές, εθνικές ή άλλες ομάδες- που συχνά κλείνονται στον εαυτό τους και καταλήγουν να γίνονται δογματικές ομάδες επιρροής και εξουσίας. Και έπειτα, σκεφτόταν η Αρεντ, ζητώντας από αυτό το άτομο να πει αυτό που το υπερβαίνει, μετατρέπουμε τη βία σε δημιουργικότητα. Ο δημόσιος χώρος γίνεται ένα είδος ανάμειξης της πιο μεγάλης μοναδικότητας και του πιο μεγάλου μοιράσματος. Αυτό με σαγηνεύει τόσο πολύ, επειδή στον σύγχρονο κόσμο -που η Αρεντ δεν γνώρισε αληθινά, καθώς πέθανε το 1975- βλέπουμε ότι οι άνθρωποι, αντίθετα με όσα λέγονται, δεν είναι όλοι αποχαυνωμένοι ή περιμένουν την ευκαιρία για να μπορέσουν να βγουν από την αποχαύνωση, για να πουν αυτό που θέλουν και να ζητήσουν να τους πάρουν υπόψη, ακόμη και αν οι απόψεις τους είναι μερικές φορές απλοϊκές (...)»

7 - 08/06/2008
www.enet.gr

















«Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχής δίχως να συμμετέχει στη δημόσια ευτυχία, κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος δίχως εμπειρία της δημόσιας ελευθερίας, και κανένας, τέλος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος ή ελεύθερος δίχως να συμμετέχει στην πολιτική εξουσία»



Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Ο άνθρωπος μιλά για πρώτη φορά όταν και μόνον όταν αποκρίνεται στη γλώσσα ακούγοντας το κάλεσμά της Μάρτιν Χάιντεγκερ












Στη Κατρίν μου από το τζιβαέρι


Χάιντεγκερ
Ο μέγιστος των στοχαστών, ο ελάχιστος των ανθρώπων

Ο Τζορτζ Στάινερ αναλύει το έργο του Μάρτιν Χάιντεγκερ και εξηγεί γιατί ο κορυφαίος γερμανός φιλόσοφος υποστήριξε τον εθνικοσοσιαλισμό και έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος

Το δοκίμιο αυτό του Τζορτζ Στάινερ δεν είναι καινούργιο. Εχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε (1978). Αλλά, όπως συμβαίνει με όλα σχεδόν τα κείμενα του κορυφαίου δοκιμιογράφου, παραμένει το ίδιο δραστικό όπως και την εποχή που δημοσιεύθηκε (δύο χρόνια μετά τον θάνατο του γερμανού φιλοσόφου). Ακόμη και σήμερα λοιπόν ισχύει ο παλιός έπαινος: «Είναι η καλύτερη εισαγωγή στο έργο του Χάιντεγκερ». Αρκεί άραγε η οποιαδήποτε εισαγωγή, γραμμένη έστω από τον σημαντικότερο ζώντα δοκιμιογράφο, για να εξοικειωθεί κανείς με το έργο ενός από τους σημαντικότερους, τους δυσκολότερους και τους πλέον αμφιλεγόμενους (ως πρόσωπο) φιλοσόφους όχι μόνο του 20ού αιώνα, αλλά και όλων των εποχών;


Τι ήταν εκείνο που ώθησε τον Στάινερ να γράψει αυτό το εκτενές δοκίμιο; Οι λόγοι είναι πολλοί.

Ας αρχίσουμε όμως με τη βασική απορία: πώς ένας εβραϊκής καταγωγής διανοούμενος γράφει επαινετικά για τον Χάιντεγκερ, ο οποίος υπήρξε από το 1933 ως το 1945 μέλος του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος; Βεβαίως ο Στάινερ δεν είναι ο μόνος εβραίος διανοούμενος που εκτιμά τόσο πολύ τον Χάιντεγκερ. Τον ίδιο ενθουσιασμό είχε επιδείξει και ο Ντεριντά. Η συζήτηση θα ήταν περιττή αν ο Χάιντεγκερ δεν ήταν «ένας συνηθισμένος ναζιστής», όπως τον αποκάλεσε ο αναθεωρητικός ιστορικός Ερνστ Νόλτε.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσον η εξοικείωση με το έργο του Χάιντεγκερ θα βοηθήσει τον μέσο αναγνώστη να απολαύσει το έξοχο δοκίμιο του Στάινερ, αλλά είναι βέβαιο ότι αν διαβάσει τον Στάινερ θα κατανοήσει ευκολότερα και το magnum opus του φιλοσόφου Είναι και χρόνος και τα άλλα του βιβλία. Ο Στάινερ αναλύει τον Χάιντεγκερ υποστηρίζοντας ότι το έργο του φιλοσόφου αγγίζει την υψηλή ποίηση. Επομένως γράφοντας κανείς για αυτό ορίζει ουσιαστικά και την ποιητική του, η οποία καλύπτει τρεις τομείς:

Πρώτον, τη φιλοσοφία της γλώσσας, και άρα το υψηλό επίπεδο ανταπόκρισης του λόγου προς τα πράγματα και τις ιδέες.

Δεύτερον, το πεδίο της μεταφυσικής, δηλαδή την έξοδο από τον εκλογικευμένο Λόγο.

Τρίτον, το πεδίο του στοχασμού, όπου ο στοχαζόμενος προσπαθεί και - αν είναι ικανός- υπερβαίνει τους περιορισμούς της γλώσσας.

Αφού περάσει κανείς- διαδοχικά ή όχι- από τα πεδία αυτά, εισέρχεται στον φωτεινό κόσμο της ύπαρξης, όπως ο περιπατητής βγαίνει από το δάσος στο ξέφωτο, στο άνοιγμα του φωτός. Δεν είναι επομένως τυχαίο που οι εικόνες του δάσους περνούν συχνά μέσα στα κείμενα του Χάιντεγκερ.


Το πλατωνικό δίλημμα

Ο Στάινερ δεν είναι φιλόσοφος. Αλλά στη σύγχρονη εποχή κανένας δεν μπορεί να γράψει δοκίμιο αξιώσεων χωρίς γνώσεις φιλοσοφίας. Εδώ όμως ο συγγραφέας, όπως ομολογεί στο εισαγωγικό κείμενο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του, ενδιαφέρεται πρωτίστως για το πολιτισμικό περιεχόμενο του χαϊντεγκεριανού έργου, για την επίδρασή του στον διάλογο των ιδεών και στην ίδια τη γλώσσα που δεν την αντιμετωπίζει ως πολιτισμικό μόρφωμα, αλλά ως κώδικα αναγνώρισης του πραγματικού- και ο κώδικας αυτός ανοίγει το πεδίο του μέλλοντος. Δηλαδή μέσα από την επεξεργασία των ιδεών προβάλλει μια εικόνα του κόσμου, που για να τη συλλάβει κανείς δεν αρκούν οι αισθήσεις. Είναι επιπλέον εικόνα διπλή. Πρώτα απ΄ όλα εικόνα της πλανητικής κυριαρχίας της τεχνολογίας και έπειτα της εντατικής σκέψης σε μια εποχή ραγδαίου καταμερισμού. Παραπέμπει συν τοις άλλοις σε έναν προβληματισμό με βαθύ ανθρωπολογικό περιεχόμενο, αφού δρα εναντίον της δεσποτικής σκέψης και αναπτύσσεται πάνω στο παλαιό πλατωνικό δίλημμα: φιλοσοφία ή δεσποτισμός. Στον Χάιντεγκερ η λογική και η μεταφυσική συναντώνται και η φύση συνυπάρχει αρμονικά με τον κόσμο των ιδεών.

Αλλά η αρμονία της συνύπαρξης δεν αποκλείει το δράμα, αφού θέτει τον άνθρωπο ενώπιον των ορίων του: ως πού μπορεί να προχωρήσει η σκέψη ώστε να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι; Ποια τα όρια της γλώσσας και πώς η παγκόσμια γλώσσα του πνεύματος παίρνει διαφορετικές μορφές από τη μια στην άλλη εθνική γλώσσα; Αφού υπάρχει ο Χάιντεγκερ, ο Γιάκομπσεν ίσως μοιάζει περιττός. Ο σαρτρικός υπαρξισμός επίσης φαντάζει ως εκτενής υποσημείωση ή ως επιχωμάτωση στο έργο του γερμανού φιλοσόφου. Το Είναι και το μηδέν του Σαρτρ λοιπόν δεν είναι παρά μια ανάγνωση- ή για τους άπιστους Θωμάδες παρανάγνωση- του χαϊντεγκεριανού Είναι και χρόνος. Το ίδιο ισχύει και για τον νομιναλισμό. Αν προχωρήσει κανείς στα νεότερα ρεύματα, τι ήταν ο αποδομισμός αν όχι μια αναγωγή στο ultra non plus των θεωριών του Χάιντεγκερ;


Ενα βήμα προς το φως

Ενδεχομένως τα έργα του Χάιντεγκερ να είναι πιο απροσπέλαστα από τα κείμενα του Ντεριντά. Κανένας άλλος στον 20ό αιώνα, συγγραφέας ή φιλόσοφος, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα μη συγκρίσιμο πεδίο μεταφορών. Κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί οιαδήποτε σύγκριση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός που συγκρίνει με τον Χάιντεγκερ καθίσταται ή παρέκταμα του χαϊντεγκεριανού έργου ή παραλλαγή του. Να τι λέει ο Στάινερ επ΄ αυτού: «Η γαλλική σχολή ψυχανάλυσης, υπό την ηγεσία του Ζακ Λακάν και η γαλλική σχολή σημειωτικής, υπό την ηγεσία του Ζακ Ντεριντά, προσπαθούν να πραγματώσουν την ετυμολογική κατάδυση του Χάιντεγκερ στη δική τους γλώσσα.Η ποίηση του Τσέλαν γίνεται δυνατή με τη βοήθεια των χαϊντεγκεριανών νεολογισμών και της χαϊντεγκεριανής συμπλοκής λέξεων». Η συμπλοκή αυτή έχει στόχο ωστόσο το να φανερωθεί «ένα δεύτερο γλωσσικό σημάδι», μια απόσπαση του νοήματος από τις γλωσσικές του ρίζες, ένα «βήμα προς το φως». Ετσι, ο Στάινερ έχει σοβαρό λόγο να αναρωτιέται αν η θεωρία του Χάιντεγκερ για την ουσία και την ύπαρξη δεν είναι παρά μια ευφυής παραλλαγή του λεξιλογίου της συνολικής δυτικής μεταφυσικής και εμείς με τη σειρά μας για το κατά πόσον ισχύει ο διάσημος αφορισμός του Σαρτρ «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας».

Γιατί όμως όλα αυτά να μην είναι «παλιές εικασίες», όπως αφήνει να εννοήσουμε ο Χάιντεγκερ; Ο Στάινερ καταλήγει στη φαρμακερή διατύπωση ότι «ο Χάιντεγκερ εκπαιδεύτηκε ως θεολόγος και παρέμεινε θεολόγος». Μπορεί δηλαδή να μην είναι καν φιλόσοφος. Ισως γι΄ αυτό και η θεώρησή του τού θανάτου είναι απελευθερωτική. Χωρίς την αίσθηση του φθαρτού και της περατότητας δεν υπάρχει αλήθεια. Επομένως και η στράτευση του Σαρτρ, για την οποία τόση μελάνη ξοδεύτηκε επί δεκαετίες, είναι κατ΄ ουσίαν μια μετάφραση αυτού που ο Χάιντεγκερ αποκαλεί αποφασιστικότητα, που μας οδηγεί στην έννοια του περιορισμού, έννοια απελευθερωτική επίσης. Το ίδιο, λέει ο Στάινερ, ισχύει και για τον αγγλικό όρο commitment (δέσμευση) - τον οποίο, ας θυμίσουμε, εισήγαγε στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο ο Ανδρέας Παπανδρέου.


Ενοχη σιωπή

Αναρωτιέται κάποιος: Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος με τόσο προωθημένη σκέψη να εξαπατηθεί από τη λεγόμενη εθνικοσοσιαλιστική υπόθεση; Δεν είδε, έκανε λάθος, ήταν ματαιόδοξος, είχε δηλαδή τα βασικά ελαττώματα του ακαδημαϊκού, υποστηρίζει ο Στάινερ. Υπάρχουν και βαθύτερες συγγένειες ωστόσο που τις παραθέτει ο συγγραφέας σε δύο απαράμιλλης λαμπρότητας σελίδες, συμπεραίνοντας ότι ο Χάιντεγκερ δεν έγινε ναζιστής από αντισημιτισμό, δεν ήταν αντισημίτης, αλλά γιατί πριν από τα εγκλήματα του ναζισμού ήταν εύκολο στην Ευρώπη των δικτατόρων να ανακαλύψει κανείς μυστικιστικές συγγένειες ή ακόμη και συνδηλώσεις σχετικά με την ιερότητα του προσώπου και την απελευθέρωση, μέσω της αρχέγονης επιστροφής στον κόσμο της ψυχής και των φυσικών πραγμάτων, από τα δεσμά της αφηρημένης διάνοιας. Επρόκειτο για την πιο ελκυστική από τις εθνικοσοσιαλιστικές «υποσχέσεις». Ετσι εξαπατήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι όχι μόνον εντός αλλά και εκτός Γερμανίας. Το γεγονός όμως ότι ουδέποτε μεταπολεμικά ο Χάιντεγκερ μίλησε για όλα αυτά τον καθιστά διπλά ένοχο και δικαιώνει έναν άλλον φιλόσοφο, τον Γκάνταμερ, που είπε ότι ο Χάιντεγκερ υπήρξε «ο μέγιστος των στοχαστών και ο ελάχιστος των ανθρώπων».

του ανασταση βιστωνιτη | Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

«το θέμα είναι να παραγάγουμε μια πρωταρχικότερη ερμηνεία του είναι του ανθρώπου, που τον νοεί ως αδιαίρετο είναι και όχι ως συντιθέμενο από σωματική ύλη και πνευματική μορφή»
















«με την αυστηρή έννοια, η γλώσσα είναι εκείνη που μιλά.
Ο άνθρωπος μιλά για πρώτη φορά όταν και μόνον όταν αποκρίνεται στη γλώσσα ακούγοντας το κάλεσμά της»