Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα.Λιλή Ζωγράφου

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

..¨Το αίμα των αθώων είναι βαρύ¨...












Ράτσα ναι, ρατσισμός όχι!

Οι τελευταίες επιστημονικές αναλύσεις δείχνουν ότι οι φυλές των ανθρώπων όντως υπάρχουν και όταν αρνούμαστε αυτό το γεγονός γινόμαστε περισσότερο ρατσιστές από ό,τι πριν

Υπάρχει άραγε λόγος να αγάλλεται κανείς και να πανηγυρίζει όταν διαπιστώνει το αυτονόητο; Τα τελευταία 30 χρόνια η επιστημονική κοινότητα είχε υιοθετήσει την άποψη ότι ο όρος «φυλή» είναι κοινωνικός και στερείται βιολογικής βάσης. Γιατί λοιπόν πριν από τέσσερα χρόνια ο εκδότης της έγκριτης ιατρικής επιθεώρησης «New England Journal of Medicine», επικαλούμενος ευρήματα που προέκυψαν από τη συγκριτική ανάλυση του γενετικού υλικού ανθρώπων διαφορετικών «φυλών», ένιωσε την ανάγκη να πανηγυρίσει επαναλαμβάνοντας εμφατικά ότι «η λέξη "φυλή" στερείται βιολογικού νοήματος»; Γιατί αντίστοιχα εμφατικό άρθρο της επιθεώρησης «Science» τόνιζε πως «ο μύθος των μεγάλων γενετικών διαφορών μεταξύ των "φυλών" αποκαθηλώνεται υπό το βάρος των γενετικών δεδομένων»; Δεν ήταν λυμένα αυτά τα θέματα; ή μήπως οι πανηγυρισμοί δεν ήταν τίποτε άλλο παρά έκφραση ανακούφισης; Επιτέλους οι επιστήμονες είχαν βρει έναν τρόπο να δείξουν στην ανθρωπότητα ότι τα δεδομένα τους υπηρετούν και στηρίζουν τα αντιρατσιστικά αισθήματά μας και να σβήσουν την ντροπή της ευγονικής! Τι θα γίνει όμως τώρα που ενδελεχής επιστημονική ανάλυση δείχνει ότι ανθρώπινες φυλές υπάρχουν και πως το να το αρνηθούμε μας καθιστά περισσότερο ρατσιστές από πριν;

Τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν η ανθρωπότητα ολόκληρη παρατηρούσε άφωνη τις καταστροφές που επέφερε η επέλαση του τσουνάμι στον Ινδικό Ωκεανό, ορισμένοι ανθρωπολόγοι διερωτήθηκαν για την τύχη καμιά τετρακοσαριά ατόμων που κατοικούσαν στα νησάκια Andaman. Οταν χάνονται 150.000 ζωές σε λίγες ώρες, ακούγεται πολυτέλεια να εκφράζει κανείς ξεχωριστό ενδιαφέρον για 400 από αυτές. Οι κάτοικοι των νησιών αυτών όμως είναι πολύ ιδιαίτεροι: ανήκουν στην αρχαία φυλή Negrito, η οποία κάποτε ζούσε σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία και είναι απευθείας απόγονοι των πρώτων σύγχρονων ανθρώπων (οι οποίοι εμφανίστηκαν στην Αφρική πριν από 100.000 χρόνια). Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, οι Negrito εκτοπίστηκαν αρχικά από τους γεωργούς της Νεολιθικής Εποχής, ενώ η επέλαση των βρετανών, ισπανών και ινδών αποικιοκρατών τούς εκτόπισε σε λίγα νησιά του Ινδικού. Οι σημερινοί Negrito είναι κυνηγοί, μιλούν τρεις διαφορετικές γλώσσες, οι οποίες, σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, δεν έχουν καμία συγγένεια με τις υπόλοιπες της περιοχής και αποτελούν έναν αρχαίο γενετικό κρίκο στην ανθρώπινη εξελικτική αλυσίδα. Για την ιστορία, οι ανθρωπολόγοι ηρέμησαν όταν πληροφορήθηκαν ότι το ινδικό ελικόπτερο που εστάλη στην περιοχή για να εξετάσει την ασφάλεια των κατοίκων των νησιών Andaman αντιμετωπίστηκε με επίθεση από βέλη τόξων και αναγκάστηκε να αποχωρήσει...

Για το καλό πληθυσμών όπως οι Negrito αλλά και όλων των μειονοτήτων του «πολιτισμένου» κόσμου πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχουν ανθρώπινες φυλές! Αυτό λένε τώρα όλο και περισσότεροι επιστήμονες βασιζόμενοι σε γενετικά δεδομένα και προσπαθούν να πείσουν τους συναδέλφους τους ότι υπό το φως των νέων δεδομένων ρατσισμός είναι να μην παραδεχόμαστε την ύπαρξη ανθρωπίνων φυλών, αφήνοντας έτσι αναξιοποίητη (κυρίως για θεραπευτικούς λόγους) τη διαφορετικότητα των ανθρώπων μεταξύ τους.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και ας αναζητήσουμε τις ρίζες της φιλοσοφικής και επιστημονικής διαμάχης σχετικά με το αν υφίστανται ή όχι ανθρώπινες φυλές (με τη βιολογική και όχι κοινωνική έννοια του όρου). Δεν είναι καθόλου περίεργο που στις αρχές της δεκαετίας του '70 η επιστημονική κοινότητα ήταν περισσότερο από έτοιμη να δεχθεί την άποψη του Ρίτσαρντ Λιουόντιν (Richard Lewontin), γενετιστού του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, ο οποίος δήλωνε ότι οι διαφορές μεταξύ ενός Αφρικανού και ενός Ευρωπαίου δεν ήταν μεγαλύτερες από αυτές δύο τυχαίων Ευρωπαίων ή Αφρικανών μεταξύ τους και πως η συνεχιζόμενη πίστη στην ύπαρξη ράτσας «δεν ήταν παρά ένδειξη της δύναμης μιας κοινωνικοοικονομικά στηριζόμενης ιδεολογίας που επικρατούσε, παρά τα αντίθετα επιστημονικά δεδομένα». Στη συλλογική συνείδηση των επιστημόνων τα τραύματα της ευγονικής ήταν ακόμη νωπά: ο ιδεαλισμός των επιστημόνων που θεώρησαν ότι μπορούσαν να βελτιώσουν το ανθρώπινο είδος μέσω της ευγονικής είχε ισοπεδωθεί βάναυσα από την μπότα του Γ´ Ράιχ και όχι μόνο. «Πολιτισμένες» χώρες όπως η Σουηδία εφήρμοζαν προγράμματα στείρωσης ατόμων με διανοητικά προβλήματα ως τη δεκαετία του '70!

Πώς να μην αρπάξουν λοιπόν οι επιστήμονες την ευκαιρία για εξιλέωση που τους έδινε ο Λιουόντιν; Πολλώ δε μάλλον όταν οι ιδέες του αμερικανού γενετιστή ήταν βασισμένες σε ατράνταχτα γενετικά δεδομένα. Το αίμα των αθώων είναι βαρύ, όπως βαρύ είναι να βιώνει κανείς ως τις ημέρες του τα αποτελέσματα διδαχών μεγάλων επιστημόνων του 19ου αιώνα που επιβεβαίωναν την κατωτερότητα των μαύρων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διάσημου ζωολόγου του Χάρβαρντ Λουί Αγκασί (Louis Agassiz) ο οποίος σημείωνε ότι οι εγκεφαλικές ραφές των μωρών των μαύρων κλείνουν νωρίτερα από αυτές των λευκών και έτσι ο εγκέφαλός τους παγιδεύεται και θα ήταν επικίνδυνο να τους διδάσκονται πολλά πράγματα! H επιβεβαίωση λοιπόν των επιχειρημάτων του Λιουόντιν από την αποκωδικοποίηση του ανθρωπίνου γονιδιώματος γιορτάστηκε από τους επιστήμονες με άρθρα σαν αυτά που αναφέρθηκαν στην αρχή.

Περίπου δύο χρόνια μετά τους πανηγυρισμούς ένα άρθρο του Νιλ Ριτς (Neil Risch) και των συνεργατών του στο Τμήμα Γενετικής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουλίου 2002 της επιθεώρησης «Genome Biology» ήρθε να ανακινήσει το θέμα εκ νέου. Ορμώμενος από την εκπεφρασμένη ανάγκη των επιστημόνων να εντοπιστούν τα άτομα ενός πληθυσμού που είναι πιο ευαίσθητα σε ορισμένες ασθένειες (αφού στόχος της ιατρικής του 21ου αιώνα είναι η εξατομικευμένη θεραπεία των ασθενειών και, ει δυνατόν, η πρόληψή τους), ο Ριτς διερωτάται κατά πόσον η φυλετική καταγωγή δεν είναι μια καλή πυξίδα που θα οδηγήσει στην ανεύρεση αυτών των ατόμων. H πρόταση του Ριτς στηρίζεται σε πρόσφατες μελέτες που δείχνουν ότι εθελοντές που δέχθηκαν να εξετασθούν γενετικά βρέθηκαν να εμπίπτουν σε μία από τις πέντε παραδοσιακά οριζόμενες ανθρώπινες φυλές [αφρικανική, ευρωπαϊκή (καυκάσια), ασιατική, της Ωκεανίας και των αμερικανών ιθαγενών].

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δεδομένα του Λιουόντιν δεν ήταν λάθος και ισχύουν ακόμη. Μόνο που η προσέγγιση για τη στατιστική ανάλυσή τους ήταν λανθασμένη, όπως έδειξε πριν από δύο χρόνια ο βρετανός στατιστικολόγος του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ A. Εντουαρντς (Α.W.F. Edwards).

Και τώρα τι; Τώρα φαίνεται ότι ήρθε η ώρα ενηλικίωσης και ωριμότητας της επιστημονικής κοινότητας! H οποία πρέπει να αποδεχθεί πως, ναι, είμαστε διαφορετικοί οι άνθρωποι μεταξύ μας και αυτή η διαφορά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντανάκλαση της γενετικής, πολιτισμικής και κοινωνικής ποικιλότητας του είδους μας. Επιπλέον η επιστημονική κοινότητα αλλά και όσοι έχουν δυνατότητα λήψης αποφάσεων πρέπει να χειριστούν κατάλληλα τη γνώση της διαφορετικότητάς μας. Πάντως οι ενδείξεις είναι προς το παρόν καλές: πρόσφατα κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ φάρμακα που προορίζονται ειδικά για ασθενείς με αφρικανική καταγωγή αφού ο διαφορετικός μεταβολισμός τους είχε ως αποτέλεσμα να υποφέρουν περισσότερες παρενέργειες λαμβάνοντας τα «λευκά» φάρμακα.

Οσο για τους Negrito, αυτοί επέζησαν μεν του τσουνάμι αλλά απειλούνται με εξαφάνιση από την πείνα. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη γενετική ούτε με την επιστήμη γενικότερα...
ΙΩΑΝΝΑ ΣΟΥΦΛΕΡΗ
Το ΒΗΜΑ, 03/04/2005


Της Αγάπης Αίματα

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

.." η ζωή ήταν αντικείμενο χαράς και αισθητικής απόλαυσης"..


















Η σκοποθεσία και η αισθητική ως κριτήρια αξιολόγησης του θανάτου

Σύμφωνα με τη Γένεση, η παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο δεν ήταν πάντοτε αυτή που είναι σήμερα. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες η ζωή ήταν αντικείμενο χαράς και αισθητικής απόλαυσης, απαλλαγμένη από ανάγκες και φροντίδες. Το φυσικό περιβάλλον ήταν απόλυτα φιλικό προς τον άνθρωπο και ως αποστολή του είχε την εξυπηρέτηση των αναγκών του. Μέσα σε αυτόν τον κήπο της χαράς η ζωή ταυτιζόταν εξ ορισμού με την ευτυχία. Η κατάσταση αυτή δεν έμελλε όμως να κρατήσει πολύ. Έπαυσε να υφίσταται την στιγμή που ο άνθρωπος αποφάσισε να παραβεί τον μοναδικό περιορισμό που του είχε τεθεί σαν προϋπόθεση για την παραμονή του στον θαυμαστό αυτό κόσμο. Όταν η Εύα θέλησε να γευθεί τους καρπούς του απαγορευμένου δένδρου, ο κήπος της χαράς μεταβλήθηκε σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα, σε κοιλάδα δακρύων.

Το ερώτημα που άμεσα αναφύεται από την λίγο -πολύ γνωστή αυτή ιστορία, είναι κατά πόσον μπορούμε να την δεχθούμε ως αυθεντική, ανεξάρτητα από το εάν ακολουθούμε το δόγμα που την υποστηρίζει, τον χριστιανισμό. Είναι γεγονός πως η εξιστόρηση της γένεσης είναι σχηματοποιημένη και προκαλεί τον στοχαστή να ανακαλύψει ένα κρυφό νόημα, να «διαβάσει ανάμεσα στις γραμμές». Με άλλα λόγια αντιμετωπίζεται ευκολότερα ως μεταφορικός παρά ως περιγραφικός λόγος, εκτός και αν τα πλαίσια αναφοράς που θα υιοθετήσουμε είναι αυστηρά τοποθετημένα εντός των ορίων της θρησκευτικής πίστης, και μάλιστα της πιο συμπαγούς και μονολιθικής μορφής της. Αυτό που θέλω να πω είναι πως, ακόμα και ο πιστός είναι ευκολότερο να αναζητήσει το πνεύμα παρά να υιοθετήσει το γράμμα των λεγομένων. Το βέβαιο όμως είναι πως ο -καλόπιστος τουλάχιστον- στοχαστής είναι αδύνατον απλώς να γελάσει και να στρέψει περιφρονητικά την πλάτη του στην φαινομενικά απλοϊκή αυτή ιστορία. Τους λόγους για την αδυναμία αυτή υποδεικνύει το γεγονός πως η Γένεση δεν αποτελεί ένα sui generis έργο, αλλά την ιουδαιοχριστιανική εκδοχή μιας κοινής και πανανθρώπινης μνήμης, μιας ιστορίας η οποία συναντάται με εντυπωσιακή ομοιότητα στην λαογραφία λαών με εντυπωσιακές διαφορές. Από την αρχαία Ελλάδα[1] μέχρι την εντελώς αυτόνομη πολιτισμικά Ινδία, με ενδιάμεσους σταθμούς στην Ασσυρία και την Μεσοποταμία[2], αλλά και στα βάθη της μαύρης ηπείρου, συναντάται η κοινή μνήμη της προγενέστερης ευτυχίας και της έκπτωσης του ανθρώπου από αυτήν. Παντού υπάρχει o κήπος της χαράς, ο οποίος δίνει την θέση του σε μια κοιλάδα δακρύων[3], και πάντα υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο άνθρωπος που παρασυρμένος από την φύση του προσεταιρίζεται τις δυνάμεις του κακού. Οι μεταξύ των μύθων διαφορές δηλώνουν την διαφορετικότητα των λαών που τους υιοθετούν, και η διαφορετικότητα αυτή τονίζει και ισχυροποιεί με την σειρά της την κοινότητα της πεποίθησης.

Είναι προφανές πως η ιστορία της Γένεσης, από οπουδήποτε και αν την αντλήσει κανείς, δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις σε οποιαδήποτε ερώτησή μας. Το γεγονός αυτό μας υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ιστορία αυτή. Πρέπει να την αφήσουμε να οδηγήσει εκείνη τα βήματά μας στην συναγωγή συμπερασμάτων. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό, οφείλουμε να θέσουμε τα κατάλληλα ερωτήματα, ερωτήματα που να μην ξεπερνούν τις δυνατότητες της ίδιας της αφήγησης.

Ένα στοιχειώδες, κατά την άποψη μου, ερώτημα, ανακύπτει από την εμφανή -σε κάθε μορφής και προέλευσης αφήγηση- αξιολόγηση του γεγονότος. Η «έκπτωση» του ανθρώπου από την κατάσταση της διαρκούς ευτυχίας σε αυτήν που περίπου και σήμερα βιώνει, θεωρείται δυστυχές γεγονός. Και πράγματι, εάν αναλογισθούμε τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η προπτωτική ζωή του ανθρώπου και τον συγκρίνουμε με την ισχύουσα πραγματικότητα, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί αποτελεί κοινό τόπο η πεποίθηση πως η πτώση απετέλεσε μια δυσάρεστη καμπή της ανθρώπινης ιστορίας. Αντίστοιχα, αφελής και ανόητος κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί αυτός που αναρωτιέται για ποιο λόγο θεωρείται από τους ανθρώπους η πτώση και η έξωση από τον παράδεισο μια θλιβερή ιστορία.

Έχει αποδειχθεί όμως από την ιστορία του πνεύματος πως πολύ σπάνια οι κοινοί τόποι δικαιολογούν το αμάχητο που ο όρος συνειρμικά τουλάχιστον ανακαλεί. Πολλές φορές αποτελούν εύκολες και αβασάνιστες παραδοχές λογικοφανών συμπερασμάτων. Επί του συγκεκριμένου, πολλές φορές και από ποικίλες πλευρές έχουν διατυπωθεί απόψεις που καταμάχονται με λογικά επιχειρήματα την κρατούσα άποψη. Η πτώση του ανθρώπου, η είσοδός του στην κοιλάδα των δακρύων και η συνεπόμενη γνωριμία του με την θλίψη, τον πόνο και τον θάνατο, απετέλεσε παράλληλα και την έναρξη της ιστορικής του παρουσίας. Σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν προκαλεί το σώμα και το πνεύμα, δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτά να αναπτύσσονται. Η πτώση έβαλε τον άνθρωπο σε μία πορεία προς την ολοκλήρωσή του, αφού στην φύση του εντάσσεται το κυνήγι της γνώσης[4], και στα πλαίσια της προπτωτικής του ύπαρξης το κυνήγι αυτό ήταν απαγορευμένο, όσο και άχρηστο. Χρειάστηκε να εξελίξει την σωματική και πνευματική του υπόσταση για να αντιμετωπίσει την ασθένεια και τον κίνδυνο. Τώρα πια μπορεί να σκοτώνει και να σκοτώνεται, αποκτά δηλαδή ρόλο διαμορφωτή του περιβάλλοντός του, αποκτά ιστορία και ιστορική «νοημοσύνη». Ο άνθρωπος κέρδισε την ιστορία του και την δυνατότητα του ειδέναι, τους δύο, δηλαδή, σημαντικότερους διαφοροποιητικούς παράγοντες αυτού και των υπολοίπων έμβιων οργανισμών. Μεταπίπτοντας από μια κατάσταση ευτυχούς απραξίας στην εν κινδύνω και πολλές φορές δυστυχή ευφυΐα συνάντησε την λύτρωση, απέκτησε την δυνατότητα να συναντήσει τον Θεό, να βρεθεί εν αυτώ, όπως λέει ο Unamuno[5]. Το σίγουρο είναι πως η ανθρώπινη ζωή απέκτησε μετά την πτώση, αν μη τι άλλο, έντονο ενδιαφέρον.

Κάτω από το πρίσμα αυτό το ερώτημα περί του κατά πόσο τελικά η πτώση αποτελεί όντως αρνητικό γεγονός ή όχι, αποκτά νόημα και ισχύ. Διαπιστώνει κάποιος πως υπάρχει αντίλογος, διισταμένες απόψεις, άρα η αρνητική αξιολόγηση που συνοδεύει το γεγονός μπορεί να υποστηριχθεί ή να καταρριφθεί μερικώς ή ίσως και ολικώς με τα κατάλληλα επιχειρήματα. Πρόκειται, δηλαδή, για μια θέση αμφιλεγόμενη. Το πρόβλημα που ανακύπτει δεν είναι βέβαια το ποια άποψη βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Αυτό είναι ένα ερώτημα που πολλοί έχουν επιχειρήσει μέχρι σήμερα να λύσουν χωρίς να έχει ακόμη γείρει η πλάστιγγα αποκαλύπτοντας την πλευρά του νικητή. Αυτό που περισσότερο αποσπά την προσοχή, είναι το εξής: Υπάρχουν πολλές αμφιλεγόμενες και αμφισβητούμενες αντιλήψεις που βασανίζουν την σκέψη μας. Μερικές από αυτές τις έχουμε δημιουργήσει οι ίδιοι, άλλες, τις περισσότερες, απλώς τις υιοθετούμε. Πολλές από αυτές τις υπερασπιζόμαστε με φανατισμό, είτε επιστημονικός είτε απλός και καθημερινός είναι αυτός. Άλλες φορές ελατήριό μας είναι το συμφέρον, άλλες ο θαυμασμός προς τον δημιουργό της θεωρίας, τις περισσότερες φορές βέβαια είναι η ίδια η ανάγκη. Συνήθως όμως όλα αυτά μαζί συνδιαμορφώνουν την ιδεολογία μας (αυτό εξηγεί νομίζω γιατί τα πολιτικά συστήματα έχουν, ακόμη και σήμερα, όχι υποστηρικτές άλλά οπαδούς). Πάντοτε όμως έχουμε στο μυαλό μας, έστω και πολύ βαθιά κρυμμένη κάτω από στρώματα φανατισμού, συνήθειας ή αδιαφορίας, την γνώση πως η θεωρία που ασπαζόμαστε δεν είναι η μόνη, ούτε είναι σίγουρα σωστή, όσο και εάν μας ικανοποιεί. Ακόμη και σε ότι αφορά στα πιο αυστηρά ιδεολογικά, πολιτικά ή θρησκευτικά συστήματα, στο μυαλό του φανατικότερου οπαδού τους λανθάνει η υποψία του σφάλματος, κάτι που εξηγεί τις αναθεωρήσεις, τις αποσκιρτήσεις και τις αιρέσεις αντίστοιχα. Πως είναι λοιπόν δυνατό στο ζήτημα της αξιολόγησης της πτώσης του ανθρώπου από τον χριστιανικό ή όποιο άλλο παράδεισο να υφίσταται τέτοια θαυμαστή σύμπνοια και ομοφωνία; Η απάντηση θα μας εισάγει και στο θέμα μας. Διότι πιστεύω πως αυτό που κατέστησε την πρωτοβουλία της Εύας απεχθή και αξιόμεμπτη από όλες τις μετέπειτα γενεές δεν είναι η αποστέρηση του ανθρώπου από κάτι, αλλά ένα καινούριο «δώρο»: η βεβαιότητα του θανάτου.

Συγγραφέας επιστημονικού άρθρου: Διδάκτωρ φιλοσοφίας Ε.Δ.Πρωτοπαπαδάκης
filosofia.gr



ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!!!


Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Γνώθι σαυτόν



























Η φιλοσοφία ανάμεσα στο παρόν και την ιστορία

Η συνέντευξη αυτή του Ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ δόθηκε στο πλαίσιο του μορφωτικού προγράμματος της ιταλικής τηλεόρασης (RAI), σε συνεργασία με το Ιταλικό Ινστιτούτο Φιλοσοφικών Σπουδών και με την υποστήριξη της Ουνέσκο.

Ο Φερνάντο Σαβατέρ γεννήθηκε το 1947 στο Σαν Σεμπαστιάν. Σπούδασε και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, από όπου και εκδιώχθηκε για πολιτικούς λόγους το 1971. Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκει ηθική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων και στη Μαδρίτη. Εχει γράψει περισσότερα από 45 βιβλία. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα έργα του: «Κάνε ό,τι θέλεις αλλά...» (Οδυσσέας, 1994) και «Ας μιλήσουμε για πολιτική» (Ελληνικά Γράμματα, 1997).

-
Καθηγητή Σαβατέρ, ποιες είναι οι τωρινές λειτουργίες της φιλοσοφίας;

-Στην πορεία των αιώνων -με αφετηρία τις λίγο μυθικές απαρχές της έως σήμερα- η φιλοσοφία έχει παίξει διάφορους ρόλους. Αυτή αναπτύχθηκε στο βαθμό που αναπτύχθηκαν οι επιστήμες και οι κοινωνίες όπου κατέλυσε η φιλοσοφική σκέψη. Σήμερα θεωρώ ότι η φιλοσοφία μπορεί να έχει δύο κύριες λειτουργίες. Η πρώτη λειτουργία είναι δημιουργικού χαρακτήρα και έγκειται στο να προμηθεύει μια σφαιρική, λαϊκή, ορθολογική και αυτόνομη θεώρηση. Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία πρέπει να αποκαλύπτει ποιο νόημα έχει για ένα άτομο, που δεν είναι δέσμιο της παράδοσης, της πίστης, του δόγματος, το να είναι ενταγμένο σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό κόσμο με ορισμένα ιδιαίτερα προβλήματα. Τι σημαίνει δηλαδή για ένα συγκεκριμένο άτομο, σε μια συγκεκριμένη εποχή, το γεγονός ότι ζει, παλεύει και αναμετριέται με τον κόσμο. Αυτή η σφαιρική θεώρηση, που δεν την προμηθεύουν οι επιστήμες -οι οποίες είναι κατακερματισμένες- ούτε και το απλό πλαίσιο της καθημερινής ζωής, είναι αυτό που η φιλοσοφία πρέπει να προσπαθεί να ανακτήσει.

Η δεύτερη λειτουργία, εξίσου σημαντική, είναι αντίθετα θεραπευτικού ή κριτικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία χρησιμεύει για να μας απαλλάσσει από τις προλήψεις με τη στενή έννοια, δηλαδή από την πρόληψη «αυτού που βρίσκεται πάνω από μας» και που μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε, που εμποδίζει τη ζωή μας, τις γνώσεις μας να αναπτυχθούν. Η φιλοσοφία είχε πάντοτε μια τέτοια διάσταση αντίθεσης προς τις προλήψεις. Η φιλοσοφία πράγματι δεν γεννιέται, όπως λένε μερικές φορές, μόνον από την έκπληξη, από το θαυμασμό που προκαλείται από τα φυσικά γεγονότα, από την κίνηση του ήλιου ή από τους σεισμούς. Η φιλοσοφία γεννιέται σε έναν κόσμο στον οποίο υπήρχαν ήδη πολλές ερμηνείες αυτών των φαινομένων. Αυτή, δηλαδή, δεν υπήρξε ποτέ, ούτε και στις απαρχές της, η πρώτη απάντηση που προσπαθούσε να εξηγήσει τα θαυμαστά πράγματα που γίνονταν στον κόσμο. Η φιλοσοφία επομένως εμφανίστηκε πάντοτε στη σκηνή σε πάλη ενάντια σε άλλες ερμηνείες -δογματικές, μυθικές, θρησκευτικές, παραδοσιακές- που προτείνονταν ως καταναγκαστικές, υποδουλωτικές. Και μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, η φιλοσοφία προσπάθησε να βρει κάτι απλό, κατανοητό, ορθολογικό, διαπροσωπικό, κάτι που θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης, μια θεώρηση που θα μπορούσε να συγκεντρώσει τη συμφωνία των άλλων ανθρώπων.

-
Τι χαρακτηρίζει τα φιλοσοφικά ερωτήματα και τις φιλοσοφικές απαντήσεις;

-Προσωπικά θεωρώ ότι το σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας είναι τα ερωτήματά της. Πρόκειται για ερωτήματα απόλυτα, για ερωτήματα που δεν σταματούν μπροστά στα εργαλειακά όρια, όπως σταματούν τα άλλα ερωτήματα. Αν τα συνήθη ερωτήματα θέτουν το πρόβλημα τού πώς να κάνουμε κάποιο πράγμα και επομένως έχουν ένα άμεσο ωφελιμιστικό σκοπό, τα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι αντίθετα ερωτήματα με την απόλυτη έννοια, έτσι που όταν τα απαντήσουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεν θα επιλύσουμε τίποτα. Πρόκειται πράγματι για ερωτήματα που γεννιούνται με τον άνθρωπο, με τη ζωή και από ορισμένες απόψεις μοιάζουν πολύ με εκείνα που μερικές φορές θέτουν οι μεθυσμένοι στις τέσσερις το πρωί στα μπαρ ή με εκείνα που θέτουν τα μικρά παιδιά. Ερωτήματα θεμελιώδη, ολικά, όπως λ.χ. «Σε τι χρησιμεύουν όλα όσα υπάρχουν;», «Γιατί είμαστε εδώ;», «Γιατί είμαστε σε αυτό τον κόσμο;». Προφανώς δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πετύχουμε οριστικές απαντήσεις σε παρόμοια ερωτήματα, αν και οι φιλοσοφικές απαντήσεις είναι πολύ σημαντικές. Υπάρχει πράγματι μια πελώρια παράδοση, πάρα πολύ σημαντική, φιλοσοφικών απαντήσεων, πολλές από τις οποίες χρησίμευσαν για να διατυπώνονται τα ερωτήματα με τρόπο κάθε φορά πιο ακριβή.

Αλλά το χαρακτηριστικό γνώρισμα των φιλοσοφικών απαντήσεων είναι ότι δεν μπλοκάρουν πλήρως το ερώτημα, δεν το καλύπτουν, δεν το κλείνουν ολικά, αλλά αφήνουν πάντοτε κάτι ανοικτό. Αν, για παράδειγμα, ρωτήσουμε έναν επιστήμονα σε ποια θερμοκρασία βράζει το νερό, αυτός θα μας δώσει μιαν εξαντλητική, οριστική απάντηση που θα τερματίσει το ερώτημα και επομένως δεν θα υπάρχει ανάγκη να το αναδιατυπώσουμε. Αντίθετα, τα φιλοσοφικά ερωτήματα μπορούν να επαναλαμβάνονται, επειδή είναι πάντοτε ανοιχτά. Οι φιλοσοφικές απαντήσεις πράγματι μπολιάζονται στον ίδιο τον κορμό του ερωτήματος, το κρατούν και το διατηρούν ανοιχτό. Αυτό το απόλυτο άνοιγμα του φιλοσοφικού ερωτήματος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σημαντικό στοιχείο της τοποθέτησης της φιλοσοφίας σε σχέση με την επιστήμη και με οποιονδήποτε άλλο τύπο εργαλειακής σκέψης.

-
Ποια γνωρίσματα πρέπει να διαθέτει η φιλοσοφική έρευνα;

-Η φιλοσοφική έρευνα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ξεκινάει πριν απ' όλα από την προϋπόθεση ότι αυτή είναι μια ορθολογική έρευνα, δηλαδή ότι χρησιμοποιεί το λόγο ως εργαλείο, ως σύνεργο, ως την ίδια την ενεργητική της ουσία. Είναι βέβαια προφανές ότι ο λόγος έχει όρια, αλλά παραμένει σε κάθε περίπτωση το μόνο που διαθέτει η ανθρώπινη ύπαρξη. Εκκινώντας από αυτή την άποψη, θεωρώ ότι δύο είναι τα σημαντικά χαρακτηριστικά του φιλοσοφικού λόγου.

Το πρώτο είναι αναμφίβολα ο σκεπτικισμός. Οποιος πιστεύει σε όλα όσα είναι καθιερωμένα, σε όλα όσα του μεταβιβάζουν οι εδραιωμένες ιδεολογίες, δεν μπορεί να είναι φιλόσοφος, δεν μπορεί να αναπτύξει μέσα του τη φιλοσοφική «ανησυχία». Η αναζήτηση, η διερώτηση δεν πρέπει ωστόσο να συγχέεται με το να υποστηρίζουμε συστηματικά το αντίθετο από όσα είναι καθιερωμένα ή από όσα λέγονται. Το πρόσωπο το οποίο σε όλα αυτά που του λένε απαντάει ότι δεν τα πιστεύει, συμπεριφέρεται με έναν τρόπο εξίσου αυτόματο με εκείνον που τα πιστεύει όλα. Ο σκεπτικιστής, πράγματι, αναστέλλει την πεποίθησή του, βάζει σε παρένθεση την πίστη του, αμφιβάλλει για τα πράγματα, προσπαθεί να τα αναμοχλεύσει έτσι ώστε να συλλάβει μια λογική εναλλακτική δυνατότητα, να δει αν από μιαν άλλη οπτική γωνία τα πράγματα του φαίνονται πιο στέρεα ή πιο ενδιαφέροντα. Νομίζω λοιπόν ότι ο σκεπτικισμός είναι το θεμελιώδες σημείο με αφετηρία το οποίο αρχίζουμε να φιλοσοφούμε.

Το δεύτερο γνώρισμα του φιλοσοφικού λόγου είναι η φαντασία. Χωρίς φαντασία δεν μπορεί να υπάρξει φιλοσοφία. Αλλά η φαντασία δεν πρέπει να συγχέεται με την ιδιοτροπία, με το καπρίτσιο, με εκείνο το είδος συνεχούς αναζήτησης κάποιου άλλου πράγματος που δεν θα είναι η πραγματικότητα, με εκείνες τις παιδιάστικες νοοτροπίες που διψούν πάντοτε για το υπερφυσικό ή για όλα εκείνα που είναι αντίθετα ή διαφορετικά από την πραγματικότητα που γνωρίζουμε. Τα πρόσωπα που έχουν μια τέτοια στάση στερούνται φαντασίας, στο βαθμό που αυτή δεν έγκειται στην αναζήτηση μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, αλλά στην εξερεύνηση των δυνατοτήτων της δεδομένης πραγματικότητας.

Η φιλοσοφία επομένως χρειάζεται το σκεπτικισμό για να έρχεται σε ρήξη με ό,τι θεωρείται ως δεδομένο και τη φαντασία για να εξερευνά όλες τις δυνατότητες της πραγματικότητας, ακόμη και εκείνες που φαίνονται οι πιο ανατρεπτικές ή οι περισσότερο αντίθετες προς τον κοινό νου.

-
Ποιες είναι οι συγγένειες και ποιες είναι οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην πολιτική και στη φιλοσοφία;

-Ανάμεσα σε πολιτική και φιλοσοφία υπάρχει μια συγγένεια, την οποία εγώ προσωπικά θεωρώ θεμελιώδη για να κατανοήσουμε τη λειτουργία της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία πράγματι γεννιέται μαζί με τη δημοκρατία. Δεν θα υπήρχε φιλοσοφική σκέψη αν δεν υπήρχε η δημοκρατία ούτε και υπάρχει φιλοσοφική σκέψη εκεί όπου δεν υπάρχει ή δεν υπήρξε δημοκρατία, όπως για παράδειγμα στον κόσμο της Ανατολής, όπου υπάρχουν ζωτικές μορφές σοφίας αλλά όπου δεν υπήρξε ποτέ φιλοσοφία με την έννοια που εμείς δίνουμε σε αυτό τον όρο. Με άλλα λόγια, σε έναν τέτοιο κόσμο το αυτόνομο άτομο δεν υπήρξε ποτέ φορέας του «νοήματος». Το χαρακτηριστικό στοιχείο της φιλοσοφίας είναι αντίθετα η παρουσία ενός αυτόνομου ατόμου το οποίο, πέρα από τις παραδόσεις και τη συνένωσή του με μια κοινότητα, είναι φορέας του νοήματος. Από αυτή την άποψη, η φιλοσοφία είναι η αναγκαία άλλη όψη του νομίσματος της δημοκρατίας, δηλαδή αυτό που η δημοκρατία εκφράζει στο πολιτικό πεδίο, η φιλοσοφία το εκφράζει στο διανοητικό επίπεδο. Η φιλοσοφία είναι η δημοκρατία της νόησης και η δημοκρατία είναι θα λέγαμε η υλοποίηση του φιλοσοφικού προγράμματος στην πόλη.

Μια σημαντική διάσταση της φιλοσοφίας εκφράζεται από το γεγονός ότι αυτή είναι ένας στοχασμός για τις αξίες της πόλης, για τις κοινές αξίες, για τον κοινό προσανατολισμό που μπορεί να δοθεί στη δημόσια ζωή και στους θεσμούς. Αλλά φυσικά δεν είναι η φιλοσοφία αυτή που θα καθοδηγήσει την πόλη. Το πλατωνικό σχέδιο -όπως το είδαμε και με τα γεγονότα που συνόδευσαν τις προσπάθειες πραγματοποίησής του στις Συρακούσες- δεν έχει πιθανότητες υλοποίησης. Προσωπικά είμαι πεισμένος ότι η φιλοσοφία πρέπει να στοχάζεται για την πολιτική, αλλά δεν πρέπει να διευθύνει την πολιτική. Και αυτό επειδή στην πολιτική δεν είναι όλα ορθολογικά, δεν είναι αποκλειστικά λόγος.

Η πολιτική αποτελείται από συμφέροντα, ορέξεις, πάθη, διακυμάνσεις του συναισθήματος, κινήματα αυτού που δεν μπορεί να εκλογικευτεί. Ο λόγος είναι ένα από τα στοιχεία που λειτουργούν στην πολιτική. Αλλά σε αυτήν υπάρχει και ένα στοιχείο βούλησης, γι' αυτό και θα ήταν εσφαλμένο να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε την πολιτική αποκλειστικά σε διανοητικό παιχνίδι. Η φιλοσοφία ωστόσο στοχάζεται για την κατάσταση της πολιτικής, στοχάζεται για τις αντιθέσεις, για τις περισσότερο ή λιγότερο ορθολογικές όψεις της πολιτικής, αλλά δεν μπορεί να είναι ο ηγέτης, δεν μπορεί να δίνει λύσεις. Η φιλοσοφία δίνει λύσεις σε φιλοσοφικά προβλήματα, όχι σε πολιτικά προβλήματα. Τα πολιτικά προβλήματα λύνονται μέσα από πολιτικές οδούς, μέσα από πολιτικές συζητήσεις. Η φιλοσοφία δεν είναι απολιτική, δεν αδιαφορεί για το πολιτικό, στο βαθμό που προφανώς η πολιτική ενδιαφέρει το φιλόσοφο, ο οποίος αναρωτιέται γι' αυτό που συμβαίνει, γι' αυτό που είναι το νόημα της ζωής. Η φιλοσοφία δεν είναι ούτε και αντιπολιτική. Ολες οι φωνές περιφρόνησης για την πολιτική ή για τους πολιτικούς γενικά, οι φωνές που μιλούν για τον κόσμο της πολιτικής σαν κάτι το κατώτερο, το βρώμικο και ευτελές, απέναντι στο οποίο ορθώνονται οι μεγάλες ιδέες, δεν είναι οι φωνές της φιλοσοφίας αλλά εκείνες της κακής φιλοσοφίας ή και της αγυρτείας.

Η φιλοσοφία επομένως δεν είναι αντιπολιτική ούτε απολιτική, αλλά είναι «μη πολιτική», δηλαδή στέκεται έξω από την πολιτική και ταυτόχρονα τη μελετάει, προσπαθεί να τη δει εγκάρσια, στοχάζεται με κάθε τρόπο γι' αυτήν, λογαριάζοντας το τι σημαίνει η πολιτική κοινότητα.

-
Η φιλοσοφία πρέπει να ασχολείται με το παρόν ή με την ιστορία;

-Στην επικαιρότητά μας, που φτιάχνεται από τα μέσα επικοινωνίας, υπάρχει ένα είδος έμφασης που ισοπεδώνει τα πάντα στο καινούργιο, στο «πρωτόγνωρο». Ολοι οι γάμοι είναι οι γάμοι του αιώνα, όλα τα γεγονότα είναι ιστορικά, όλες οι εκπτώσεις των μεγάλων καταστημάτων είναι «πρωτάκουστες». Μερικές φορές η μόδα ή ο νεωτερισμός μολύνει και τη φιλοσοφική σκέψη και επομένως τον ένα χρόνο μιλάμε για το νεομπαρόκ, τον άλλο για το μεταμοντέρνο, τη μια μέρα το υποκείμενο χάνεται κι έπειτα αρχίζουμε να ξαναμιλάμε γι' αυτό κ.ο.κ.

Σε άλλες περιπτώσεις αντίθετα, η φιλοσοφία είναι καθαρός «αναμηρυκασμός», μια συνεχής αναδρομή στη μνήμη του παρελθόντος. Επομένως, το φιλοσοφείν έγκειται στο να σχολιάζουμε τον Αριστοτέλη, στο να προσθέτουμε μια σημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας στον Καντ ή μια άλλη λεπτομέρεια στα σχόλια για τον Λάιμπνιτς.

Προσωπικά θεωρώ ότι η φιλοσοφία δεν είναι ούτε καθαρή μόδα ούτε καθαρό «αναμάσημα» της παράδοσης. Η φιλοσοφία είναι στοχασμός για το παρόν και το παρόν είναι όχι εκείνο που συμβαίνει αλλά ακριβώς εκείνο που δεν συμβαίνει, εκείνο που διαρκεί, εκείνο που πάντα βιώνεται σε ένα παρόν στο οποίο οι άνθρωποι έχουν γνωρίσει ορισμένα θεμελιώδη δεδομένα για τους εαυτούς τους. Αν ένας αρχαίος από τον καιρό της Σαπφούς ή του Ανακρέοντα εμφανιζόταν τώρα εδώ ανάμεσά μας, πιθανόν να ξαφνιαζόταν μπροστά στο νέο περιβάλλον, μπροστά στο τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα, το τηλέφωνο και το αεροπλάνο, αλλά δεν θα ξαφνιαζόταν καθόλου μπροστά στα ανθρώπινα πάθη και θα καταλάβαινε τέλεια το θέμα των σύγχρονων μυθιστορημάτων και τη φωνή των σύγχρονων ποιητών. Υπάρχει επομένως κάτι που παραμένει στην ιστορία και αυτό το κάτι είναι εκείνο με το οποίο ασχολείται η φιλοσοφία. Η φιλοσοφία επομένως πραγματεύεται όχι αυτό που περνάει αλλά αυτό που δεν περνάει, που διαρκεί, αυτό που -πέρα από τις τροποποιήσεις- παραμένει για πάντα και που εμείς θεωρούμε ότι είναι το ανθρώπινο.

Υπάρχει μια παλιά κινεζική ιστορία που αφηγείται ότι ο αυτοκράτορας Κίτρινος -ένα είδος μυθικού προσώπου στο οποίο αποδίδονται διάφορα κατορθώματα- όταν άρχισε να κυβερνά, συγκάλεσε όλους τους σοφούς της Κίνας και τους είπε ότι ήθελε μιαν ιστορία, μια πλήρη μελέτη αυτού που ήταν ο άνθρωπος, των στόχων του, των δυνατοτήτων του, έτσι ώστε να μπορέσει να κυβερνήσει με τον πιο μελετημένο και πληροφορημένο δυνατό τρόπο. Οι σοφοί επέστρεψαν έπειτα από δέκα χρόνια με μια πελώρια εγκυκλοπαίδεια εξήντα τόμων, στους οποίους αναλύονταν όλες οι όψεις της ανθρώπινης ζωής. Ο αυτοκράτορας ωστόσο τους είπε ότι δεν διέθετε χρόνο για να διαβάσει όλους αυτούς τους τόμους και ότι ήθελε κάτι πιο συνοπτικό. Οι σοφοί επέστρεψαν έπειτα από δώδεκα χρόνια με ένα έργο δραστικά περιορισμένο σε εννέα τόμους. Ο αυτοκράτορας ήταν όμως τότε απασχολημένος κάνοντας πολέμους, καταστέλλοντας εξεγέρσεις, υπερασπίζοντας τα σύνορά του και κυβερνώντας και επομένως τους είπε ότι δεν είχε χρόνο για να διαβάσει αυτούς τους εννέα τόμους και ότι χρειαζόταν κάτι πολύ πιο συνοπτικό. Ενοχλημένοι οι σοφοί έφυγαν γι' άλλη μια φορά μουρμουρίζοντας. Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια και στο τέλος οι σοφοί επέστρεψαν με έναν μόνο τόμο, στον οποίο είχαν συμπυκνώσει όλα όσα γνώριζαν για τις ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά βρήκαν τον αυτοκράτορα στο κρεβάτι του θανάτου. Τότε ο επικεφαλής των σοφών πλησίασε στο κρεβάτι του αυτοκράτορα και του ψιθύρισε στο αυτί: «Οι άνθρωποι γεννιούνται, αγαπούν, παλεύουν και πεθαίνουν». Αυτό το σταθερό βάθος της ζωής, που βρίσκεται κάτω από τα καινούργια πράγματα, που βρίσκεται κάτω από τις αλλαγές είναι η θεμελιώδης ουσία από την οποία συγκροτείται η φιλοσοφία.

Η φιλοσοφία φυσικά παραμένει συνδεδεμένη και με την ιστορία, από τη στιγμή που και η ιστορία είναι μια σταθερά. Αλλά το σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας είναι αυτό το θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ζωής που αποτελείται από γέννηση, αγάπη, προσπάθεια και συνείδηση του θανάτου.

Η φιλοσοφία δεν πρέπει να φοβάται μήπως γίνει κοινότοπη. Εκείνο που πρέπει να φοβάται είναι μήπως γίνει σχολαστική, μήπως ενδιαφέρεται μονάχα να πει κάτι το ηχηρό ή να τσιτάρει κάποιο άγνωστο έργο. Αντίθετα, η επιστροφή στα βασικά πράγματα, η επανάληψη αυτού που είναι απλό, η επανάληψη των θεμελιωδών αγωνιών ή φόβων της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι ένα πρόβλημα για τη φιλοσοφία, αλλά είναι μάλλον μια φιλοσοφική αρετή...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 19/01/2001



P.I.Tchaikovsky Swanlake,Margot Fonteyn,Rudolf Nurejev